Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

38η συνέχεια



Η Ελπίδα ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της και προσπάθησε να συνειδητοποιήσει που βρισκόταν. Ο ελαφρός πόνος στη μέση της την επανέφερε από τον κόσμο του ονείρου στη πραγματικότητα. Όλα πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό της και ο πόνος πήγε στη καρδιά και της την έσφιξε σαν χέρι μολυβένιο. Όχι, δεν ήταν όνειρο , η αλήθεια την βάρυνε, το μικρό φως από ένα καντήλι του δωματίου την φώτισε ώστε να δει τη γυναίκα που πριν λίγες ώρες την βοήθησε να φέρει στο κόσμο το μωρό που κουβαλούσε μέσα της. Ήταν ξαπλωμένη σε μία πολυθρόνα από αυτές που η Ελπίδα έβλεπε σε ..Χριστουγεννιάτικες κάρτες μπροστά σε ένα τζάκι. Στα πόδια της ήταν ριγμένη μία πλεκτή κουβερτούλα και τα γυαλιά της δεμένα με κορδόνι είχαν πέσει επάνω στο στήθος της στη δαντέλα που στόλιζε μία απλή μα τόσο όμορφη νυχτικιά. Ανάσαινε ελαφρά μα κουρασμένα και πότε πότε αναπηδούσε ελαφρά λες και έβλεπε κάτι στον ύπνο της που έπρεπε να διώξει. Αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη γι’ αυτή την άγνωστη μέχρι χθες γυναίκα που την αγκάλιασε χωρίς να ρωτήσει, που την βοήθησε χωρίς να διστάσει , που προσπάθησε να την κάνει να δει με άλλο μάτι το μωρό που είχε φέρει στο κόσμο.
Το μωρό..Θεέ μου το μωρό, είχε πλέον ένα μωρό , απίστευτο ακόμα και να το σκεφτεί. Μέσα της είχε μόνο πόνο, οργή, επιθυμία να ανταποδώσει το χτύπημα , δεν είχε χώρο για κάτι τέτοιο. Οι σκέψεις στροβιλίζονταν στο μυαλό της η μία μετά την άλλη..έβρισκε λύσεις για το πρόβλημα της και τις απέρριπτε αμέσως. Θεέ μου ήταν μικρή , τόσο μικρή, δεν έζησε καν ότι ήθελε, δεν χάρηκε τον έρωτα με όποιον και όποτε εκείνη το αποφάσιζε. Αισθάνθηκε πανικό, έπρεπε να φύγει, να σωθεί από αυτό που δεν ήθελε, έπρεπε να βγει από τη κινούμενη άμμο που μπήκε μόνη της ..την έσπρωξαν..ποιος ξέρει ποια τελικά ήταν η αλήθεια μα ..έπρεπε να φύγει μακριά, μακριά όσο μακρύτερα μπορούσε από όλα αυτά.
Έκανε μία προσπάθεια να σηκωθεί όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και είδε ότι ήταν καλύτερα από ότι φανταζόταν. Ένας πόνος ακόμη υπήρχε στη κοιλιά και λίγο στο στήθος της, το χέρι της άγγιξε το εσώρουχο της και είδε ότι είχε ακόμη μία μικρή αιμορραγία. Η Λενιώ της είχε φορέσει καθαρή νυχτικιά και την είχε καθαρίσει παντού , μύρισε το μπράτσο της και ένοιωσε τη μυρωδιά μία ελαφριάς κολόνιας που της είχε βάλει μάλλον.
Σηκώθηκε και έψαξε για τα ρούχα της, τα βρήκε διπλωμένα προσεκτικά σε ένα μπαούλο επάνω και τα παπούτσια της μισοφαινώντουσαν από το έπιπλο που ήταν δίπλα από το κρεβάτι της. Ντύθηκε γρήγορα , προσεκτικά και αθόρυβα με κινήσεις προσεκτικές μέσα στο μικρό χώρο που τον φώτιζε μόνο το φως του καντηλιού και κάτι από το λάμψη των  αστεριών που έμπαινε από το παράθυρο. Στο μικρό σακίδιο που κουβαλούσε υπήρχαν τα πάντα, κανείς δεν την έψαξε , στο μικρό δερμάτινο πορτοφόλι της ελάχιστα χρήματα μα έφθαναν για τις επόμενες κινήσεις της. Το μυαλό της ξεκαθάριζε τη θέληση της , είχε πάρει τις αποφάσεις της καλώς ή κακώς αυτές ήταν η λύση. Απόφυγε να κοιτάξει στο μικρό κρεβατάκι που υπήρχε δίπλα στη γυναίκα λες και δεν το έβλεπε, λες και δεν υπήρχε αυτό και το..περιεχόμενο του. Έπρεπε να φύγει, έπρεπε να σωθεί, να αρχίσει από την αρχή, να παλέψει, να κατακτήσει, να δικαιωθεί. Άνοιξε το ψυγείο και πήρε ένα μπουκάλι νερό που υπήρχε, ένοιωθε πείνα και δίψα, ήπιε λίγο από το γάλα που βρήκε και πήρε ένα μήλο που ήταν μπροστά της .Φόρεσε το σακίδιο στους ώμους της και με σιγανά βήματα προχώρησε προς την εξώπορτα ..όμως σταμάτησε. Η γυναίκα αυτή που χθες την εμπιστεύτηκε όλη τη ζωή της δικαιούταν έστω και μία εξήγηση, λίγες λέξεις.
Με χέρια που έτρεμαν έκοψε μία σελίδα και έγραψε ένα σημείωμα. Ένιωθε τύψεις, ντροπή ίσως, μα δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Το ακούμπησε στο κρεβάτι της και  έκανε να προχωρήσει στη πόρτα μα..και πάλι σταμάτησε. Κάτι μέσα της την έσπρωχνε να δει  το μωρό..για μία φορά, μία και τελευταία είπε στον εαυτό της. Μία άλλη φωνή σκληρή και αποφασισμένη την σταμάτησε, ήταν η άλλη..Ελπίδα εκείνη που γεννήθηκε μαζί με το μωρό αυτό..
-Τι κάνεις, σταμάτα, άσε πίσω σου ότι θα σε  κάνει να πονάς, ότι θα σε εμποδίσει να προχωρήσεις, μη κοιτάς, μη δένεσαι, μην έχεις να κουβαλάς την εικόνα του μαζί σου. Φύγε, φύγε όσο μπορείς και μη κοιτάς πίσω σου, φύγε.
Άνοιξε σιγά τη πόρτα, δεν ήταν ούτε καν κλειδωμένη σκέφτηκε και χαμογέλασε , η τελευταία της ματιά ήταν σε αυτή τη γυναίκα, τη Λενιώ, την αγκάλιασε νοερά, της φίλησε το χέρι, γονάτισε μπροστά της και της είπε: «Σου αφήνω  ότι δεν μπορώ να αγαπήσω, ότι δεν πρέπει να πάρω μαζί μου , ότι θέλω να μη θυμάμαι, ότι θα με εμποδίσει να κάνω αυτό που σχεδιάζω να κάνω..πες πως δεν υπήρξα ποτέ σ’ αυτή τη νύχτα»’
Έκλεισε τη πόρτα πίσω της , διάβηκε ανάμεσα από τα όμορφα λουλούδια του κήπου που χθες πονεμένη δεν είχε προσέξει. Τ’ αστέρια την συντρόφευαν, το φεγγάρι  έκρυψε το μάλωμα του γι’ αυτήν  και έριξε το φως στο δρόμο της . Τα βήματα της βιαστικά στο δρομάκι, πέτρες εδώ κι εκεί, κράξιμο μιας κουκουβάγιας , ένα ζωάκι της νύχτα τρομαγμένο γρύλισε . Ένοιωσε λες και όλα της πετούσαν πέτρα αναθέματος, μα η νύχτα έγινε για να κρύβει, να θολώνει ψυχές και πράξεις κι εκείνη έκλεισε τα’ αυτιά στις σειρήνες της συνείδησης και έφθασε στο χωριό. Προσανατολίστηκε στους δύο δρόμους που υπήρχαν μπροστά της , αναγνώρισε εκείνο που την έφερε το αυτοκίνητο εδώ και τον πήρε βιαστικά.  Δεν έπρεπε κανείς από το χωριό να την δει, ίσως να πει στη Λενιώ που ήταν. Άρχισε να περπατά οργά και ο φόβος της σκέπαζε τους πόνους του κορμιού και την αδυναμία που ένοιωθε.  Έβγαλε το μήλο από τη τσέπη της και άρχισε να το μασουλάει με απόλαυση   γευόμενη τη δροσιά και τη γλύκα του χυμού του.
Θυμήθηκε τα πλούσια πρωινά στο σπίτι των θείων της, χαμογέλασε με πικρία, κακόμαθε σε όσα της πρόσφεραν , στις .. «πατρικές» προσφορές του Αντώνη   ,ένοιωσε οργή με τον εαυτό της. Πόσο ανόητα φέρθηκε , πόσο ανεύθυνα αφελής..μα ήταν παιδί να πάρει η ευχή, ήταν παιδί , έπρεπε να την προστατέψουν και όχι να την προσγειώσουν τόσο ανώμαλα.
Περπάτησε αρκετά, ο ήλιος ξεπρόβαλε και την αγκάλιασε, μία νέα μέρα, ένα νέο σήμερα , έπρεπε να γυρίσει πίσω χωρίς να το μάθει κανείς. Έπρεπε να μεγαλώσει , να σχεδιάσει το αύριο , να χαράξει το μέλλον της όσο καλύτερα μπορούσε. Στο επόμενο χωριό μπήκε σχεδόν σέρνοντας τα πόδια της από τη κούραση. Βρήκε τη στάση και σε ένα τοιχοκολλημένο χαρτί βρήκε τα δρομολόγια.   Απελπίστηκε, το επόμενο αυτοκίνητο ήταν μετά από ώρες  κι εκείνη βιαζόταν να φύγει. Ένα αγροτικό σταμάτησε δίπλα της, και η φωνή του αγρότη της έδωσε ανέλπιστη λύση. 
-Κοπελιά , της κυρά Ζαχάρως η εγγόνα δεν είσαι; Τι περιμένεις τόσο πρωί το λεωφορείο , έλα να σε κατεβάσω εγώ , πάω για τη πόλη  στη λαϊκή .
Η Ελπίδα απάντησε σχεδόν αυθόρμητα καταφατικά στην ανέλπιστη λύση.
-Ναι η εγγονή της Ζαχάρως είμαι πάω στη σχολή μου κα μετά σπίτι . Συγχρόνως χώθηκε βιαστικά στο αυτοκίνητο με το φόβο να μην έρθει η πραγματική εγγόνα και την πιάσουν στα πράσα. Στη διαδρομή απέφυγε κάθε διευκρίνηση στις ερωτήσεις του λαλίστατου αγρότη και απαντούσε   αόριστα αλλάζοντας θέμα και ρωτώντας τον για τη δουλειά του. Άλλο που δεν ήθελε εκείνος και της αράδιασε όλα τα προβλήματα του με τα λαχανικά, τις πωλήσεις, την εφορία που του έβαζαν , τις χασούρες από τον καιρό.
Όταν επιτέλους έφθασαν στη πόλη του έκανε νόημα να σταματήσει σε γνώριμη περιοχή.
-Μα καλά εσύ δεν μένεις κατά τη Κρυοπηγή; Πως θα πας μέχρι εκεί κοπέλα μου;  Να σε πάω δεν μπορώ γιατί βιάζομαι μα α σε αφήσω στη στάση της περιοχής που θα πας εκεί.
-Μη κάνετε το κόπο, θα πάω πρώτα στο σπίτι μιας φίλης συμμαθήτριας στη σχολή για να πάρω κάποια βιβλία, θα φάμε μαζί κα μετά σπίτι μου. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, μου γλυτώσατε ώρα   ταλαιπωρίας. Και..χαιρετισμούς στη..γιαγιά μου!
Που τη βρήκε τη διάθεση δεν μπόρεσε να καταλάβει η Ελπίδα, λες και φεύγοντας από εκείνο το τόπο άφησε πίσω της μαζί με το..παιδί και  τα προβλήματα που την βάραιναν. Κοίταξε το μικρό χρυσό ρολόι της, δώρο του Αντώνη κι αυτό σκέφτηκε με πικρία και μούντζωσε ακόμα μια φορά τον εαυτό της, ήταν πρωί και οι τράπεζες θα άνοιγαν σε μία ώρα περίπου. Πήγε στη στάση και πήρε το λεωφορείο για τη περιοχή που  ήθελε, έπρεπε να διεκδικήσει τα χρήματα της και είχε ευτυχώς όλα τα χαρτιά που της είχε δώσει ο Αντώνης . Δεν έπρεπε κανείς να τη δει,  θα γύριζε σπίτι της βέβαια μα θα φρόντιζε να μη πάρει κανείς είδηση τη παρουσία της. Η καρδιά της χτύπησε άταχτα, ο Πάνος σκέφτηκε..ο καημένος ο Πάνος  , όχι , δεν έπρεπε να τη δει, πως θα αντίκριζε το βλέμμα του, της ήταν αδύνατον. 
Έφθασε στη τράπεζα μόλις άνοιξε, έσιαξε τα ρούχα της , έλεγξε το παρουσιαστικό, της και μπήκε μέσα με αυτοπεποίθηση που της είχε διδάξει τόσο  καλά..ποιος άλλος; Ο Αντώνης! 
Πλησίασε το γραφείο του διευθυντή και παρουσίασε τα χαρτιά της. Αισθανόταν αγχωμένη για το τι θα έκρινε ο διευθυντής από τη απόφαση της να ανοίξει το λογαριασμό της πλέον σαν ενήλικη και να έχει ελεύθερα πρόσβαση σε αυτόν . Τα πράγματα όμως ήταν μάλλον απλά, μιλούσαν τα χαρτιά της και κανείς πλέον δεν είχε επάνω της εξουσία εκτός από εκείνη την ίδια.  Αν κοιτούσε προσεκτικά τον εαυτό της στο καθρέπτη θα έβλεπε ότι η γέννα είχε επιδράσει καις την εμφάνιση της. Το παιδικό ύφος είχε χαθεί, κάποια αδιόρατη σκληράδα στο πρόσωπο, μία γυναίκα που είχε ξεπηδήσει από μέσα της και το καθάριο παλιά βλέμμα γεμάτο ευθύνες και βάρη τώρα ανέδιδαν ένα άτομο κατάλληλο να διαχειριστεί το μέλλον του.
Της παρέδωσε το βιβλιάριο, μία κάρτα που της έβγαλαν αμέσως σχεδόν, κάποιες συμβουλές για σωστή διαχείριση και.. η Ελπίδα βγήκε από τη τράπεζα   με  κάποια ασφάλεια για το προσεχές μέλλον έστω για λίγο καιρό γιατί τα χρήματα δεν ήταν και κάποιο φανταστικό,  νούμερο. 
Έδωσε στον εαυτό της την πολυτέλεια ενός ταξί με τα λίγα χρήματα που είχε και του είπε να σταματήσει λίγο πιο κάτω από το σπίτι που έμενε, το σπίτι των γονιών της. Δεν ήθελε να τη δει κανείς και προσεκτικά κοιτώντας γύρω της έφθασε στην είσοδο κα ξεκλείδωσε γρήγορα την εξώπορτα . Ανέβηκε με συγκίνηση τις σκάλες και έφθασε έξω από το διαμέρισμα της, όταν μπήκε μέσα διαπίστωσε ότι δεν είχε ρεύμα , το ίδιο ίσχυε για το τηλέφωνο και ήταν φυσικό..δεν είχε πληρώσει τόσο  καιρό τους λογαριασμούς.
Το κρεβάτι της όπως το είχε αφήσει, γεγονός που έδειχνε ότι κανείς δεν είχε μπει. Τότε πρόσεξε ριγμένα χαρτιά σημειώματα στη πόρτα σκορπισμένα στο πάτωμα. Τα πήρε και με φόβο τα κοίταξε, μάλλον θα ήταν από τον Αντώνη..όχι..δεν ήταν.. πως θα μπορούσε ένας δειλός να θέλει να μάθει αν ζει, αν υπάρχει..
Ήταν από το Πάνο, στην αρχή γεμάτα αγωνία, μετά με ερωτηματικά, με αμφιβολίες για την αγάπη της, έπειτα με πικρία, πόνο, μετά οργή και  τέλος απόφαση να φύγει πιστεύοντας ότι εκείνη δεν τον ήθελε στη ζωή της μα ήταν τόσο δειλή που δεν μπορούσε να του το πει κατάμουτρα.
Τα πήρε στην αγκαλιά της , πήγε στο παράθυρο και διακριτικά τράβηξε τη κουρτίνα γυρεύοντας τη μορφή του στο απέναντι σπίτι..κανείς… όλα χαθήκανε εκείνο το βράδυ  που ο Αντώνης τη μεταμόρφωσε σε μία άλλη Ελπίδα, τη νύχτα που χάθηκε εκείνη και γεννήθηκε μία άλλη.
Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι της, μύριζε το σεντόνι σκόνη και εγκατάλειψη, μύριζε προδοσία και  οργή, επιθυμία για εκδίκηση, μύριζε..μοναξιά. Ενώθηκε το κλάμα με τη σκόνη,  η εγκατάλειψη με τη βουβή κραυγή της ψυχή της , ο πόνος του ανεκπλήρωτου έρωτα της με το Πάνο  που δεν τολμούσε να την αγγίξει αν εκείνη δεν το ήθελε πρώτα.
 Εκεί τη βρήκε η νύχτα και οι αφόρητοι πόνοι που ένοιωθε στο στήθος της , αμάθητη με άγνοια για το τι γινόταν είδε το στήθος της σαν πέτρα  από το γάλα που της ερχόταν . Ακόμα και τώρα την κυνηγούσε ότι άφησε πίσω της σκέφτηκε και συνέχισε να κλαίει σαν παιδί που κοιτάζει τις πληγές στο γόνατο του.  
Πήγε στο μπάνιο σκέφτηκε ότι ένα ζεστό ντουζ θα την βοηθούσε μα το νερό χωρίς ρεύμα παγωμένο κι εκείνη όρθια λερωμένη, τα ρούχα τη στο στήθος γεμάτα υγρά και οι πόνοι διάχυτοι χωρίς να προσδιορίσει ποιοι είναι φοβερότεροι , του κορμιού ή της ψυχής.