Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

34η συνεχεια


Όλα αυτά τα χρόνια η Λενιώ κατάφερε να βρει πόρους οικονομικούς  σχεδόν τυχαία αφού το να βρει δουλειά σαν νοσοκόμα ήταν αδύνατον. Ήταν μεγάλη σε ηλικία αν και η εξωτερική της εμφάνιση  ήταν γενναιόδωρα ευγενική μαζί της. Ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη η Λενιώ όμως η εσωτερική της ομορφιά αντανακλούσε στα μάτια και στο δέρμα της  και μαγικά τραβούσε τη συμπάθια και την εκτίμηση όσων την γνώριζαν.
 Ήταν στο δημοτικό τότε η Χαρά όταν σε κάποια σχολική αγορά για φιλανθρωπικούς σκοπούς  η Λενιώ της έφτιαξε για να πουληθούν λίγα βαζάκια με κρέμες για τα χέρια από αυτές που έφτιαχνε στο χωριό με το βιβλιαράκι οδηγό της κυρίας  Ιουλίας. Στόλισε τα βαζάκια με καλαίσθητα υφάσματα και όμορφες κορδελίτσες και πρόσθεσε στο δέσιμο μικρά υφασμάτινα λουλουδάκια που έφτιαχνε τις νύχτες μπροστά στη τηλεόραση. Της έφτιαξε και μικρά μπουκαλάκια με αρώματα δικά της που ευωδίαζαν αγριολούλουδα και φύση, κρέμα για τη προστασία από τον ήλιο και άλλη για τα σημάδια  της γέννας στο κορμί. Ήταν εκεί όταν τα έστρωνα για να πουληθούν προσπαθώντας εθελοντικά να βοηθήσει κι εκείνη. Στην αρχή παραξενεύτηκε που τα κοιτούσαν όλες με θαυμασμό για την όμορφη εμφάνιση τους, μετά δεχόταν αμέτρητες ερωτήσεις για το περιεχόμενο τους. Έλαμψε από χαρά όταν η κόρη της φώναξε με ενθουσιασμό ότι τα δικά της δωράκια πουλήθηκαν μέσα σε μία ώρα και ζητούσαν και άλλα.
Την πλησίασαν πολλές και της ζήτησαν σε προσωπικό πλέον επίπεδο να αγοράσουν κάποιο τέτοια σκεύασμα της.
-Ευχαρίστως να σας κάνω πρώτα ένα δωράκι για να το δοκιμάσετε, ψέλλισε η Λενιώ , μετά μπορώ να σας κάνω ότι θέλετε.
Ήταν η αρχή, η αρχή ενός κουβαριού που ποτέ δεν διανοήθηκε να φανταστεί το..μάκρος του η καημένη η Λενιώ. Οι μαμάδες πήγαιναν και έρχονταν στο σπίτι της, με άγχος η Λενιώ προσπαθούσε να προμηθευτεί τις πρώτες ύλες που χρειαζόταν αφού έπρεπε να καλλιεργείς το μπαλκονάκι της κάποια και άλλα να τα μαζεύει μόνη της όπου ήξερε ότι υπήρχαν. Όταν άρχισε το Γυμνάσιο η Χαρά η φήμη των όσων έφτιαχνε η Λενιώ την ακολούθησε και, εκεί. Τα χρήματα που έβγαζε ήταν αρκετά και άρχισε να σκέπτεται με τη παρότρυνση της Μαίρης να το..επισημοποιήσει με νόμιμα μέσα. Μέρες έτρεχαν από γραφείο σε γραφείο, στοίβες τα δικαιολογητικά , τέρας η γραφειοκρατία. Στο τέλος έδειξε με καμάρι στη Χαρά και τη Μαίρη περήφανα την κορνιζαρισμένη άδεια να τα παρασκευάζει. Έτσι πέρασαν κάποια χρόνια  και είδε τη πελατεία της να γίνεται όλο και πιο μεγαλύτερη. Λες και έφυγαν 10 χρόνια από τη πλάτη της, ξανάνιωσε η Λενιώ, γέμισε αυτοπεποίθηση και δημιουργία. Συγχρόνως μυούσε από  μικρή τη Χαρά στα μυστικά της βάζοντας την να λειώνει τα άνθη, να μετράει τις σταγόνες των υγρών και να μαθαίνει τις αναλογίες των υλικών. Από το πρώτο χρόνο κιόλας το μικρό δωμάτιο που είχε φτιάξει για τις πρώτες της δημιουργίες έγινε παρελθόν. Με τη βοήθεια της Μαίρης νοίκιασε αργότερα ένα μαγαζάκι δίπλα σχεδόν από το σπίτι της έστω και αν ο άνδρας της Μαίρης την συμβούλευε να πάει σε μεγαλύτερη αγορά.
-Θέλω να είμαι κοντά στο παιδί έλεγε!
 Όταν της βρέθηκε η ευκαιρία να πάει σε μεγαλύτερο λίγα χρόνια μετά πάλι το ίδιο είπε στη Μαίρη.
-Ποιο παιδί καλέ..της φώναζε η Μαίρη, ο «παιδί» θα γίνει φοιτήτρια, δίνει εξετάσεις και είμαι σίγουρη για το αποτέλεσμα. Μόνον οι δικοί μου οι μαντράχαλοι χρειάστηκα 2 και 3 φορές να ξαναδώσουν!
Η Λενιώ βούρκωνε από υπερηφάνεια όταν σκεπτόταν τη Χαρά της. Διάβαζε όλη μέρα χωρίς καν να την ενοχλήσει με παράπονα, αρνήθηκε τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα στα μαθήματα . Πάντα με το χαμόγελο στο πανέμορφο προσωπάκι της έβρισκε παρόλα αυτά και χρόνο να την βοηθήσει στο μαγαζί. Την αγκάλιαζε στοργικά από τη μέση και της ψιθύριζε στο αυτί:
-Είμαι περήφανη για σένα μανούλα μου!
Έλειωνε η Λενιώ και δούλευε αδιάκοπα για να της στρώσει το δρόμο στο μέλλον της με λουλούδια όπως έλεγε χαριτολογώντας. Θυμήθηκε κλαίγοντας όταν την άκουσε να της αναγγέλλει τη σχολή που διάλεξε:
-Χημικός μαμά , μου αρέσει η Χημεία και θα μας βοηθήσει στη δουλειά σου που θα γίνει και δουλειά μου αν θες.
-Ότι εσύ θέλεις γλυκιά μου, η δουλειά είναι σαν το γάμο, αν δεν είσαι ευτυχισμένη μέσα σε αυτόν καλύτερα να κλείσεις τη πόρτα πίσω σου.
-Αφού δεν παντρεύτηκες καλέ  μαμά πως ξέρεις από γάμους, της ..ξέφυγε της Χαράς και αμέσως δάγκωσε τη γλώσσα της .
Μα η Λενιώ ξεπέρασε την παρατήρηση της γελώντας.
-Έχω φαντασία γλυκιά μου απλά κανείς δεν τόλμησε να την βάλει δίπλα του!
Η Χαρά πράγματι πέρασε και μάλιστα εκεί που ήθελε , στην Αθήνα κοντά της και χωρίς να το ξέρει με τις σπουδές της έβαλε το νερό στο κατάλληλο αυλάκι για το μέλλον της. Πανέξυπνο κορίτσι μα συγχρόνως προσγειωμένο γράφτηκε συγχρόνως σε μαθήματα μάρκετιγκ και οργάνωσης επιχειρήσεων απλά και μόνο γιατί ήξερε τι ήθελε. 
Με δυσκολία η Λενιώ και η Μαίρη την πίεζαν να βγαίνει με τους συμφοιτητές της , να συμβαδίσει με τους ανθρώπους της ηλικίας της. Της γκρίνιαζε η νονά της η Μαίρη συνέχεια και της μίλαγε με την τσιριχτή της φωνή:
-Ήταν να μοιάσεις στη μάνας σου και σ΄αυτό;  Κάτι από τη νονά σου δεν πήρες που τύλιξε τον άνδρα της στη ποδιά της νωρίς νωρίς;
Γέλαγε η Χαρά και τους έκαμνε το χατίρι κάποιες φορές περισσότερο για να διασκεδάσει με τις ερωτήσεις τους όταν γύριζε και τις έβλεπε και τις δύο να ξενυχτούν δήθεν για ταινία στη τηλεόραση .
Η Λενιώ και η Μαίρη,  αδελφές ίσως περισσότερο παρά φίλες, το είχαν αποδεχθεί όλοι το δέσιμο τους και τις είχαν σαν παράδειγμα.
Λένε ότι κάποιες φορές η μοίρα η ίδια ζηλεύει την ευτυχία και σαν το κακότροπο παιδί αρπάζει από κάποιον ότι πολύτιμο έχει, ότι τον στηρίζει.
Όταν ο καρκίνος χτύπησε τη Μαίρη ο κόσμος της Λενιώς θαρρείς γκρεμίστηκε μαζί με την δύναμη της. Σαν το βρεγμένο στάχυ γονάτισε από τον αγέρα , σαν τη μαργαρίτα ξεφυλλίστηκε  από το χέρι του πόνου της αρνούμενη να αποδεχθεί το χαμό της. Η Μαίρη που έμπαινε στο χώμα δεν μπορούσε να είναι η δική τη Μαίρη, ο φύλακας των μυστικών της ζωής της, το δεκανίκι της δικής της αδυναμίας στο παρελθόν. Κλείστηκε στο δωμάτιο της βυθισμένη στη σιωπηλή έκφραση πόνου, έτσι θρήνησε το μωρό που έχασε, έτσι αποχαιρέτησε το Νίκο από τη ζωή της. 
Η Χαρά προσπάθησε στην αρχή με το καλό και μετά με το δήθεν άγριο να τη συνεφέρει  όμως κατάλαβε ότι έπρεπε να την αφήσει να βγει μόνη της από εκεί που χώθηκε , να θρηνήσει όπως εκείνη ήθελε.  Ήταν δυνατή η Λενιώ, το ήξερε αυτό πια καλά , απλά ήθελε το χρόνο της όπως τον ήθελε και η Χαρά για να επεξεργαστεί στο μυαλό και τη καρδιά της τα όσα είχε μάθει λίγο πριν πεθάνει η νονά της.
Ήταν λίγες μέρες πριν σβήσει η Μαίρη όταν η Χαρά την επισκέφτηκε στη κλινική που νοσηλευόταν . Ήταν καιρός που η Χαρά ήθελε να κάνει αυτή τη συζήτηση που όμως δεν τολμούσε ποτέ να αρχίσει γιατί απλά δεν ήθελε κανείς να πληγωθεί από αυτούς που αγαπούσε.
Η Μαίρη της έπιασε το χέρι και της το χάιδεψε με το σκελετωμένο πια δικό της.   Την κοίταξε και μετά της είπε με αδύναμη όμως σταθερή φωνή:
-Έλα..πες αυτό που θες να πεις αγαπημένη μου βαφτισιμιά, το ξέρω, τα νοιώθω στο τρόπο που ανασαίνεις και ξέρω ότι ήρθε η ώρα, η μεγάλη ώρα και για τις δυο μας. Εγώ θα ..φύγω, εσύ θα μείνεις και θέλω να ξέρω φεύγοντας ότι θα πάρεις τη θέση μου δίπλα της. Βλέπεις παιδί μου πολλές φορές οι δυνατοί χάνουν το φως της δύναμης τους και χρειάζονται δίπλα τους ένα χέρι απλωμένο..για πάντα.
-Νονά μου δεν είμαι παιδί πια, είχα πάντα απορίες για την..ύπαρξη μου, ένοιωθα το μυστικό και αισθανόμουν το αόρατο πέπλο προστασίας γύρω μου. Πιστεύεις ότι δεν αναρωτήθηκα ποτέ για τη φράση «αγνώστου πατρός» που υπάρχει στα πιστοποιητικά μου; Λες να πίστεψα το θάνατο εκείνης που με γέννησε και το πώς είναι γραμμένο το όνομα της Λενιώς  σαν μητέρα μου; Θέλω κατ’ αρχάς να σου ορκιστώ ότι αδιαφορώ ποιανού παιδί είμαι, το μόνο που ξέρω ότι μάνα μου και πατέρας μου  είναι η Λενιώ κι αυτό τίποτε δεν θα το αλλάξει. Όμως δικαιούμαι την αλήθεια, όποια και να είναι από το να φτιάχνω μόνη μου τις χειρότερες εκδοχές του παραμυθιού. Το παρελθόν ίσως κάποτε μου..χτυπήσει τη πόρτα νονά και θέλω πίστεψε με να είμαι προετοιμασμένη γι’ αυτό  με την αλήθεια. 
Δεν θα σε πιέσω να μου πεις, ούτε θα σε κατηγορήσω αν δεν το κάνεις. Θα σε παρακαλέσω όμως να σκεφτείς και την δική μου πλευρά και να μου απαντήσεις , θα είναι το δικό μας μυστικό νονά, θα μείνει ανάμεσα σε μένα και σε σένα.
Η Μαίρη της χαμογέλασε αχνά και άρχισε να της μιλάει χωρίς καμία πίεση λες και περίμενε αυτές τις στιγμές μια ζωή. Όταν τελείωσε άφησε το κορμί της να αναπαυτεί στο λευκό κρεβάτι και ένοιωσε επιτέλους πιο ελαφριά στη ψυχή και ότι έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει..
Η Χαρά την αγκάλιασε δακρυσμένη, μέσα της υπήρχε σαν παραμύθι η ζωή της Λενιώς, η μάνα που έφυγε χωρίς να την δει καν, ο πατέρας που δεν ήθελε ούτε να αντικρίσει .
Η μορφή της Λενιώς έγινε ακόμα πιο λαμπερή μέσα της και αφού φίλησε τη νονά της με ένα θερμό φιλί έφυγε ανάλαφρα για το σπίτι της κρατώντας μέσα στη ψυχή της μόνο την αγάπη που της έδωσαν αυτές οι δύο γυναίκες.
Δύο μέρες μετά κρατούσε τη μητέρα της στο νεκροταφείο στηρίζοντας την  για να αποχαιρετήσουν τη Μαίρη και κοιτώντας ψηλά στον ουρανό κάποια στιγμή ορκίστηκε ότι το μυστικό θα θαβόταν μαζί με  τη Μαίρη εκείνη την ημέρα.
















Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

33η συνέχεια



Η Χαρά έγινε η χαρά της Λενιώς, φώτισε τον κόσμο της, της έδωσε ζωή εκεί που υπήρχε μόνο η συγκαταβατική αποδοχή της σε αυτήν. Το μικρό σπιτάκι έγινε λίκνο μιας συνύπαρξης δύο πλασμάτων που το ένα έπαιρνε τα πάντα από το άλλο. 
Στο χωριό πίστεψαν την ιστορία γύρω από τη παρουσία αυτού του παιδιού και μάλιστα πολλές φορές όσοι την έβλεπαν να ψωνίζει κάτι έχοντας στην αγκαλιά της το μωρό της έλεγαν με συμπόνια:
-Αχ! Κυρά Λενιώ πόσο το αγαπάς, τι θα γίνει όταν το πάρει ο πατέρας του και σου το στερήσει;
Εκείνη χαμογελούσε και τους απαντούσε δήθεν με καρτερία:
-Ε! ότι πει ο Θεός , μπορεί να βρει κάποια σε κάποιο λιμάνι και να μας ξεχάσει, άλλωστε αραιά και που μας παίρνει τηλέφωνο να ρωτήσει για τη Χαρά.
-Α! Κακό χρόνο να έχει ο γρουσούζης, ο άπονος..σίγουρα κάποια έχει σε λιμάνι και το βλέπει για φόρτωμα το αγγελούδι.. Ο πρώτος ή ο τελευταίος θάναι θαρρείς… ουυυυ να μου χαθεί . Λειτούργημα κάνεις κυρά μου..λειτούργημα.
Η Λενιώ ανακάλυπτε μέσα της μία άλλη Λενιώ που μπάλωνε με το ένα ψέμα το άλλο χωρίς καν να κοκκινίζει όπως παλιά.
Οι μέρες, οι μήνες περνούσαν και η βάπτιση έπρεπε να γίνει όμως η Λενιώ σκεπτόταν ότι ο ιερέας του χωριού θα έβλεπε το πιστοποιητικό και το όνομα της δίπλα στη φράση «αγνώστου πατρός». 
Συνεννοήθηκε με τη Μαίρη και αποφάσισε να γίνει η βάπτιση στην Αθήνα στη γειτονιά της και έτσι ταξίδεψε σε λίγες εβδομάδες για πρώτη φορά μετά από χρόνια στη μεγάλη πόλη και στις αναμνήσεις που της έφερνε στο νου. Κάποιες στιγμές μέσα στο Κυκεώνα των σκέψεων και των φόβων της σκεπτόταν  τι θα έκανε αν κάποια κακή συγκυρία την έφερνε μπροστά στην Ελπίδα. Τότε έσφιγγε την Χαρά επάνω της και προσπαθούσε να ξεχάσει τους φόβους της στο χαμόγελο της μικρής.
Μετά τη βάπτιση της μικρής στο σπίτι της Μαίρης το βραδάκι μισοξαπλωμένες στις δύο άκρες του καναπέ έλεγαν..έλεγαν… και τι δεν έλεγαν.
-Μαίρη το μυαλό μου πλέον πάει μακριά..δεν είμαι μόνη..έχω μία κόρη πια και είμαι μεγάλη, θα μπορούσα σίγουρα να ήμουν γιαγιά της. Κάποτε θα μεγαλώσει και θα το σκεφτεί μόνη της, ακόμη σκέπτομαι το θέμα του πιστοποιητικού, τι θα γίνει στο μικρό σχολείο του χωριού μας; Τα έχω περάσει Μαίρη μου, δεν υπάρχει πιο σκληρή ματιά από εκείνη που σε κοιτάζει και επάνω της φέρνει την ετικέτα «μπάσταρδο» . Χμ!..γέλασε με πόνο η Λενιώ, το άκουγα αμέτρητες φορές στα δρομάκια του χωριού, στο σχολείο, στα μαγαζιά που αγόραζα για τη μάνα μου ψωμί και τρόφιμα. Αποφάσισα κάποια στιγμή όταν μεγαλώσει να της πω την αλήθεια όλη, όπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Το ψέμα και η αλήθεια είναι βαρύτερα όταν τα μαθαίνεις από ξένα χείλη και από λάθος ψυχές.
-Καλά θα κάνεις Λενιώ μου, έτσι πρέπει, είμαι σίγουρη ότι η Χαρά αφού την μεγαλώνεις εσύ θα γίνει αντίγραφο σου και θα καταλάβει με το σωστό τρόπο ότι της πεις. Προς το παρόν το άλλο πρόβλημα που είπες είναι το πιο σοβαρό, λυπάμαι όμως με αυτό το παιδί άλλαξε..θα αλλάξει.. η ζωή σου. Λενιώ μου πρέπει να πάρεις την απόφαση που πήρες πριν πολλά χρόνια φεύγοντας ..πρέπει να φύγεις ..ξανά γλυκιά μου και ξέρω ότι αυτό θα σου κοστίσει πολύ.
-Το σκέφτηκα κι εγώ , στριφογυρίζει τις νύχτες στο μυαλό μου .Ευτυχώς η μέχρι τώρα ζωή μου ήταν τόσο μετρημένη που έχω κάποια χρήματα στην άκρη. Είναι και όσα μου άφησαν οι θετοί γονείς μου , να τους έχει καλά ο Θεός εκεί δίπλα Του, μακάρι να ζούσε ο παπά Μανώλης..θα ήταν η ασφάλεια μου όπως πάντα.
-Τότε πρέπει να δρομολογήσουμε τη ζωής σου εδώ, θα βρω ένα μικρός σπιτάκι οικονομικό εδώ κοντά μου, θα δυσκολευτείς ίσως να συνηθίσεις ξανά μα εσένα δεν σε φοβάμαι. Θα έχεις εμάς δίπλα σου, στήριγμα σου, τη δική μου οικογένεια, τα αγόρια μου μεγάλωσαν η Χαρά θα γίνει κάτι σαν..παιχνιδάκι εδώ για μας. Καημό το είχε ο άνδρας μου για ένα κορίτσι, νάτο..θα το έχει στα πόδια του λοιπόν!
Αγκαλιάστηκαν και τα χρόνια που πέρασαν από επάνω τους θαρρείς εξαφανίστηκαν και γύρισαν πίσω..στα βράδια που αγκαλιασμένες έλεγαν τα νεανικά τους προβλήματα μετά τη δουλειά γελώντας και σχολιάζοντας  το, κάθε τι.
Όλα έγιναν τελικά όπως τα σχεδίασαν εκείνο το βράδυ! Η Λενιώ αποχαιρέτησε το χωριό και τη ζωή της εκεί κλειδώνοντας τη ξύλινη πόρτα πίσω της και παίρνοντας μόνο τη πολυθρόνα της μαζί και τα λίγα προσωπικά της αντικείμενα. 
Η Χαρά περπατούσε ήδη και η λέξη «μαμά» που της βροντοφώναξε ένα πρωινό  έκανε τη Λενιώ να κλαίει σαν μωρό ώρες ολόκληρες όποτε το θυμόταν. Το διαμέρισμα ήταν σχεδόν ένα δρόμο δίπλα από της Μαίρης, ευχάριστο με ένα ευρύχωρο μπαλκόνι που ο άνδρας της Μαίρης το έκλεισε « για καλό και για κακό» όπως είπε με προστατευτικό πλέγμα. Δυσκολεύτηκε η Λενιώ είναι αλήθεια αν προσαρμοστεί στη πόλη ξανά, της έλειπε ο κήπος, τα αηδονάκια που της τραγουδούσαν τα πρωινά, ο καθαρός αέρας και ..τ’ αστέρια που τα βράδια χάζευε καθισμένη στο πέτρινο παγκάκι της αυλής της. Κάποιες στιγμές έλεγε στον εαυτό της: « θα γυρίσω..» μα ήξερε ότι αυτό δεν θα γινόταν ποτέ.
Η Χαρά πήγε σχολείο, η Χαρά μεγάλωνε, η Χαρά έπαιρνε βαθμούς, έσβηνε κεράκια σε τούρτες που της έφερναν οι νονοί της και τα βράδια, κάθε βράδυ αγκάλιαζε τη Λενιώ και της έλεγε δυνατά: « -Μαμά μου σ’αγαπώ !».
Ότι φοβόμαστε κάποια στιγμή έρχεται απέναντι μας και στο χέρι μας, στις επιλογές μας είναι αν θα σταθούμε δυνατοί μπροστά του ή θα σκύψουμε το κεφάλι και θα χαθούμε στο πέρασμα του. 
Ήταν σχεδόν 10 ετών η Χαρά όταν γυρίζοντας από το σχολείο την ρώτησε έτσι..ξαφνικά και σκληρά:
-Μαμά γιατί δεν έχω μπαμπά σαν τη φίλη μου τη Σταυρούλα; Έχει πεθάνει; Και γιατί μοιάζεις σαν τη γιαγιά της και όχι σαν τη μαμά της; Εγώ σε βρίσκω πανέμορφη όμως στεναχωριέμαι όταν με ρωτούν αν είσαι η γιαγιά μου. Έχω γιαγιά;
Στέγνωσε ο λαιμός της Λενιώς, έφυγε το έδαφος από τα πόδια της και να ..ξάφνου απέναντι της το «πικρό ποτήρι» και έπρεπε να το πιει παρακαλώντας να βγει ζωντανή και όρθια από τη δοκιμασία . Πήρε ανάσα, τράβηξε κοντά της τη μικρή και την αγκάλιασε σφιχτά.
-Μεγάλωσες Χαρά μου , όχι αρκετά όμως ..μεγάλωσες και πρέπει να σου πω πάλι ένα παραμύθι που σου το φύλαγα για αυτή της στιγμή, μία ιστορία πλασμένη από αγάπη και ..αγάπη… και αγάπη!
-Παραμύθι μαμά; Τι με πέρασες μωρό;
-Άσε με να σου το πω γλυκιά μου γιατί έτσι θα μάθεις ότι η ζωή μας πολλές φορές είναι σαν ένα παραμύθι που το τέλος το φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι όπως το θέλουμε.
Μια φορά και ένα καιρό λοιπόν Χαρά μου μία σκοτεινή νύχτα στο σπίτι μου στο χωριό όπου γεννήθηκες χτύπησε η πόρτα μου δυνατά..τακ! τακ! Μία πανέμορφη κοπέλα μπήκε μέσα και μου ζήτησε να ξεκουραστεί και να την βοηθήσω γιατί..μέσα στη κοιλίτσα της είχε ένα μικρό θαύμα..ένα μωράκι που είχε έρθει η στιγμή να βγει στη ζωή, βιαζόταν γλυκιά μου! Το μωράκι ήσουν εσύ κοριτσάκι μου κι εγώ σε κράτησα στην αγκαλιά μου πρώτα και σε κοίταξα πριν από εκείνη. Μετά μου είπε ότι ο άνδρας της και πατέρας σου είχε χαθεί στη θάλασσα με το καράβι του που ήταν καπετάνιος και πήγε ψηλά στον ουρανό πριν προλάβει να μάθει ότι είχε εσένα . Η μανούλα εκείνη … η πραγματική σου μανούλα .. αρρώστησε βαριά , σε έβαλε στην αγκαλιά μου και μου ζήτησε να γίνω εγώ η δική σου μαμά. Εκείνη έπρεπε γλυκιά μου να… φύγει..μακριά.. να βρει το πατέρα σου που τον..αγαπούσε πολύ . Λοιπόν  πέταξε ψηλά στον ουρανό και μου είπε πριν φύγει ότι ο καλός Θεός όταν φεύγει μία μανούλα δίνει αμέσως μία άλλη στη θέση της, μια δεύτερη μαμά..
Φτερούγισε η καρδιά της Λενιώς περιμένοντας την αντίδραση της μικρής. Είχε παντρέψει το ψέμα με την αλήθεια απελπισμένα  σχεδόν παρανοϊκά παραμυθένια ελπίζοντας.. ελπίζοντας να μπορέσει να περάσει το κύμα που την χτύπησε και να βγει όρθια.
Η μικρή την κοίταξε χωρίς να μιλήσει αμέσως, το κορμάκι της έμεινε ακίνητο στην αγκαλιά της και μόνο το χεράκι της έσφιξε περισσότερο το δικό της.
-Δηλαδή εσύ είσαι η μαμά που μου έστειλε η πρώτη μου μαμά, έτσι;
-Ναι γλυκιά μου και σε αγάπησα πάρα πολύ γιατί δεν είχα η καημένη παιδάκι και χάρηκα που μου έστειλε η μαμά σου και ο καλός Θεός εσένα για να γίνεις το παιδάκι μου.
-Σάγαπώ μαμά, δεν πειράζει που σε λένε γιαγιά μου, εγώ σ’ αγαπώ και όποια μου ξαναπεί κάτι για σένα θα της δώσω..μπουνιά!
Γέλασε μέσα στα δάκρυα και την αγωνία της η Λενιώ, την έσφιξε δυνατά πάλι και της φίλησε τα μακριά μαλλιά της δεμένα  με τα όμορφα κοκκαλάκια που της αγόρασε πρόσφατα η Μαίρη.
-Όχι γλυκιά μου, δεν χτυπάμε κανένα απλά θα χαμογελάς και θα λες ότι η δική σου μαμά είναι ..λιγάκι..λιγάκι μεγαλύτερη από τις δικές τους!
Το βράδυ εκείνο όταν πια η Χαρά κοιμόταν στο δωμάτιο της η Λενιώ έπεσε στα γόνατα μπροστά στο εικόνισμα του Άγιου της και έκλαψε με όλη της τη ψυχή ζητώντας βοήθεια στο δρόμο που άνοιξε σήμερα με την ιστορία της και συγνώμη για το ψέμα της . Ήξερε ότι αυτό ήταν η αρχή, ότι το παιδί θα μεγάλωνε και η λογική του θα ζητούσε απαντήσεις πέρα από αυτή τη..πρόχειρα σκηνοθετημένη που της σέρβιρε. Έπρεπε να είναι έτοιμη και δυνατή για όλα, αυτό δεν είναι μάνα;..να πολεμάει με νύχια και με δόντια για το παιδί της;
Η Χαρά δεν την ρώτησε ΠΟΤΕ ξανά ..δεν της ξαναμίλησε για το τι λέγανε οι φίλες της γι’ αυτήν και όσοι την γνώριζαν. Μάλιστα έδειχνε περήφανη για εκείνη κάθε φορά που ερχόταν στο σχολείο με τους γονείς και κολλούσε επιδεικτικά επάνω της κρατώντας την από το χέρι.
 Η Χαρά μεγάλωνε μαζί με τη Λενιώ και γινόταν αντίγραφο της στους τρόπους και στα συναισθήματα όπως ακριβώς είχε μελετήσει η Μαίρη. Καλή μαθήτρια ,πρόθυμη, ευγενική, πάντα προσέχοντας  τις απαντήσεις της, φιλική με όλους και με διακριτικότητα στους τρόπους της.. Έγινε το παράδειγμα στις μανάδες των φιληνάδων της , η αγαπημένη των καθηγητών και το παράξενο ήταν ότι δεν τράβηξε τη ζήλια καμίας  φίλης της για όλα αυτά. Ίσως γιατί είχε πάντα τη συγκαταβατική στάση της Λενιώς, τη προθυμία της να ..ακούει, να συμβουλεύει με προσοχή και με καλή διάθεση, η Χαρά έγινε πράγματι η κόρη της , το παιδί της, το κομμάτι από εκείνη την ίδια.
Η Λενιώ αν ήξερε περισσότερο τη ζωή θα φρόντιζε να οπλίσει τη Χαρά με ότι εκείνη δεν είχε  ποτέ , θράσος, .. ευελιξία ,πονηριά, επιφυλακτικότητα και σκληράδα ψυχής.          








Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

32η συνέχεια

32η συνέχεια
………………………………………………………………………………………………………………..
Η Μαίρη Γραμματικοπούλου σε όλο το γυρισμό μέσα στο αυτοκίνητο σχεδίαζε ήδη τις επόμενες κινήσεις της. Η Λενιώ ήταν γι’ αυτήν κάτι σαν αδελφή με φίλη μαζί, αν και η γνωριμία τους έγινε στην αρχή επαγγελματικά γρήγορα μπόρεσε να ανακαλύψει το διαμάντι μέσα στο φτωχό περίβλημα.
 Όταν η Λενιώ έχασε το παιδί της, όταν η στάση της απέναντι στην αμέτοχη παρουσία του Νίκου στο πρόβλημα την διέλυσε η Μαίρη βρέθηκε ακόμα πιο κοντά της. Την θαύμασε για την δύναμη να απαρνηθεί την αγάπη της για το καλό του, οργίστηκε μαζί της μα την θαύμασε. Μετά η συγκατοίκηση  τους στο σπίτι που τις έδεσε όσο περισσότερο γινόταν, εκεί που ανακαλύπτεις το πραγματικό χαρακτήρα κάποιου. Την αγάπησε, την εκτίμησε, την θαύμασε όταν ξεκίνησε μία νέα ζωή στο..πουθενά. Φύλαγε  ακόμα τα γράμματα που της έστελνε από το χωριό και της εξιστορούσε τον αγώνα της να σταθεί ξένη ανάμεσα σε αγνώστους γεμάτους επιφυλακτικότητα και διάθεση να βρουν ψεγάδι σε κάθε πράξη της. Την είδε τελικά να επικρατεί με σύνεση και την υπομονετική συμπεριφορά της σε σημείο που να γίνει η «γιάτρισσα» όπως την φώναζαν χωρίς να φανερώσει καν το παρελθόν της. Ζούσε τόσα χρόνια όπως ακριβώς το θέλησε, ήσυχα, διακριτικά, ήρεμα βοηθώντας και με ελάχιστη εικονική σχεδόν ανταμοιβή σε όσα έκανε στο χωριό.
 Η Μαίρη σκέφτηκε ότι τώρα την χρειαζόταν όσο ποτέ και..ναι… θα την βοηθούσε να κάνει έστω και αργά το όνειρο της, να γίνει μάνα σε ένα παιδί έστω και αν η ίδια δεν συμφωνούσε με αυτό. Το βράδυ γυρίζοντας σπίτι αγκάλιασε με  το βλέμμα και τη ψυχή της την δική της ευτυχία και το..ανάκατο σπίτι που της έφτιαξαν . Σιάζοντας  χαμογέλασε , φίλησε τον άνδρα της στο κρεβάτι, έλεγξε τα αγόρια στο δωμάτιο τους και σκέφτηκε ότι εκείνο που είναι πλούτος στη ζωή είναι όλα αυτά που είχε εκείνη.
Το πρωί έφυγε βιαστική , αποφασισμένη για μάχη , έκανε το σταυρό της για… καλού κακού στο εκκλησάκι της κλινικής και ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια. Οι νοσοκόμες την χαιρετούσαν με σεβασμό , οι γιατροί με ευγένεια και πρωινά πειράγματα καθώς τους έδινε τα προγράμματα τους και αφού έκανε μαζί τους τη πρωινή επίσκεψη στους ασθενείς περίμενε με αγωνία την ώρα του διαλείμματος τους.
Πρόσεξε κανείς να μην ενοχλήσει το γιατρό Ευθυμιάδη την ώρα εκείνη και χτυπώντας διακριτικά άνοιξε τη πόρτα του ιατρείου του. Άνοιξε και μπήκε σιωπηλά μέσα και στάθηκε μπροστά του ενώ η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα και η ψυχή της μέσα της έλεγε:- κουράγιο!
Εκείνος σήκωσε τα μάτια του και της χαμογέλασε , πάντα ήταν περισσότερο ευγενικός και διακριτικός μαζί της, ίσως γιατί  του  θύμιζε κάτι που είχε από καιρό κρύψει από τη συνείδηση του.
-Μαίρη υπάρχει κάτι ; Συμβαίνει κάτι σε ασθενή;
-Προσωπικό το θέμα γιατρέ και ελπίζω όλα όσα πούμε να έχουν το επιθυμητό τέλος. Ήρθα αποφασισμένη να σας ζητήσω κάτι και το ίδιο αποφασισμένη να μη δεχθώ άρνηση.
Τον είδε να ξαφνιάζεται από το τόνο της , ανασηκώθηκε , έκανε μία κίνηση δυσαρέσκειας μα κάτι από το ύφος της Μαίρης τον πάγωσε.
-Θα τα πω γρήγορα, συνοπτικά γιατρέ γιατί επείγει η λύση σε ότι πούμε. Χθες συνάντησα τη Λενιώ..την..γνωστή μας Λενιώ, τη φίλη μου , την αδελφή μου καλύτερα, την παλιά μνηστή σας , εκείνη που έχασε το παιδί σας, εκείνη που σας άφησε ελεύθερο για τη δική σας ευτυχία. Η Λενιώ που σας αγάπησε όσο τίποτα, που περίμενε ενδόμυχα να παλέψετε γι’ αυτήν , τη Λενιώ που τόσα χρόνια ξεχάστηκε όπως ξέρω. Επιτρέψτε με να σας πω μία ιστορία και θέλω να με ακούσετε προσεκτικά.
Η Μαίρη κάθισε στη καρέκλα απέναντι του και απολαμβάνοντας την ένοχη λάμψη συνείδησης στα μάτια του άρχισε να εξιστορεί τη χθεσινή συνάντηση της με τη Λενιώ. Δεν πήρε ούτε ανάσα, δεν ήθελε να την διακόψει σε κάτι και όταν τελείωσε ανάμεσα τους βασίλεψε η σιωπή για λίγο.
-Εγώ τι μπορώ να κάνω σε ότι μου είπες Μαίρη; Πάντα θα θυμάμαι τη Λενιώ και ναι..έχεις δίκιο είναι ένα αγκάθι η σκέψη της στη ψυχή μου όταν ξυπνάει ο παλιός Νίκος μέσα μου, όμως δεν καταλαβαίνω τι μπορώ να κάνω, τι σχέση έχω εγώ εδώ.
-Είστε η μόνη λύση γιατρέ μου, τα σκέφτηκα όλα, ένα πιστοποιητικό γέννησης υπογεγραμμένο από εσάς και το πρόβλημα της Λενιώς βρίσκει λύση. Τόπος γέννησης οικία, χωριό, περιοχή αγροτική.
-Τρελάθηκες; Με τι θράσος μου ζητάς κάτι τέτοιο , ποια είσαι που τολμάς να μου ζητάς αυτό το..ποινικό αδίκημα. Μπορώ να εισηγηθώ μέχρι και την απόλυση σου και θα χάσεις τα πάντα ακόμα και τη σύνταξη σου.
Η Μαίρη αντί να φοβηθεί ένιωσε την οργή να την πλημμυρίζει και σαν το φίδι που του πάτησαν την ουρά του έδειξε τα δόντια της.
-Εννοείτε το..ποινικό αδίκημα που διαπράξατε πριν 2 χρόνια σε εκείνη τη μικρή που ξεγεννήσαμε και  δώσατε το μωρό στη κυρία του διπλανού δωματίου και υπογράψατε με άλλο όνομα μητρός το πιστοποιητικό; Η μήπως..αν θυμάμαι καλά πριν 6 μήνες το λάθος που κάνατε στην αγωγή και κόντεψε να πεθάνει η ασθενής αφού της αφαιρέσατε μήτρα αχρηστεύοντας την σαν γυναίκα. Δηλώσατε ρήξη μήτρας λόγω όγκου και βάλατε αποτέλεσμα βιοψίας άλλο..Να συνεχίσω γιατρέ ; Μήπως τα δεκάδες φακελάκια; Εγώ η ίδια σας παρέδωσα αρκετά. Αυτό εννοείτε όταν λέτε ότι σας ζήτησα ποινικό αδίκημα; Ποιος από τους δυο μας θα απολυθεί και ποιος θα γίνει ρεζίλι και διασυρμός στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις. Α! και μη σκεφτείτε να το πείτε σε συναδέλφους γιατί για  τους  περισσότερους έχω κάποιο ράμμα για τη γούνα τους.
-Με εκβιάζεις λοιπόν;
-Απλά σας υπενθυμίζω το πώς φθάσατε μέχρις εδώ αφού το τι κάνατε στη Λενιώ και τι της οφείλετε δεν σας έφθανε.
Σταμάτησε  ξεφυσώντας , έτρεμε από το θάρρος που βρήκε να πει όλα αυτά μα ήταν κάποιο βάρος που είχε από χρόνια μέσα της και τώρα δεν άντεχε να τον βλέπει να το παίζει αγνός. Για τη Λενιώ θα έκανε τα πάντα για να τη βοηθήσει να κυνηγήσει το όνειρο της. Το βάρος βάρυνε κι εκείνη και τις περισσότερες αδελφές που κατά καιρούς παίρνουν μέρος σε τέτοιες συγκαλύψεις. Δεν ήταν αθώα και άσπιλη η Μαίρη ,πάντα ένοιωθε το Πάσχα βλέποντας ταινίες του Θείου Δράματος σαν το Πόντιο Πιλάτο που έπλενε τα χέρια του από την ενοχή.
Είδε το πρόσωπο του Νίκου να μελανιάζει από οργή και πανικό, ήξερε ότι όλα ήταν αλήθεια και είχε καταλάβει  ότι η Μαίρη ήταν αποφασισμένη να διεκδικήσει την απόφαση του για βοήθεια εδώ και τώρα θυσιάζοντας πολλά..
-Άσε με να το σκεφτώ, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του.
-Λυπάμαι, δεν υπάρχει χρόνος άλλωστε είναι κάτι που το έχετε ξανακάνει και δεν θα χρειαστεί ούτε καν να δείτε τη Λενιώ. Εγώ θα τακτοποιήσω τα πάντα και θα υπογράψω σαν μάρτυρας στη γέννηση ως βοηθός σας. Κύριε Ευθυμιάδη περιμένω απάντηση δεν έχω χρόνο και σε λίγο πρέπει και οι δύο να κάνουμε τη δουλειά μας.
 Θέλω ένα πιστοποιητικό υπογεγραμμένο και θα πάω στο ληξιαρχείο να το δηλώσω εγώ η ίδια.  Το παιδί θήλυ γεννήθηκε στις 12 Μαΐου πριν λίγες εβδομάδες.  Όνομα πατρός άγνωστο , μητρός Λενιώ Παπαδάκη, δεν  ίσως ξέρετε ότι ο Ιερέας και η γυναίκα του υιοθέτησαν νομικά την Λενιώ και της άφησαν την λίγη περιουσία τους μαζί με το όνομα τους . Βλέπετε γιατρέ μου ευτυχώς υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι σαν κι αυτούς που προστάτεψαν ένα κοριτσάκι κατατρεγμένο και σαν τη Λενιώ που ετοιμάζεται να δώσει σπιτικό σε ένα άλλο αντί να το πάει σε ίδρυμα.. Περιμένω γιατρέ…
Τον είδε να περνάει τα χέρια του πάνω από τα μαλλιά του και να σφίγγει μετά τις γροθιές του νευρικά. Μετά την κοίταξε με ..κακία σχεδόν μα και με απόφαση να ξεμπλέξει.
-Αύριο θα το έχεις όμως θα δηλώσουμε γέννηση εδώ, στο ιατρείο μου και θέλω υπεύθυνη δήλωση της ότι δεν ήθελε γέννα σε κλινική και θα βάλουμε ημερομηνία γέννας αυριανή , τι ρόλο παίζει η ημερομηνία …
Η Μαίρη σηκώθηκε, τα πόδια της έτρεμαν μα δεν ήθελε να φανεί η αγωνία που πέρασε. Τον ευχαρίστησε και πήγε προς τη πόρτα με στητή τη πλάτη, πριν κλείσει τη πόρτα πίσω της απλά τον κοίταξε και τα μάτια της ήταν ψυχρά και με χρώμα νίκης μέσα τους  . Μπήκε στο γραφείο προσωπικού και πήρε τηλέφωνο τη Λενιώ.
-Λενιώ μου άκουσε με καλά και μη μιλάς. Όλα πήγαν καλά, στείλε μου με τηλεγράφημα τα στοιχεία σου , θα υπογράψω εγώ την υπεύθυνη δήλωση, έχει ο γιατρός  δικό του αστυνομικό, το ξέρω. Διέδωσε στο χωριό ότι η μάνα του πήγε βραδιάτικα σε κλινική βαριά άρρωστη και θα κρατήσεις εσύ το μωρό μέχρι να γίνει καλά. Μετά από λίγο καιρό θα πεις ότι η ..ξαδέλφη σου πέθανε και ότι επειδή λείπει ο πατέρας και θα αναλάβεις εσύ το παιδί, έπειτα..βλέπουμε . 
Βέβαια θα βαπτίσω εγώ το μωρό και το μυστικό θα μείνει ανάμεσα σε σένα , σε μένα και στο..γιατρό, σου ορκίζομαι ότι ούτε ο άνδρας μου δεν θα μάθει κάτι..
Η Λενιώ έμεινε άφωνη πανικοβλήθηκε στιγμιαία, η φύση της δεν της πήγαινε σε τόσα ψέματα μα η λαχτάρα της για το παιδί της σφράγισε κάθε ενδοιασμό.
Σε μία εβδομάδα όλα είχαν τελειώσει, η Λενιώ κοιτούσε το πολύτιμο χαρτί  με δάκρυα στα μάτια και μετά το έβαλε στο εικόνισμα. Η Μαίρη συνέχισε τη δουλειά της και η στάση της απέναντι στο γιατρό Ευθυμιάδη σχεδόν αδιάφορη, όλα όσα έγιναν  μεταξύ τους ήταν λες και δεν έγιναν ποτέ.








Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

31 η συνέχεια


………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Τώρα στεκόταν χρόνια πολλά μετά από εκείνη τη μέρα στο δωμάτιο , στο σπίτι που πάλεψε να κάνει έτσι, στη ζωή που μόχθησε για να βάλει σε δρόμο ηρεμίας και ασφάλειας..
Όρθια με ένα μωρό στην αγκαλιά, ένα ξένο μωρό, ένα μωρό που κάποτε θα έδινε και τη τελευταία σταγόνα από το αίμα της για να είναι δικό της. Ήταν όμως ένα μωρό, ένα γλυκό μωρό που το πρωτοαντίκρισε πριν από όλους μάλλον  η μόνη που το κοίταξε και το χάιδεψε. Τι είναι σκέφτηκε αυτό που σε κάνει μάνα; Ο πόνος της γέννας; Το αίμα και η σάρκα που σε ενώνει; Το έσφιξε επάνω στο κόρφο της κλαίγοντας , πλησίασε το κρεβάτι που χθες ξεγέννησε τη μάνα του και βλέποντας το διπλωμένο χαρτί στο μαξιλάρι σχεδόν κατάλαβε τι θα έγραφε. Ακούμπησε ήρεμα το μωρό στο μαξιλάρι της μάνας..ας έπαιρνε τουλάχιστον κάτι από τη μυρωδιά του ιδρώτα της αφού δεν είχε την ίδια. Κάθισε δίπλα του και πήρε το χαρτί στα χέρια της. Ήταν μία σελίδα από το τέλος ενός βιβλίου, η τελευταία σελίδα..η λέξη τέλος υπήρχε επάνω του..Τα γράμματα όμορφα , ταραγμένα μα στρωτά έδειχναν ότι τα έγραψε με πλήρη συνείδηση και αποφασιστικότητα.
<<Κυρία Λενιώ δεν σας ζητώ να με συγχωρήσετε, ούτε να με δικαιολογήσετε , ξέρω απλά ότι θα κάνετε αυτό, που πρέπει γιατί σας ένοιωσα ότι πάντα αυτό κάντε στη ζωή σας. 
Το παιδί αυτό αρνήθηκα να το δεχθώ από τη στιγμή που έμαθα την ύπαρξη του, αρνήθηκα να το δω για να μη πάρω μαζί του την εικόνα του και τις ενοχές που θα μου μετέφερε. Δεν θέλω να βλέπω κάτι γύρω μου που θα μου το θυμίζει, δεν θέλω να πάρω καν τη μυρωδιά της σάρκας του. Έφυγα σχεδόν νύχτα σαν εγκληματίας, σαν  κλέφτης μα κι εμένα μου έκλεψαν τα πάντα, εγκλημάτησαν επάνω μου, δεν θέλω παρά να πάρω μαζί μου το μάθημα που μου έμαθαν και την απόφαση να ζήσω  για μένα πια..μόνο για μένα. Σας αφήνω το παιδί , δεν θα γυρίσω ποτέ, δεν θα σας ζητήσω το λόγο , δεν θα ξέρω ούτε το όνομα του.
 Για σας θα είμαι η Ελπίδα , μια κάποια ελπίδα χαμένη..εσείς θα βρείτε λύση για το μωρό είμαι σίγουρη ότι θα πράξετε το σωστό. Κρατείστε από μένα μόνο την ιστορία μου και θάψτε την μαζί με τη θύμηση μου. Απλά..ευχαριστώ.. ο Θεός ας είναι πάντα μαζί σας.>>
Η Λενιώ στάθηκε δακρυσμένη να κοιτάζει το σημείωμα, μετά από του παραθυριού το θολωμένο τζάμι έψαξε με το βλέμμα κάτι που να της έδειχνε ότι όλα ήταν ψέμα και η φιγούρα της Ελπίδας θα γύριζε πίσω. Ήξερε ότι αυτό δεν θα γινόταν , καταλάβαινε ότι αυτή τη μέρα άνοιγε μία νέα σελίδα στη ζωή της και ανατρίχιασε μέχρι την άκρη του κορμιού της γι’ αυτό που ήξερε ότι αποφάσισε.
 Πήγε στο μωρό που κουνούσε τα χείλη και τα δαχτυλάκια του, μία φωνούλα άρχισε να μισοβγαίνει δειλά. Χαμογέλασε  η Λενιώ..αυτό το μωρό δεν έκλαιγε καν όταν έπρεπε. Το πήρε προσεκτικά στα χέρια της, το πίεσε στο στήθος της να νοιώσει περισσότερο την ύπαρξη του, κοίταξε την εικόνα του Άγιου της και Του είπε:
 - Μάρτυς μου Άγιε μου , θα γίνω μάνα γι’ αυτό, θα κάνω όλα όσα θα έκανε μία μάνα… Μάρτυς μου Άγιε μου αποφάσισα να το κρατήσω , να το μεγαλώσω και να το προστατέψω από κάθε τι .
Έτσι γύρισε η σελίδα της ζωής της και οργανωτική όπως ήταν άρχισε πυρετωδώς να ψάχνει λύσεις για τη τακτοποίηση του. Την ημέρα εκείνη το φρόντισε, το τάισε, το κοίμισε και τη νύχτα ξαγρύπνησε να βρει λύσεις και νομικές δικλίδες να κάνει πράξη την απόφαση της. Αν πήγαινε στην αστυνομία το μωρό θα το έπαιρνε η Πρόνοια, να το υιοθετήσει δεν μπορούσε λόγω ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης. Έπρεπε λοιπόν να βρει μία..παράνομη λύση μα αυτό ήθελε γνωριμίες και διασυνδέσεις. 
Σαν αστραπή σκέφτηκε το μόνον άνθρωπο που εμπιστευόταν , τη φίλη της την Μαίρη, θα της έλεγε τα πάντα χρειαζόταν κάποιο πρακτικό και ανεπηρέαστο μυαλό να βρει μαζί της λύσεις. Ήξερε ότι δούλευε ακόμα και ήταν πλέον προϊσταμένη σε κλινική ιδιωτική Μαιευτική όπως παλιά. Περίμενε με αγωνία να ξημερώσει και πρωί πρωί την πήρε στο τηλέφωνο.
Δεν άκουσε ούτε τη χαρά της που την άκουγε, της έκοψε τη φλυαρία με απότομο τρόπο μα ήξερε ότι η Μαίρη θα καταλάβαινε.
-Μαίρη μου σε χρειάζομαι, πρέπει να σε δω οπωσδήποτε , έχω να σου πω πράγματα που δε λέγονται από το τηλέφωνο μα δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να έρθω εγώ κοντά σου. Μαίρη σου ζητάω πολλά μα σε παρακαλώ..έλα αυτό το ΣΚ στο χωριό, σε χρειάζομαι ..
Η Μαίρη δεν ρώτησε καν πως και γιατί απλά σιώπησε για λίγα δευτερόλεπτα και της είπε απλά μα δυναμικά όπως πάντα:
-Θα έρθω, τα παιδιά μου είναι μεγάλα πια, θα χαρούν που θα μείνουν μόνα και ο άνδρας μου θα δει σπορ με τους φίλους του στο σαλόνι με ανακούφιση που δεν θα του γκρινιάζω για τα τσιγάρα. Θα έρθω Λενιώ μου, Σάββατο πρωί με το πρώτο θα είμαι εκεί. Πες μου απλά αν θες χρήματα.
- Όχι καλή μου, δεν υπάρχει τέτοιο θέμα, εσένα χρειάζομαι και το..μυαλό σου δίπλα μου.
Μέχρι το Σάββατο της φάνηκε αιώνας και μόνο η φροντίδα του μωρού την κράτησε σε χαρούμενη διάθεση ώστε να διαχειριστεί όλα όσα οι σκέψεις και η λογική της έβαζαν εμπόδια στα σχέδια της. Όταν μία γειτόνισσα ήρθε για κάποιο πρόβλημα της ανήσυχη που δεν είχε φανεί στο χωριό δικαιολόγησε την απουσία της ότι φιλοξενούσε μία ξαδέλφη της με το μωρό της. Την κράτησε έξω από το σπίτι στο τραπεζάκι της αυλής και τη τράταρε γλυκό και καφέ όσο πιο γρήγορα μπορούσε και με χαμόγελο για να μη κινήσει τη περιέργεια της. Η Λενιώ που ήξερε μέχρι τώρα είχε χαθεί, το ψέμα ανάβλυζε σαν το νερό από το στόμα της με προσοχή στις πληροφορίες που μετέδιδε.
-Σε κρατώ έξω κυρία Μάρω γιατί η ξαδέλφη μου είναι άρρωστη από τη γέννα που έκανε και ήρθε σε μένα να τη φροντίσω αφού ο άνδρας της είναι ναυτικός. Φοβάμαι μη κολλήσει κάτι από τις επισκέψεις έτσι ευαίσθητη  που είναι  Το μωρό το φροντίζω εγώ μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Λέω να πω μια φίλη μου να τη πάει σε ειδική κλινική για ανάρρωση, θα δούμε.
-Πάντα καλή και πονετική κυρά Λενιώ μου κι εγώ ήρθα να δεις κανένα φάρμακο από αυτά που κάνεις για κάτι που έβγαλα στο δέρμα μου, να ..εδώ στο χέρι.
Σαν αστραπή μπήκε και βγήκε η Λενιώ και της έφερε το βαζάκι με το φάρμακο που έκανε θαύματα σε τέτοιες περιπτώσεις.
-Πάρτο κυρά Μαριώ και δεν θέλω λεφτά, σου χρωστώ χάρη για τα φρέσκα αυγά που μου στέλνεις με τον εγγονό σου.
Χάρηκε η γειτόνισσα, το πήρε , ευχαρίστησε με υποσχέσεις για περισσότερα αυγουλάκια και χαιρετώντας την πήρε το δρόμο για το χωριό ενώ η Λενιώ ανάσανε και κοκκίνισε με την ησυχία της για όσα ψέματα είπε.
Το Σάββατο ήρθε και μη μπορώντας να πάει στη στάση του λεωφορείου υποδέχθηκε τη Μαίρη αγκαλιάζοντας την σφιχτά με λαχτάρα στη πόρτα της αυλής της. Ξέσπασε σε κλάματα, ότι είχε μαζεμένο μέσα της ξεχείλισε σαν το νερό της βρύσης στον ώμο της. Μετά εκεί, στο πέτρινο παγκάκι του κήπου της διηγήθηκε όλη την ιστορία..
-Μωρό..μωρό..τρελάθηκες φιληνάδα; Ξέρεις τι θέλει ένα μωρό; Ρώτα κι εμένα που τα έκανα με χίλια ζόρια κοτζάμ γαϊδούρια και ευχαριστώ δεν ακούω. Μωρό;..μωρό;
Μιλήσανε πολύ,  είπανε τα πάντα, άνοιξε τη καρδιά της η Λενιώ , είπε όσα ήθελε να πει και η Μαίρη μα στο τέλος την αγκάλιασε και της είπε τρυφερά:
-Σου αρνήθηκα ποτέ κάτι φίλη μου, αδελφή μου καλύτερα. Αν εσύ λες ότι ξέρεις τι κάνεις εγώ θα σταθώ δίπλα σου, τώρα πάμε να δω το ..μικρό μπελά που μας άναψε φωτιές!
Όταν μπήκε στο μικρό δωμάτιο που είχε σαν δικό της η Λενιώ και αντίκρισε το μωρουδάκι η Μαίρη λύγισε όπως λυγίζει κάθε γυναίκα στη θεά ενός τέτοιου πλάσματος. Το πήρε στην αγκαλιά της και το κούνησε ελαφρά με τη πείρα που της έδινε τόσα χρόνια δουλειάς. 
Το κοίταζε και το μυαλό της έτρεχε σαν βολίδα σε πιθανές λύσεις. Τέτοια ήταν  πάντα η Μαίρη , δυναμική, απρόβλεπτη, χωρίς πολλές αναστολές όταν έπαιρνε κάποια απόφαση. Είχε πετύχεις τη ζωή της σχεδόν όλα λογικά όσα ήθελε. Ένα ήρεμο γάμο με ένα σύζυγο που τον έπαιζε στα δάχτυλα του χεριού της, τα δύο παιδιά της , μία καλή άνοδο σταδιακά στη δουλειά της. Ήξερε τα πάντα μέσα στη κλινική, το δεξί χέρι των γιατρών , φρόντιζε τις δουλειές τους , τα ραντεβού, τα …φακελάκια τους και άπειρες φορές κάλυπτε τα λάθη τους. Έτσι έγινε κομμάτι δικό τους, απαραίτητη γι’ αυτούς σε πολλά, σχεδόν τους φόβιζε μήπως σε κάτι δυσαρεστηθεί και ανοίξει το στόμα της.
 Αυτό σκέφτηκε η Μαίρη και ήδη σε λίγα λεπτά χωρίς να πει κουβέντα είχε κι όλας βάλει τα επόμενα βήματα σε καλό δρόμο.
-Λενιώ μου δώσε μου λίγες μέρες καιρό μόλις γυρίσω , μη με ρωτήσεις, άσε σε μένα τα πάντα και έχε μου εμπιστοσύνη σε όλα..
Την αγκάλιασε και μετά της είπε με χαμόγελο:
-Αντε τεμπέλα, φτιάξε πρωινό, άσε το μπελαλίδικο να κοιμάται και έλα να πούμε τα δικά μας όπως παλιά, θυμάσαι; Αλήθεια θέλεις νέα από τον..δικό σου; Έγινε ένα χοντρός γιατρός λεφτάς, έκανε τρία παιδιά που του τα τρώνε και μία γυναίκα που της τα ..περνάει και την έχει κάνει τάρανδο όπως λένε οι νοσοκόμες.
Η Λενιώ κοκκίνισε, τόσα χρόνια μετά έρχονταν στιγμές που η σκέψη του έμπαινε με πόνο στο μυαλό της και έκανε τα μάτια της να δακρύζουν και τη ψυχή της να γεμίζει παράπονο. Συνέχισε να την ακούει να φλυαρεί σαν τη γαλιάντρα δίπλα της, η Μαίρη..σε τίποτε δεν άλλαξε λες και τα χρόνια δεν πέρασαν από επάνω της. Απλά φαινόταν ακόμα πιο σίγουρη στον εαυτό της και η πείρα της ζωής την είχε σφραγίσει με τον αέρα της υπεροχής. Χαιρόταν γι’ αυτήν , την αγαπούσε, ήταν τελικά ο μόνος άνθρωπος που είχε.
Αποχαιρετιστήκαν το απόγευμα αργά , την φίλησε και ήξερε ότι το πρόβλημα της θα είχε καλό διαχειριστή. Αυτό της έδωσε γαλήνη, μπήκε στο σπίτι και πήρε στην αγκαλιά της το μωρό, το χάιδεψε  απαλά στο προσωπάκι με την άκρη των δακτύλων της και άρχισε να του μιλάει για χίλια δυο πράγματα λες και την καταλάβαινε. Τέλος όταν το πήρε ο ύπνος το σήκωσε απαλά και το έβαλε στο κρεβατάκι του , το σκέπασε και..
-Χαρά..θα σε ονομάσω Χαρά..γιατί μωρό μου έγινες η χαρά μου!