Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

18η συνέχεια


Η Ελπίδα κουλουριασμένη μέσα στη φιλόξενη και ζεστή αγκαλιά της Λενιώς σταμάτησε για λίγο την διήγηση  της σε όσα την οδήγησαν σ' αυτή τη γωνιά στη προσπάθεια της να βρει καταφύγιο.
Η Λενιώ δεν την πίεσε, την άφησε να πάρει μια ανάσα όσο και αν η περιέργεια της είχε φθάσει στο πιο ψηλό σημείο. Ήξερε , καταλάβαινε ..ότι είχαν φθάσει στο καίριο σημείο , δεν χρειαζόταν να είσαι μάντης για να καταλάβεις..Όμως ήθελε να μάθει αν η μικρή έφταιγε σαν μια μικρή Λολίτα στο αποτέλεσμα αυτό ή ο "θείος" ήταν ένας ακόμη παιδεραστής καλυμμένος πίσω από μία θαυμάσια όψη που εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη της για ένα..πατέρα..
Η Ελπίδα αναστέναξε και της ζήτησε λίγο νερό..το ήπιε σιγά σιγά λες και προσπαθούσε να σκεφτεί αν έπρεπε να συνεχίσει .Όμως τελικά καταλάβαινε  ότι αυτή η φορά θα ήταν ίσως η μόνη της εξομολόγηση που θα έκανε στη ζωή της. Μέσα της ήθελε να απαλλαγή από  όλα όσα την βάραιναν και είχε αποφασίσει να τα "θάψει" στην αγκαλιά αυτή της γυναίκας .Πήρε λοιπόν ανάσα και συνέχισε να ανοίγει "πόρτες"σε όσα είχε κλείσει φεύγοντας και αφήνοντας πίσω από αυτές όλα όσα ήθελε να ξεχάσει πλέον για πάντα.
-Όταν ανέβηκα στο διαμέρισμα και άνοιξα τη πόρτα με το κλειδί που μου έβαλε στο χέρι η θεία μου ήταν λες και μπήκα σε κάτι που έβλεπα πρώτη φορά.. Μου φάνηκε τόσο μικρό..τόσο απλό..τόσο..άχρωμα άγνωστο. Δεν μπορεί σκέφτηκα.. εδώ γεννήθηκα, εδώ έκανα τα πρώτα μου βήματα, εδώ υπήρχε η οικογένεια μου, οι δικοί μου άνθρωποι. 
Ήταν άδειο, χωρίς έπιπλα, τα χνάρια των ανθρώπων που έζησαν 6 χρόνια σε αυτό υπήρχαν στους τοίχους και όχι των δικών μου..Δεν ήταν αυτό το σπίτι μου..ούτε το άλλο όμως σκέφτηκα με πικρία..Λοιπόν; που ανήκα τελικά;
Ο κόμπος στο λαιμό μου με έπνιγε.. Ποιο ήταν λοιπόν το δικό μου σπίτι σκέφτηκα με πικρία ; Δεν ανήκα πουθενά τελικά..Ήμουν μόνη όπως ακριβώς τότε που κοιτούσα επάνω από το τάφο των γονιών μου τους ανθρώπους ολόγυρα για να δω σε ποιον θα άπλωνα το χέρι...
Θα πίστευες ότι έκλαψα...Κι όμως, απίστευτο, λες και ξαφνικά έχασα μέσα μου ακόμη και αυτή τη δυνατότητα για να αισθανθώ καλύτερα.Έκανα ένα βιαστικό πέρασμα στο μικρό χώρο με τα 2 μικρά δωμάτια και την ακόμα πιο μικρή κουζίνα. Ασυναίσθητα χαμογέλασα μέσα μου με τη σκέψη ότι ήταν μικρότερη ακόμα και από το μπάνιο των θείων μου.
-Μπορούμε να φύγουμε θεία, το είδα ..
Η Κατερίνα άρχισε να μιλά ασταμάτητα λέγοντας της ότι θα της το επίπλωνε και θα φρόντιζε να γίνει ένα άνετο σπιτάκι για ένα νεαρό κορίτσι. Ήταν ευτυχισμένη..το έβλεπε η Ελπίδα, το ένοιωθε ακόμα και στη κίνηση των χεριών της , στο ανάλαφρο βηματισμό μέχρι να μπουν στο αυτοκίνητο της.
-Εκείνο το απόγευμα έγινε μία μικρή γιορτή στο σαλόνι, η τούρτα μου, τα δώρα της θείας, το ανήσυχο βλέμμα της Σοφία,τα γελάκια της μικρής Έλενας , το βαρύ βλέμμα του Αντώνη που απέφευγε το δικό μου.
Κατάλαβα ότι η απόφαση είχε παρθεί,η Κατερίνα είχε πάντα την ηγετική εξουσία , ο χρόνος μου σ' αυτό το σπίτι ήταν μετρημένος.. Δεν θα το κρύψω, κάτι μέσα μου ήθελε να δω στη στάση του Αντώνη τη φροντίδα και την τρυφερότητα, τη προσπάθεια του να με κάνει να νιώσω ότι κάποιος υπήρχε ή θα υπήρχε για μένα.Τι περίμενα περισσότερο; Στην ουσία δεν ήξερα κι εγώ τι αποζητούσε η ψυχή μου, τι μου έλειπε..
Ξέρω κα Λενιώ ότι θα αναρωτιέσαι τι ένοιωθα γι' αυτόν..Τώρα ή μάλλον τότε..στη "άσχημη " στιγμή μου μαζί του κατάλαβα ότι δεν ήμουν ερωτευμένη καν, απλά οι προσπάθειες του να σταθεί δίπλα μου πολλές φορές για όποιο λόγο το έκανε φάνταξε στα χρόνια μου σαν ένα ήρωας μοναδικός. Θαύμαζα το τρόπο που φερόταν τα όσα μου έδινε με τόση χάρη, το τρόπο που έλυνε τα προβλήματα στο σπίτι. Ένοιωθα δίπλα του μικρή μα και συγχρόνως σημαντική όταν με έκαμνε έτσι ακριβώς να νοιώθω..Ίσως  τότε πήρε δίπλα μου τη θέση του πατέρα, του ισχυρού, του προστάτη και η προσωπικότητα του δεν μου έδωσε χώρο να κοιτάξω δίπλα, σε άλλους της ηλικίας μου.Μη νομίζετε ότι δεν με φλέρταραν αγόρια, εγώ δεν είχα μάτια για αυτά...Δεν ξέρω τι είναι έρωτας, ίσως δεν τον ένοιωσα και ίσως δεν τον συναντήσω  έτσι που άλλαξε η ζωή μου. Θαύμαζα τότε το τρόπο που με φερόταν, τα όσα μου δίδαξε, όσα μου έμαθε μέχρι..μέχρι που είδα την άλλη πλευρά..και όχι εκείνη που είχα εξιδανικεύσει σαν είδωλο.
Τελικά η Σοφία είχε δίκιο, περίμενε σαν γεράκι να γίνω 18..να ανοίξω φτερά και να κάνω το πρώτο πέταγμα από τη φωλιά..αμάθητη,άπειρη ευκολόπιστη...Θεέ μου πόσο με άλλαξε.  Δεν θέλω να σε κουράσω άλλο, δεν θέλω κι εγώ να ντρέπομαι ακόμα και που σου τα λέω.
Η Κατερίνα έφτιαξε το σπίτι μέσα σε μία εβδομάδα αν το πιστεύεις. Τίποτε το εξεζητημένο, δεν της άρεσαν τα ..έξοδα χωρίς σημαντικό λόγο κι εγώ πλέον ήμουν ασήμαντος, σχεδόν ενοχλητικός. Η Σοφία με γέμιζε συμβουλές στα κρυφά, με κούραζε το ενδιαφέρον της και ίσως η..ανόητη τότε  ένοιωθα οργή που με έβλεπε σαν αδύναμο κρίκο .Θα έβλεπαν ..μπορούσα να ζήσω μόνη μου χωρίς να φοβάμαι κανένα.
Στις 15 μέρες τους αποχαιρετούσα στην ίδια σκάλα που κοιτούσα με δέος μικρή στα 12 όταν πρωτοήρθα. Μόνο η Σοφία και η Έλενα έκλαψαν στην αγκαλιά μου.....μόνον γι' αυτές έκλαψα κι εγώ.
Ο Αντώνης σιωπηλός δίπλα στη γυναίκα του με κοιτούσε από το καθρεπτάκι κ εγώ άφησα τη ματιά μου αδιάφορα να ακολουθεί τους δρόμους πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου, την αγωνία και τη θλίψη μου τη κρατούσα μέσα μου.
Φθάσαμε, μου ανέβασαν τις βαλίτσες με τα ρούχα μου , η Κατερίνα μου έδωσε οδηγίες για τα ηλεκτρικά που είχε βάλει και..και..ένα αγκάλιασμα , ένα φιλί στο μέτωπο.Ο  Αντώνης με αγκάλιασε με διακριτικότητα, το χέρι του μόνο με χάιδεψε στιγμιαία το σβέρκο μου πίσω από τα μαλλιά μου . 
-Ότι χρειαστείς δεν είναι ανάγκη να σου το πούμε..θα ήμαστε σε επαφή μικρή.
Ένα βλέμμα τελευταίο επάνω μου και η πόρτα έκλεισε πίσω τους, κάπως σκέφτηκα  όπως αφήνεις κανείς ένα ..γατάκι στην άκρη του πεζοδρομίου να διασχίσει μόνο του το δρόμο......
Ακούμπησα τη πλάτη επάνω της, κοίταξα ολόγυρα και πήρα ανάσα δυνατή. Χαμογέλασα στο αύριο και σκέφτηκα ότι δεν χρειαζόμουν κανένα..είχα όλα όσα ήθελα για να ξεκινήσω τη ζωή μου.Έτρεξα στο δωμάτιο με το κρεβάτι μου ανέβηκα επάνω του και άρχισα να χοροπηδώ κοιτάζοντας συγχρόνως τον εαυτό μου στο καθρέπτη.
Αύριο κι όλας θα έφτιαχνα ένα πλάνο της ζωής μου, τι θα επεδίωκα, τι θα έπρεπε να μάθω, είχα να περιμένω και τα αποτελέσματα των εξετάσεων μου..Είχα τόσα πράγματα να ασχοληθώ που σίγουρα δεν θα είχα χρόνο να νιώσω μοναξιά.
Εκείνο το βράδυ όμως παίζοντας με το τηλεκοντρόλ στο χέρι η μοναξιά είχε το χρώμα της σιωπής στο νέο χώρο, καμία φωνή, κανένα γελάκι της Έλενας..Μόνο η φιγούρα μου στο καθρέπτη και μία ανατριχίλα της ..παρουσίας των σκιών των γονιών μου ίσως. Τράβηξα το σεντόνι επάνω από το κεφάλι μου και έκλεισα δυνατά τα μάτια να μη βλέπω ούτε καν τις σκιές των αναμνήσεων μου.Κάπως έτσι με πήρε ο ύπνος, φοβισμένη, μικρή όσο ποτέ. Κάτι μου έφερε σαν αστραπή την εικόνα μου στο κρεβάτι του ασύλου που με πήγαν την νύχτα που τους έχασα.
Ξύπνησα από το θόρυβο των αυτοκινήτων έξω από το σπίτι, διάφορες φωνές, κάποια κορναρίσματα..μία καινούργια μέρα σκέφτηκα!
Το φως διώχνει πάντα κάθε σκιά κι εγώ εντελώς διαφορετική πλέον από χθες άνοιξα τη ροζ κουρτίνα με τα μπουκετάκια λουλουδιών επάνω της και βγήκα στο μικρό μπαλκόνι. Η αχτίδες του ήλιου με έκαναν να βάλω το χέρι μπροστά στα μάτια μου. Ένας νεαρός απέναντι το πέρασε για χαιρετισμό και μου κούνησε το δικό του κοντεύοντας να πέσει από το ποδήλατο. Γέλασα, μπήκα μέσα και άρχισα να στριφογυρίζω, τι χαζή που ήμουν χθες σκέφτηκα..είμαι μόνη, νέα και μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου πλέον!
Έβαλα το ραδιόφωνο σε ένα σταθμό δυνατά και άρχισα να χορεύω..να χορεύω...ο  θόρυβος του κάλυπτε κάθε ήχο από έξω και καθώς στριφογύριζα έχασα την  ισορροπία μου και..έπεσα στα χέρια του Αντώνη !
Τραβήχτηκα τρομαγμένη και τον είδα να μου χαμογελά με εκείνο το βλέμμα της απίστευτης σιγουριάς στον εαυτό του και στα χέρια του να παίζει τα κλειδιά του σπιτιού..

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

17η Συνέχεια.



Εκείνο το βράδυ οι φωνές τους ακουγότανε μέχρι το δωμάτιο μου και πρέπει να πω ότι ήταν ελάχιστες οι φορές που τους άκουγα να μαλώνουν  όσο έμενα σε αυτό το σπίτι. 
Δεν έκλεισα μάτι , πάλευε μέσα μου ο φόβος της αλλαγής στη ζωή μου όπως μου τη πρότεινε η θεία μου και η ενοχή γιατί κατάλαβα ότι μέσα της με είδε για πρώτη φορά σαν ένα "εχθρό"..ένα ζιζάνιο στο σιτάρι της. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου έψαχνα στο..ταβάνι κάπου ανάμεσα στις..λάμπες και στο λευκό χρώμα του να σκεφτώ τι να κάνω. 
Μέσα μου πάλευε η νεανική τόλμη να ξεκινήσω μόνη μου κάτι από την αρχή..μετά ξυπνούσε το κοριτσάκι που έβλεπε με τρόμο το άγνωστο νερό του ορμητικού ποταμού να του γλύφει τα πόδια απειλητικά.
Ποια η δυσκολία σκέφτηκα;..μόλις τελείωσα το Λύκειο, είχα δώσει εξετάσεις στη νομική, μιλούσα ήδη 2 γλώσσες, σπίτι δικό μου θα είχα..Ήμουν νέα..δεν είχα να φοβηθώ τίποτα αν ζούσα μόνη μου..μου είπε ότι είχα λεφτά. Άραγε αναρωτήθηκα πόσα να είναι; θα ήταν αρκετά να ζω μέχρι να τελειώσω ή να βρω μία δουλειά; Βέβαια θα μου έλειπαν η ..Σοφία.. η Έλενα...ο..Αντώνης..Θεέ μου πως θα μπορούσα να νοιώθω ασφαλής χωρίς εκείνον;
Οι αλλαγές που φοβόμουν με..περίμεναν πρωί πρωί έξω από τη πόρτα μου. Η θεία μου λες και περίμενε να ξυπνήσω και μόλις βγήκα από το δωμάτιο μου έπεσα επάνω της. Μου χάρισε ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο που με έκανε να αισθανθώ ακόμα πιο ένοχη για τις σκέψεις μου γι' αυτήν όμως συγχρόνως κάτι μέσα με προειδοποιούσε για επερχόμενη παγίδα.
-Φάε πρωινό γλυκιά μου και πάμε βόλτα μαζί σήμερα..σου έχω έκπληξη..
Μουδιασμένα της χαμογέλασα και έτρεξα στη τραπεζαρία .Η Σοφία με κοίταξε συνοφρυωμένη και με πλησίασε να με σερβίρει ρίχνοντας συγχρόνως ματιές στο διάδρομο.
- Άκουσες το καυγά χθες;..Το όνομα σου μπλεκόταν στις κουβέντες τους, έγινε κάτι;..Πρόσεχε μικρή μου..πρόσεχε..Αχ! η ζωή να πάρει η ευχή ..μοιάζει με τριαντάφυλλο..πρέπει να προσέχεις από που θα το πιάσεις για να μη σε πληγώσει.
-Η θεία μου είπε ότι από αύριο μπορώ πλέον να ζω μόνη μου στο δικό μου σπίτι με τα δικά μου χρήματα...από τα νοίκια που μαζεύτηκαν αυτά τα χρόνια..
-Μμμμμ..θέλει να σε ξαποστειλει;..Εμ! το μυρίστηκα εγώ..Από τότε..από τότε καλέ που σε "ανακάλυψε" ο άλλος, που τα μάτια του πέφτουν σε κάθε μικρό ανήλικο θηλυκό..
Σηκώθηκα με τη μπουκιά στο στόμα ..η μάλλον στο λαιμό..
- Τι λες Σοφία..τι λες; Αν δεν είχα κι εκείνον αυτό το καιρό..Είναι ο μόνος που νοιάζεται για μένα, που ρωτάει για το τι με απασχολεί..τι αισθάνομαι..τι θέλω στο μέλλον..
- Αχ! μικρή μου, κούνια που σε κούναγε..εδώ ξεκινάει μεγάλο παιχνίδι, αυτός σε λιγουρεύτηκε κι αυτή ξαφνικά το πήρε είδηση.Άλλωστε σε πληροφορώ δεν είναι η πρώτη φορά η μήπως δεν ξέρω ότι πάει με 19χρονα μοντέλα .
Κάθισε στη διπλανή καρέκλα αφού πρώτα πήγε μέχρι το διάδρομο και κοίταξε μήπως η θεία βρισκόταν κάπου κοντά εκεί.
-Άκου, πριν 4 χρόνια μία τον εκβίασε μάλιστα , το έμαθε και η κυρία Κατερίνα..χαμός να δεις και όλα στα κρυφά !Θυμάσαι που έφυγαν δήθεν διακοπές στην Ελβετία για...σκι;... Ήσουν μικρή δεν τα πρόσεξες αυτά , όλη μέρα στο σχολείο και στα μαθήματα , εγώ έμεινα μαζί σας τότε. Μα το χρήμα γλυκιά μου..το χρήμα και οι διασυνδέσεις κάνουν θαύματα..Εκείνοι γύρισαν αγαπημένοι, το κορίτσι εξαφανίστηκε από κάθε περιοδικό και πασαρέλα και όλοι μιλούσαν για το μπλέξιμο της με ναρκωτικά..Μπούρδες! Εγώ δεν τα χάβω αυτά. πρόσεχε, μόνον αυτό έχω να σου πω, πρόσεχε, μη σε ξεγελάει το κυριλέ ύφος του.Είμαι βέβαιη ότι είναι "κύριος" μαζί σου, θα δούμε μετά..μόλις κλείσεις τα 18..εμένα να μη με λένε Σοφία αν κάνω λάθος.
Ένοιωθα να ασφυκτιώ με όσα μου έλεγε, με άγχωνε με τις πληροφορίες της που ίσως καλοπροέραιτες μα για μένα τότε φαινόντουσαν κακά κουτσομπολιά μιας υπηρέτριας. Πόσο δίκιο είχε κυρία Λενιώ μου, πόσες φορές την σκέφτηκα και μετάνιωσα που μετά από εκείνη τη μέρα την απόφευγα και της φερόμουν ψυχρά σχεδόν σαν..αφεντικό.
Με έσωσε η φωνή της θείας μου από το χωλ που με φώναζε να βιαστώ, πριν βγω από τη κουζίνα έπιασα το βλέμμα της Σοφίας να με κοιτάζει με έννοια και να κουνάει στο κεφάλι της σκυθρωπή καθώς μάζευε τα πιάτα.
Μπήκαμε στο σπορ αυτοκίνητο της και με το μυαλό γεμάτο από τις σκέψεις που που προξένησαν τα λόγια της Σοφίας δεν άκουγα σχεδόν τίποτε από το αδιάκοπο μουρμουρητό της θείας μου καθώς οδηγούσε. Ξάφνου άρχισα να αναγνωρίζω το μέρος που πηγαίναμε και η καρδιά μου γέμισε από συναισθήματα που η εφηβική μου αδιαφορία είχε βάλει στην άκρη..
Η γειτονιά των γονιών μου..να το μαγαζί που αγόραζε η μητέρα μου ψωμί..υπήρχε ακόμα..το σπίτι της φίλης μου που παίζαμε στο πεζοδρόμιο μπροστά στη πόρτα μας.. Να και η πολυκατοικία μας, μικρή, με λίγα πατώματα, με πρασιά και λουλούδια, μικρά μπαλκόνια, να το δικό μας..το 2ο..άδειο..κανένα λουλούδι..τα στόρια κλειστά..
Ένας κόμπος, ένας πόνος στη καρδιά μου, έκλεισα τα ματια για να προσπαθήσω να φέρω τις μορφές τους μπροστά μου. Θεέ μου..γιατί όταν προσπαθούσα να το κάνω έβλεπα τις εικόνες από τις φωτογραφίες που είχα στη κορνίζα στο δωμάτιο μου; ήμουν 12 ετών,,πως μπόρεσα να βάλω στην άκρη μια ζωή ολόκληρη; Μόνο σαν φλας κάποιες φορές ζούσα στιγμές από τη ζωή μας, σαν φωτογραφίες στιγμής, σαν σταγόνες να ξεδιψάσω την ανάγκη μου να θυμηθώ εκείνους που με αγάπησαν χωρίς καμία υποχρέωση και αμφισβήτηση. 
-Τι κλαις..άλλο πάλι κι αυτό. Σε καταλαβαίνω βέβαια όμως πέρασε καιρός , η ζωή προχωράει Ελπίδα μου , έλα κατέβα, έλα να σου δείξω το σπίτι σου.
Κατέβηκα μουδιασμένη και αναρωτήθηκα πως θα μου το έδειχνε αφού ήταν νοικιασμένο όμως λες και το κατάλαβε με πρόλαβε ενώ συγχρόνως με έπιασε από το μπράτσο και με οδήγησε στην εξώπορτα της.
- Το διαμέρισμα ήταν κανονισμένο από μένα να ξενοικιαστεί αυτό ακριβώς το καιρό .
-Τόσο πολύ ήθελες να με..ξεφορτωθείς θεία μου; της είπα ίσως λίγο πονεμένα. Σχεδόν  όμως απρόβλεπτα επιθετικά από μένα αυτές οι λέξεις ξεπήδησαν από τα βάθη της καρδιάς μου με πικρία και επίγνωση πλέον ότι γι' αυτούς ήμουν πάντα μία νομική υποχρέωση. 
Μπορεί να μη θυμόμουν τους γονείς μου όπως ίσως έπρεπε μα θυμόμουν το βλέμμα τους όταν με έπαιρναν από τη κοινωνική λειτουργό και τη δική μου προσπάθεια πάντα να δείχνω "αόρατη" στο σπίτι τους μέσα. 
Ανέβηκα με τόλμη τα σκαλιά , εκείνη τη στιγμή είχα πάρει μία απόφαση..έτσι ξαφνικά..Κατάλαβα ότι έπρεπε να "μεγαλώσω" όπως ακριβώς κατάλαβα τότε το ίδιο τις στιγμές που  εκείνη η καλή καθηγήτρια στο σχολείο μου εξηγούσε δακρυσμένη ότι η ζωή μου στέρησε την ασφάλεια κάθε παιδιού..τους γονείς μου .

                                 (συνεχίζεται)