Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

40η συνέχεια


                                          40η συνέχεια

Η Ελπίδα ένοιωσε ότι έφευγε το έδαφος από τα πόδια της, παγωμένη προσπαθούσε να βρει λέξεις , αλήθειες και ψέματα για να ξεφύγει ή να χαθεί στη πραγματικότητα. Μα οι λέξεις δεν έβγαιναν, η καρδιά της σταμάτησε θαρρείς και μόνο τα όμορφα μάτια της τον κοίταξαν με όσο θάρρος μπόρεσε να βρει μέσα της να περιμαζέψει και να ανταποκριθεί στην ερώτηση.
-Γεια σου Κώστα ..πράγματι χαθήκαμε..χάθηκα μάλλον ..παντρεύτηκα ξέρεις ..δεν μένω πια εδώ στην Ελλάδα..μένω στο εξωτερικό. Ξεροκατάπιε και άφησε να ξεχυθεί ένας οχετός από ψέματα και δικαιολογίες, ασυνάρτητες λέξεις καταλάβαινε ..μα δεν μπορούσε καν να χαλιναγωγήσει το πανικό που ένοιωθε  και την ανάγκη της να ξεφύγει.
-Συγνώμη, με περιμένει ο άνδρας μου ψέλλισε ..πρέπει να φύγω  και του γύρισε σχεδόν τη πλάτη. 
Ο Κώστας πρόλαβε να την αρπάξει από το χέρι, την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια λες και ήθελε να βεβαιωθεί  ότι τα όσα θα της έλεγε πήγαινα στο γνωστό παραλήπτη.
-Τον διέλυσες ξέρεις, δεν ξέρω το λόγο μα του μάτωσες τη ψυχή. Θα ήθελα να σε ..χτυπήσω ξέρεις εκείνο το καιρό που έψαχνε παντού να βρει την αιτία , να βρει δύναμη να σε μισήσει ή  να σε ξαναφέρει δίπλα του. Γιατί Ελπίδα..γιατί..τι έγινε..τι συνέβη..σου έκανε κάτι; Παντρεύτηκες; Μα πως; Πότε πρόλαβες;
Η Ελπίδα κοίταξε το πεζοδρόμιο κάτω από τα πόδια της, τι να πει..η αλήθεια θα ξερνούσε φωτιές και κόλαση ,εκείνη ζούσε εδώ και καιρό μέσα σ' αυτά.
-Κώστα..σε παρακαλώ..ξέχνα ότι με είδες, μη πεις τίποτα, μη ξύνεις πληγές πίστεψε με σε όποιον και από τους δυο         αγγίξεις θα ματώσει..πες πως είδες μία άλλη..
Ο Κώστας ένιωσε την οργή του να φεύγει καθώς αντίκρισε τη πληγωμένη ματιά, το θολωμένο βλέμμα που λες και ανάβλυζε πηγή από νερό κατακόκκινο σαν αίμα. Το χέρι του άφησε το δικό της, την είδε να τρέχει στο μικρό αμάξι που ήταν σταθμευμένο λίγο πιο πέρα και με τη ματιά του ακολούθησε την φυγή της ενώ κάτι μέσα του  της έδινε άφεση για πράξεις που έβρισκε αδικαιολόγητες.
Η Ελπίδα σαν κυνηγημένη στράφηκε στο λιμάνι της, μπήκε στο σπίτι του Άρη  λες και εκεί θα ξεχνούσε ότι την βάραινε και έπεσε στο κρεβάτι τους κρύβοντας τα δάκρυα στα μαλακά πολυτελή σκεπάσματα. Δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε , ο χρόνος είχε χάσει την έννοια του μέσα από το πόνο της , κάποια στιγμή αισθάνθηκε τη παρουσία πίσω της και είδε τον Άρη να την κοιτάζει γερμένος στο ξύλινο πλαίσιο της πόρτας. Πάντα αναγνώριζε αυτό το υπέροχο χάρισμα του να δηλώνει με τη διακριτική σιωπή του την συμπαράσταση  σε κάθε της γονάτισμα . 
Η αντίδραση της ήταν αθέλητη , σπασμωδικά αυθόρμητη, ήταν ο βράχος που ξεπρόβαλε στην απεραντοσύνη του ωκεανού που κολυμπούσε. Έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά του , έσφιξε τα χέρια της στο κορμί του πονώντας τον ίσως με τα νύχια της που χώθηκαν στη σάρκα του. Χωρίς λέξη την σήκωσε στην αγκαλιά του σαν παιδί που έπεσε και χτύπησε στο δρόμο, κάθισε μαζί της στο μαλακό βαθύ καναπέ δίπλα στο παράθυρο από όπου έβλεπες τη θέα της πόλης .
Το χέρι του χάιδεψε τα μαλλιά της, ενώ το άλλο έσφιξε το κορμί της προστατευτικά επάνω του, ήταν λες και της έλεγε χωρίς λόγια ότι αυτός ήταν εκεί..για όλα ..για πάντα.
Η Ελπίδα άνοιξε σαν λουλούδι που το έβαλες στο νερό μετά από ταλαιπωρία ημερών . Άρχισε τη διήγηση της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, ο θάνατος των γονιών της, οι θείοι της, ο Αντώνης, τα λάθη της άγνοιας της , ο Πάνος, ο βιασμός της, η εγκυμοσύνη , η φυγή της. Τον ένοιωσε να σκιρτάει όταν διηγήθηκε τη γέννα της , το μωρό που εγκατέλειψε, τις πληγές που όσο και να σκέπαζε εκείνες άνοιγαν και έτρεχαν αίμα. Όταν σιώπησε πια και έκλεισε της ψυχής της την πόρτα περιμένοντας τον αντίκτυπο της απολογίας της ο Άρης την ξάφνιασε πάλι . Της γύρισε το πρόσωπο παίρνοντας το μέσα στα χέρια του  , η ματιά του ανεξιχνίαστα τρυφερή ή θολωμένη από τη κριτική που ίσως θα της έκανε. Τον κοίταξε και προσπάθησε να μαντέψει..να ακούσει την ετυμηγορία.
-Ελπίδα..θέλεις να με παντρευτείς; Το παρελθόν σου δεν με αφορά, με νοιάζει μόνο η δική σου παρουσία δίπλα μου και η δική σου ευτυχία . Ξέρω..ξέρω ότι δεν με αγαπάς..μα εγώ σε αγαπώ και για τους δύο. Θα πάρω μόνο ότι μου δώσεις, δεν θα σε πιέσω για κάτι, θα ακούσω και θα δεχθώ ότι αποφασίσεις να μου προσφέρεις και πάλι θα φροντίσω για το καλό σου. Δεν είναι καλοσύνη ούτε οίκτος για το χτυπημένο πουλάκι..είναι εγωιστική πράξη για την ανάγκη μου να ζω κοντά σου.
Έτσι η Ελπίδα παντρεύτηκε τον Άρη και τον ακολούθησε στο εξωτερικό στη Γερμανία όταν της είπε ότι δέχθηκε να γίνει νομικός σύμβουλος σε μεγάλη εταιρία που του έκανε πρόταση. Κατάλαβε ότι το έκανε για εκείνη πάλι, δεν του είπε τίποτα , απλά τον ακολούθησε και αφέθηκε στα χέρια του ακόμη μια φορά. Δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει αν ήταν έρωτας αυτό που ένοιωσε , ευγνωμοσύνη ή εξάρτηση όμως στάθηκε δίπλα του σαν σωστή σύζυγος απολαμβάνοντας συγχρόνως την ήρεμη αγάπη του και την είσοδο της σε ένα κόσμο γεμάτο με υψηλές γνωριμίες και πολυτέλεια . Την βοήθησε να πάρει το μεταπτυχιακό που ήθελε και ακόμη περισσότερα με τις γνωριμίες του. Της έστρωνε με βαμβάκι το δρόμο που κάθε φορά διάλεγε χωρίς ζήλιες,  επικρίσεις και κρητικές για τις επιλογές της . Εκείνου  του έφθανε που την είχε δίπλα του να ανθίζει μέρα με τη μέρα και να ευωδιάζει την αγκαλιά και τη ζωή του με τον έρωτα της . Ακόμη και όταν έβλεπε τη ματιά της να χάνεται στο άπειρο και ένοιωθε ότι ταξίδευε σε άγνωστα πελάγη θύμησης εκείνος απλά την αγκάλιαζε δηλώνοντας τη παρουσία της ασφάλειας του.
Ο Άρης χάθηκε από τη ζωή της ακριβώς όπως μπήκε..σαν ένας άγγελος.. ήταν μέσα στο αεροπλάνο που έπεσε ταξιδεύοντας για επαγγελματικό ταξίδι. Ο θάνατος του της έδωσε ακόμη ένα σπρώξιμο σε μία κατάσταση απομόνωσης και θυμού με τη μοίρα  που της αφαιρούσε κάθε τι που την αγάπησε και την κρατούσε ασφαλή. Εκεί επάνω στο τάφο του σφράγισε πάλι τη ψυχή της που εκείνος είχε καταφέρει να ανθίσει. Ακόμη και με το θάνατο του δήλωνε την δύναμη και την ασφάλεια που της υποσχέθηκε .Η περιουσία που της άφησε,  η ασφάλεια  που της δόθηκε λόγω του ατυχήματος και όλος ο δικηγορικός κολοσσός που στάθηκε δίπλα στη νεαρή χήρα αρωγός σε κάθε της δυσκολία ήταν δικά του δώρα.
Πέρασε στην αρχή δύσκολα με την απουσία του, ένοιωσε ενοχές για κάθε έλλειψη συναισθημάτων απέναντι του που δεν του έδωσε ίσως μα τότε της ήρθε σαν φως στο σκοτάδι ένα άνοιγμα επαγγελματικό για μία ζωή που τώρα ξεκινούσε μπροστά της.
Ήταν 2 μήνες μετά το θάνατο του όταν την επισκέφτηκε ένας φίλος τους συνάδελφος του από την εταιρία και της πρότεινε μία δουλειά που ούτε ονειρευόταν. Υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων σε μία μεγάλη εταιρεία καλλυντικών της Γερμανία και διεθνώς. Άκουσε τη πρόταση με λαχτάρα, χρειαζόταν μία διαφυγή από το βάλτωμα της ζωής της , είχε ανάγκη να προχωρήσει, να απασχολήσει το μυαλό της και να δείξει συγχρόνως τις γνώσεις της .
 Το βράδυ εκείνο κατάλαβε ότι μέσα της γεννήθηκε μία νέα Ελπίδα , ένοιωσε τύψεις για τον ενθουσιασμό της, για τη λαχτάρα της επόμενης μέρας .Ενοχές για την ευκολία που είχε τη διάθεση να "προχωρήσει" αφήνοντας πίσω της τον Άρη και τη ζωή που της άνοιξε η παρουσία του,  τότε που κανείς δεν της άπλωσε το χέρι..
Έτσι δύο μέρες μετά ο φίλος τους την συνόδεψε στην εταιρία και την οδήγησε  στον προϊστάμενο προσλήψεων που ήταν φανερό ότι ήταν μιλημένος από " υψηλά" για τη   θέση που θα έπαιρνε εδώ. Της φέρθηκαν με ευγένεια, καλή διάθεση συνεργασίας και της εξήγησαν τα καθήκοντα της καθώς και τις αποδοχές της που σίγουρα θα ήταν το όνειρο πολλών ανθρώπων. Δεν ήταν το οικονομικό πρόβλημα στη ζωή της ειδικά τώρα πλέον απλά ήταν η ανάγκη της να την καλοδεχθούν σε μία τύπου οικογένεια όπου θα έκανε τα πάντα για να πάρει μία θέση σ' αυτήν . 
 Η Ελπίδα αργότερα  έμαθε ότι ο πρόεδρος της εταιρίας που δούλευε ο Άρης ήταν παιδικός φίλος με τον Γερμανό πρόεδρο του ομίλου  φρόντισε να αποζημιώσει τη χήρα του νομικού στελέχους  του με την αποκατάσταση της σε ασφαλές μέλλον. Δεν ήξερε ότι έτσι άνοιγε στην Ελπίδα ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της που ούτε και η ίδια φανταζόταν τότε.