Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

19 η συνέχεια


Έμεινα άφωνη να τον κοιτώ λες και δεν πίστευα αυτό που αντίκριζα. Τα κλειδιά..είχε λοιπόν κλειδιά..τον έστειλε η θεία να με κατασκοπεύσει ίσως. Όμως η εικόνα του μου έδωσε ένα  χορός συναισθημάτων μέσα μου που σάρωσε τη λογική και τη σκέψη. Δεν ξέρω τώρα που το σκέπτομαι αν ήθελα να τον δω, αν ήταν η χαρά αυτό που πήρε τη θέση του ξαφνιάσματος στη παρουσία του ή αν έπρεπε ίσως να σκεφτώ πως  εισβολή του στο μικρό μου πια βασίλειο προοιώνιζε τα δόλια του Δούρειου ίππου .Όμως τώρα που η λογική περνάει πια σε πρώτη θέση στο μυαλό μου πια,  έκανα ότι δεν έπρεπε. Τον αγκάλιασα αυθόρμητα σαν ένα δικό μου άνθρωπο  κρεμάστηκα από το λαιμό του γιατί ήταν μέσα στη μοναξιά του διαμερίσματος μου η..οικογένεια μου.
Αμέσως όμως μετά τραβήχτηκα και ντράπηκα για το θέαμα που είδε μπαίνοντας. Μέσα μου ξύπνησε η εφηβική αντίδραση και τον ρώτησα με επιτέλους λίγη δυσαρέσκεια για τα κλειδιά και την απροειδοποίητη είσοδο του. Μπορεί η ξαφνική παρουσία του να γέμισε το χώρο μου  εδώ μέσα όμως σκέφτηκα με λίγο θυμό ότι αυτό με έκανε να νοιώθω τρωτή και αδύναμη .Το μέλλον που ονειρευόμουν να φτιάξω μόνη μου θα είχε πάντα τη δική τους σκιά.
-Έχετε κλειδιά; Γιατί δεν μου το είπες; Ας έπαιρνες τουλάχιστον ένα τηλέφωνο πριν .Ψέλλισα μέσα στη ταραχή των όσων ένοιωθα.
Δεν ταράχτηκε καθόλου ούτε καν έχασε το χαμόγελο του, ήταν ο Αντώνης που ήξερα ,όπως πάντα ψύχραιμος και κυρίαρχος σαν παρουσία , όμως..είχε κάτι διαφορετικό..στο βλέμμα που με κοιτούσε, στο κρυφό γελάκι στα μάτια του. Προχώρησε αργά μα με τη σταθερότητα που είχε πάντα στις κινήσεις του προς το μέρος μου . Πάντα μου θύμιζε ένα λιοντάρι η παρουσία του , είχε μία κίνηση με επίγνωση της δύναμης του και προκαλούσε στους άλλους απλά και μόνο με τη στάση του την αμηχανία της υποταγής. Έτσι και τώρα με έκανε να νοιώσω πάλι αδύναμη καθώς με περιεργάστηκε όπως κοιτάει κανείς το..φρούτο πριν το πάρει στη χούφτα του για να το δαγκώσει. Άπλωσε το χέρι του κι εγώ ακίνητη τον άφησα να σιάξει τα μαλλιά μου που είχαν ανάκατα πέσει στους ώμους μου από το παιχνίδισμα μου στο χορό. Η φωνή του ακούστηκε χάδι απαλό στ’ αυτιά μου και μαγικό κάλεσμα σειρήνας .
-Μικρή μου σε  σκεπτόμουν μόνη σου και δεν μπορούσα να  μη νοιαστώ. Θέλησα τόσο  να σε δω , μου έλειψες..μας έλειψες δηλαδή γενικά. Η Σοφία μόνο που δεν έκλαιγε στο πρωινό , έβαλε το πιάτο σου στο τραπέζι!  Όσο για τα κλειδιά.. γιατί απορείς; κράτησα ένα για ασφάλεια σου όπως καταλαβαίνεις. Μόνη σου , τόσο μικρή και ευάλωτη κοριτσάκι! Άστα τώρα αυτά..σίγουρα δεν έφαγες και ήρθα να σου προσφέρω πρωινό  όπως σου αξίζει για ξεκίνημα της ελευθερίας σου. Α! είναι και κάτι άλλο..
Σταμάτησε και έβγαλε από το καλοραμμένο όπως πάντα σακάκι του ένα βιβλιάριο και κάποιο φάκελο..
-Εδώ είναι το βιβλιάριο με τις καταθέσεις στο όνομα σου όλων των χρημάτων που εισπράξαμε από τα ενοίκια του σπιτιού αυτού. Στο φάκελο υπάρχουν αποδείξεις, πιστοποιητικά, συμβόλαια, νομικά έγραφα κατοχής του διαμερίσματος και ότι άλλο νόμιζα ότι σου χρειάζεται. Βέβαια εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου μικρή για ότι χρειαστείς , ότι σε απασχολήσει στο μέλλον. Η θεία σου έχει διαφορετική γνώμη , πιστεύει ότι θα μάθεις να «κολυμπάς» μόνο αν βουτήξεις στα νερά μόνη σου. Περιμένεις και αποτελέσματα αν δεν κάνω λάθος..Τι λες; Έχεις ελπίδες; Θα ήταν υπέροχο να γίνεις δικηγόρος και να έχω πλάι μου στο γραφείο, στις δουλειές μου.. Θα ήθελα πολύ να σε έχω πάντα δίπλα μου Ελπίδα!
Δεν ήξερα τι να πω..αυτός ο άνθρωπος είχε καταφέρει το τελευταίο καιρό να με κάνει να τον αισθάνομαι σαν το μόνο στήριγμα μου, με..μάγευε ακόμα και η πιο απλή φροντίδα του για μένα.
-Το ψυγείο έχει τρόφιμα, η θεία μου το γέμισε, μουρμούρισα, μπορώ να φάω κάτι εδώ ξέρεις.
Γέλασε ρίχνοντας πίσω το κεφάλι του και μου έκανε μία κίνηση με το χέρι του να βιαστώ.
-Πάμε, πάμε.. δεν θέλω αντιρρήσεις, σου αξίζει το καλύτερο και θέλω να σε κακομάθω πριν το κάνει κάποιος άλλος. Ντύσου, θα σε περιμένω κάτω, κάνε γρήγορα, η ελεύθερη ώρα μου είναι μέσα σε χρονικά όρια. Κοίταξε το ρολόι του, έριξε μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο με λίγη δυσφορία και έφυγε όπως ήρθε.
Έκλεισε τη πόρτα πίσω του ενώ  εγώ έμεινα να την κοιτώ και να αναρωτιέμαι γι’ αυτό που με έκανε να τον υπακούω και συγχρόνως να νοιώθω τόσο ασφαλής κοντά του. Ντύθηκα και κατέβηκα βιαστικά από τη σκάλα σχεδόν πηδώντας τρία τρία τα σκαλιά. Με περίμενε στο αυτοκίνητο του, μου άνοιξε τη πόρτα από μέσα κι εγώ ..χώθηκα πλάι του .Τον κοίταξα με μία υποταγή στη ματιά μου και αφέθηκα να χαρώ το πρωινό μαζί του διώχνοντας κάθε δισταγμό από μέσα μου.
Έτσι κύλησε μία ολόκληρη εβδομάδα στη νέα μου ζωή,  ερχόταν και με έπαιρνε για φαγητό μεσημεριανό πάντα σε διαφορετικά μέρη όλα ακριβά και ιδιαίτερα συνήθως με θέα τη θάλασσα. Με πήγε  μία βραδιά και σε μία Θεατρική παράσταση  που του ανέφερα κάποια στιγμή ότι ήθελα να δω. Δεν μου μιλούσε ποτέ για τη θεία μου παρά μόνο άλλαζε θέμα στις δικές μου αναφορές σ’ αυτήν. Δεν μου φαινόταν παράξενο, δεν ήταν από αυτούς που κουβεντιάζουν τα της οικογένειας και μπορώ να πω πως η σιωπή του ήταν πάντα..φλύαρη αφού τα μάτια του τα έλεγαν όλα. Θυμάμαι ακόμα τη πρώτη φορά που τους αντίκρισα με τη κοινωνική λειτουργό..τα μάτια του είχαν τη πνοή της αδιαφορίας και τη παγωνιά της άρνησης.
Μία μέρα σηκώθηκα πρωί και παίρνοντας ένα ταξί πήγα στο σπίτι τους , ήθελα τόσο να δω, να αγκαλιάσω τη μικρή Έλενα, τη Σοφία. Ανέβηκα με συγκίνηση τη μεγάλη σκάλα της εισόδου και χτύπησα το κουδούνι σαν επισκέπτρια. Η Σοφία έβγαλε μία φωνή βλέποντας με και με έσφιξε στην αγκαλιά της με συγκίνηση. Αισθάνθηκα τόσο όμορφα στην αγκαλιά της που άφησα τα δάκρυα μου να βρέξουν τον ώμο της.
-Μη κλαις κοριτσάκι μου, σε σκέπτομαι πάντα, μου λείπεις να το ξέρεις. Μαζί με σένα έφυγε από αυτό το σπίτι ο αέρας της αθωότητα που είχες επάνω σου.
Η μικρή Έλενα ούρλιαξε από τη χαρά της μόλις με είδε και έπεσε επάνω μου.
-Έλπη μου, Έλπη μου γιατί έφυγες; Δεν μας αγαπάς πια;
-Και μας αγαπάει και την αγαπούμε Έλενα μου όμως η Ελπίδα μεγάλωσε πια και πρέπει να ζήσει μόνη της.
Η θεία μου στάθηκε δίπλα μας και έσκυψε να με φιλήσει όπως ακριβώς φιλούσε τις φίλες της όταν τις συναντούσε. Η παρουσία της πάγωσε την ατμόσφαιρα και έκανε τη πρόθεση μου να περάσω μαζί τους την ημέρα αυτή μία τυπική φιλική επίσκεψη.
-Λυπάμαι Ελπίδα μου όμως ήρθες απροειδοποίητα και όπως καταλαβαίνεις έχω κανονίσει το πρόγραμμα μου. Μια άλλη φορά χρυσό μου… θα πω και στον Αντώνη να βρεθούμε σαν οικογένεια όλοι μαζί κάπου! Σοφία φεύγω , περιποιήσου την Ελπίδα..
Γέλασα με τη γκριμάτσα της Σοφία πίσω από τη κλειστή πόρτα της.
– Σοφία μου πράγματι τώρα καταλαβαίνω πόσο μου έλειψες…
Πέρασα το πρωινό μου με τη μικρή Έλενα και η καρδιά μου γέμισε με την αγάπη της και το ενδιαφέρον της Σοφίας που μου άρχισε με τρόπο την ανάκριση.. Της είπα για τις επισκέψεις του Αντώνη και την είδα να συννεφιάζει τόσο που έπεσε από το χέρι της το πιάτο με το κέικ που μου έφερνε.
-Πρόσεχε μικρή μου, πρόσεχε..Κοίτα να βρεις κανένα νεαρό να κάνεις παρέα, τι στο καλό ..σε έπαιρναν τηλέφωνα θυμάμαι..
-Δεν μου έκανε κανείς Σοφία μου εντύπωση , ούτε ένοιωσα αυτό το..κάτι που έλεγαν οι φίλες μου..
Πέρασε η ώρα μαζί της και μόνο όταν την είδα να ανησυχεί για το φαγητό που δεν ετοίμασε κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω. Σκέφτηκα με πικρία ότι δεν είχα θέση στο τραπέζι χωρίς πρόσκληση από τη θεία μου.
-Φεύγω Σοφία μου, έχω δουλειές με το σπίτι και τα αποτελέσματα που περιμένω, θα περάσω από το σχολείο ίσως.
Με αποχαιρέτησαν με τη μικρή Έλενα που την τράβηξε από την αγκαλιά μου και κατεβαίνοντας τις σκάλες ήταν λες και είχα τελειώσει με μία υποχρέωση που έπρεπε να κάνω για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα για να νοιώσω αν ακόμα αυτό πίσω μου..ήταν το σπίτι μου..Το κοίταξα, θαύμασα το κήπο όπως τη πρώτη φορά μα..όχι..δεν ήταν πια το σπίτι μου. Το σπίτι μου έπρεπε να το «φτιάξω» μόνη μου, δεν ήταν οι τοίχοι και τα έπιπλα..ήταν όλα όσα θα ζούσα μέσα σε αυτό , όσα θα γέμιζαν σαν αναμνήσεις στο μέλλον η θύμηση του.
Λίγες μέρες μετά..γνώρισα τον Πάνο. Ήταν το αγόρι με το ποδήλατο που είχα δει το πρώτο πρωί στο νέο μου σπίτι και με χαιρέτησε δειλά. Έτσι πάλι συναντηθήκαμε, εκείνος στο ποδήλατο, εγώ απρόσεκτη στη διάβαση..με χτύπησε ελαφρά και έπεσε το δρόμο για να αποφύγει να μου κάνει κάτι περισσότερο.
-Συγνώμη, συγνώμη δεσποινίς, δεν το ήθελα..συγνώμη..
Πήγα κοντά του να τον βοηθήσω, εκείνος ψέλλιζε δικαιολογίες και το πρόσωπο του ήταν κατακόκκινο από τη ταραχή ενώ τα μάτια του χαμηλωμένα αποφεύγοντας να κοιτάξουν τα δικά μου.
Ασυναίσθητα χαμογέλασα πλατιά, σχεδόν..γέλασα γιατί αυθόρμητα σύγκρινα τη σιγουριά του αγέρωχου Αντώνη με το ταραγμένο ντροπαλό πρόσωπο του.

Δεν θα σου πω πολλά , νομίζω ότι κάτι μας ένωσε εκείνη τη στιγμή .Η ψυχολογία λέει ότι η γυναίκα θέλει αντιφατικά πράγματα στην ανδρική παρουσία δίπλα της..την ασφάλεια μα και την προστατευτική μητρική δύναμη επάνω στο σύντροφο της. Ο Πάνος από τη πρώτη στιγμή με κέρδισε με την  ολοκάθαρη ματιά του, την αμηχανία του δίπλα μου να ..αρθρώσει  λέξεις και την κοριτσίστικη διάθεση μου να νοιώσω την υπεροχή της δύναμης του φύλου μου επάνω του. Καταλήξαμε να περπατούμε μαζί και να γνωριζόμαστε με την γρηγοράδα που δύο νέοι μόνον το μπορούν.
( συνεχίζεται)