Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

10 η συνέχεια


Άνοιξε τα μάτια της η Λενιώ και βγήκε από το «ταξίδι» που έκανε στη δική της ζωή. Όχι ότι ήταν κάτι το σπουδαίο το διάβα της  μέχρι τώρα όμως.. ήταν η ζωή της, τα λάθη, οι χαρές, οι επιλογές και ο πλούτος των εμπειριών της. Είχε καιρό να κάνει αυτό το πισωγύρισμα.. απέφευγε να ρίχνει ματιές στο παρελθόν και απλά ζούσε το σήμερα. 
Γύρισε τη ματιά της στο κρεβάτι της μικρής λεχώνας που ήταν αυτό ακριβώς.. το σήμερα! Την αγκάλιασε η ματιά της και ξαναρώτησε με γλυκιά φωνή τη Eλπίδα όπως της είπε ότι την έλεγαν:
-Λοιπόν εγώ θα σου φέρω το κοριτσάκι σου κι εσύ θα κάνεις μια προσπάθεια για χάρη μου μικρή μου να δεις ήρεμα τη πραγματικότητα και να το αγκαλιάσεις όπως του το οφείλεις.. ακούς; .
Σκλήρανε στο τέλος τη φωνή της όσο και αν την δυσκόλευε αυτό μα σκέφτηκε ότι έπρεπε να επιβληθεί στη νεαρή κοπέλα και να της επιβάλει την ευθύνη του νέου ρόλου της μάνας. Ήταν φανερό ότι και αυτή η ίδια η Ελπίδα χρειαζόταν τώρα κάποιον να την οδηγήσει, να της φωτίσει το σκοτεινό λαβύρινθο της. Όφειλε να της δώσει την ασφάλεια ότι δεν ήταν μόνη και να συνειδητοποιήσει ότι  δεν ήταν πια παιδί, είχε μεγαλώσει απότομα ίσως.. μα ήταν μάνα πια.  
Την πίεσε λοιπόν με το ύφος της  φωνής της και
χαμογέλασε η Λενιώ με τη σκέψη ότι έτσι έκαμνε συνήθως   στα ζωηρά κουταβάκια που κατά καιρούς μάζευε στην αυλή της για φρόντισμα μέχρι να μεγαλώσουν  προσπαθώντας να τα συμμορφώσει και να τα τιθασεύσει. .
Η αντίδραση της όμως του κοριτσιού  δεν ήταν αυτό που περίμενε και το αποτέλεσμα που  πίστευε ότι θα κατάφερνε. Το κορίτσι βογκώντας σηκώθηκε απότομα και πέταξε το ελαφρύ σκέπασμα στη προσπάθεια της να βάλει τα πόδια της στο πάτωμα.
- Όχι σου είπα.. όχι.. δεν θέλω.. δεν μπορείς να με υποχρεώσεις επειδή με βοήθησες να ..απαλλαγώ από αυτό.. όχι σου είπα.. δεν θέλω να το δω.. γιατί δεν με καταλαβαίνεις; Σου ορκίζομαι ότι θα κλείσω τα μάτια και θα δέσω τα χέρια μου για να μη το πάρω στην αγκαλιά μου..
Μία αντίδραση παιδιάστικη σκέφτηκε, ξέφρενη και απότομη όπως κάνουν τα 6χρονα παιδιά όταν τους ζητάς να αντικρίσουν τα λάθη τους και να αναλάβουν τις ευθύνες. Αν μπορούσε και είχε το θάρρος θα την χαστούκιζε για να την κάνει να δει την αλήθεια που αρνιώταν.
Έφριξε η Λενιώ από τα λόγια την κοπέλας και θέριεψε μέσα της ο θυμός και η αγανάκτηση. Άδικη που ήταν πολλές φορές η ζωή σκέφτηκε, είχε  δει γυναίκες όταν δούλευε στα νοσοκομεία που σπάραζαν με το χάσιμο του μωρού τους και άλλες που κατέρρεαν με το άκουσμα ότι δεν θα γινόντουσαν ποτέ μάνες.  Πρώτη φορά της συνέβαινε κάτι τέτοιο και μέσα στη σύγχυση  των συναισθημάτων που την κυρίεψαν  δεν μπορούσε να βρει τρόπο να το διαχειριστεί. Έσφιξε τις γροθιές της, είπε στον εαυτό της κάθε καθησυχαστική συμβουλή που ήξερε  για να τον φέρει σε ηρεμία  και άρχισε ακόμη μια προσπάθεια να της μιλάει όσο πιο τρυφερά μπορούσε.
Ξεκίνησε λίγο δασκαλίστικα, σαν μάθημα, να της αναφέρει τα καλά της μητρότητας, να της ζωντανεύει  εικόνες μελλοντικής ευτυχίας στην αγκαλιά αυτού του μοναδικού πλάσματος που έφερε στο κόσμο.
-Σκέψου γλυκιά μου.. σε έχει ανάγκη και το ίδιο την έχεις κι εσύ! Είσαι πια μανούλα, θα είσαι ο κόσμος όλος γι’ αυτήν.
Μιλούσε και ξεχνώντας το λόγο έβγαζε από μέσα της όλα όσα θα ήθελε να ζήσει χρόνια πριν. Αχ! Άμυαλη μικρή.. να ήξερες τι δώρο σου χάρισε η ζωή σκέφτηκε και το κάνεις πέρα…Της σταμάτησε τη καλή της διάθεση όμως σαν κεραυνός που πέφτει και καίει τα πάντα ,οι λέξεις που βγήκανε από τα χείλη της μικρής  .Λέξεις που την πάγωσαν και την έκαψαν μαζί , αλήθειες απρόβλεπτες που  γέμισαν το δωμάτιο και τη καρδιά της με παγωνιά χειμωνιάτικης  βραδιάς.
- Με βίασε.. με βίασε σου λέω.. ούρλιαξε κατακόκκινη η Ελπίδα…Με βίασε στη ψυχή και στο σώμα εκείνος που έπρεπε να με προστατέψει. Όχι.. δεν το θέλω.. αυτό το παιδί θα μου θυμίζει κάτι που δεν θέλω να θυμάμαι γιατί τότε θα τρελαθώ.. Με βίασε.. ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Το έχεις νοιώσει επάνω στο σώμα και τη ψυχή σου ; Έχεις ξαγρυπνήσει πίσω από τη πόρτα με το φόβο ότι κάποιος θα την ανοίξει;  Έχεις κάνει εμετό από αηδία; Έχεις πέσει σκόπιμα από σκάλες για να χάσεις αυτό το παιδί αδιαφορώντας αν σκοτωθείς κι εσύ;
Σαν χαστούκι στο πρόσωπο της Λενιώς το ξέσπασμα αυτό.. δεν το περίμενε κάτι τέτοιο, πως θα μπορούσε άλλωστε. Από τη πρώτη στιγμή πίστεψε  ότι ήταν μία νεανική ανευθυνότητα και ότι η φυγή της μικρής από την οικογένεια ίσως ήταν φόβος για το τι θα αντιμετώπιζε ..Αυτό όμως.. αυτό.. Τι μου έστειλες Θεέ μου αναρωτήθηκε κοιτώντας την εικόνα Του με απόγνωση.
Πήρε δύναμη και έσπευσε κοντά της βάζοντας τα συναισθήματα της σε δεύτερη μοίρα, αυτή η μικρή την είχε ανάγκη και έπρεπε να είναι δυνατή.
Η Λενιώ την βοήθησε να ξαναξαπλώσει καθησυχάζοντας την με μικρές παρηγορητικές κουβέντες  σχεδόν σαν χάδι στο αυτί της . Δεν έπρεπε σκέφτηκε να ξεχνά.. ήταν παιδί ακόμη.. ένα παιδί που μεγάλωσε πρόωρα και απότομα. Την βόλεψε στο μεγάλο μαξιλάρι , μετά κάθισε δίπλα προσεκτικά ,σχεδόν  ξάπλωσε και πέρασε το μπράτσο της γύρω από το μικρό νεανικό κορμάκι. Ένοιωσε πόνο μέσα της, θα ήθελε να είχε τη δύναμη να της «αδειάσει» τις άσχημες  θύμησες , να διορθώσει καταστάσεις και να κάνει το τραβηγμένο από την ένταση προσωπάκι της εφηβική ρομαντική εικόνα ενός ζωγραφικού Αναγεννησιακού πίνακα.
Την έσφιξε απαλά η Λενιώ σαν το στήριγμα που έβαζε στα φυτά της για να νοιώσουν ότι δεν θα σπάσουν από το φύσημα του αγέρα, έτσι ένοιωθε ότι χρειαζόταν τώρα.. Τα χείλη της αυθόρμητα φίλησαν απαλά τα ιδρωμένα μαλλιά της και αισθάνθηκε σαν μάνα της γιατί αλήθεια θα μπορούσε να είναι σίγουρα ένα δικό της παιδί. Φαίνεται ότι κατάφερε να της περάσει αυτό συναίσθημα που είχε η μικρή ανάγκη.  Εκείνη χαλάρωσε και αφέθηκε στο βουβό κανάκεμα  στοργής της γυναίκας που ίσως ήταν η πιο κοντινή της συγγενής αυτή τη στιγμή. Ξέσπασε σε κλάμα και  η ορμή της οδύνης της μεταβλήθηκε σε οδυρμό λες από τραγωδία κάποιας Αντιγόνης. Ναι,  το χρειαζόταν, ήταν φανερό.. Την άφησε να ξεσπάσει σαν δυνατή καταιγίδα, να κυλήσει το βρώμικο νερό από τα ανοίγματα που χαράσσει η ορμή του στο έδαφος στο πέρασμα του παρασύροντας πέτρες και χώμα. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένες μέχρι που ένιωσε το νεανικό κορμί να χαλαρώνει στα χέρια της και τότε η Λενιώ ετοιμάστηκε γι’ αυτό που ήξερε ότι θα επακολουθούσε..
Η  Ελπίδα άφησε το τελευταίο δάκρυ της να κυλήσει, σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης  τα μάτια της και σφίχτηκε πια με τη θέληση της επάνω στη τρυφερή μυρωδάτη αγκαλιά. Αισθάνθηκε μία ευγνωμοσύνη γι’ αυτή την άγνωστη που της έδωσε τελικά ότι χρειαζόταν η ψυχούλα της εκτός από τη γέννα κάποιον να μιλήσει.. Είχε πολύ καιρό να νοιώσει ασφάλεια δεν θυμόταν πια από πότε όσο και αν έψαχνε μέσα στο μυαλό της για τέτοιες στιγμές τα τελευταία χρόνια...το μυαλό της να ταξιδέψει και τη καρδιά της να ανοίξει και να ελευθερώσει τα στοιβαγμένα βουνά σαν λάσπη υδαρή  να κυλήσει παρασύροντας αναμνήσεις φόβους, μίση και απογοητεύσεις.. Ήταν ένα κοριτσάκι μόνο.. πονεμένο.. σημαδεμένο η Ελπίδα.. ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε πριν από την ώρα του .


Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

9 ο μέρος


Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκαν όπως ήταν φυσικό στο σπίτι των γονιών του.  Εκείνη στο παλιό δωμάτιο του Νίκου κι αυτός με τον αδελφό του να θυμηθούν όπως είπαν μισοπαλεύοντας τα παλιά.. 
Όταν έμεινε μόνη στο μικρό δωμάτιο και έκλεισε τη πόρτα πίσω της στάθηκε και αφουγκράστηκε το παλμό και τις ζήσεις που έκρυβαν αυτοί οι παλιοί τοίχοι. Εδώ μεγάλωσε ο Νίκος της σκέφτηκε..ο Νίκος της.. ποτέ δεν φανταζόταν ότι κάποτε θα έλεγε για κάποιον ότι ήταν δικός της..Μα μπορεί να πει κανείς ότι του ανήκει ένα άλλο άτομο;..Όχι..απλά ο ανθρώπινος εγωισμός βάζει κτητικότητα σε ότι αγαπάει και το θέλει πάντα κοντά του.
Κοίταξε γύρω της, με τρυφερότητα χάιδεψε η ματιά της ερευνητικά το κάθε τι. Μία παλιά ντουλάπα από καρυδιά, μια σιφονιέρα με ένα καθρέπτη επάνω, ένα γραφείο .. μία καρέκλα…ένα ντιβάνι  με κάλυμμα λουλουδιστό λες και έμενε ένα κορίτσι. 
Χαμογέλασε με τη σκέψη ότι θα τον πείραζε για πολύ καιρό γι' αυτό το λουλουδιστό σίγουρα μαμαδίστικο στόλισμα που όμως ανάβλυζε αγάπη και φροντίδα. Σκέφτηκε το Νίκο και τις σίγουρες διαμαρτυρίες του όταν θα το πρωτοείδε.
  Επάνω από το γραφείο τρεις σειρές με ράφια φτιαγμένα σίγουρα από το πατέρα του γεμάτα βιβλία. Ένα τρανζιστοράκι του παλιού καιρού, φθαρμένα τα κουμπιά του από τα αγορίστικα δάκτυλα. Τετράδια, , μολύβια, περιοδικά, χαρτιά όλα καλά στοιβαγμένα , καθαρά λες και περίμεναν κάποιον να τα φυλλομετρήσει και να τα γεμίσει με όνειρα και σπουδές.. 
Στους τοίχους μία φωτογραφία σε ξύλινη απλή κορνίζα ενός ηλικιωμένου, προφανώς κάποιου παππού γιατί διέκρινε κάποια ομοιότητα με τη μητέρα του Νίκου. Το μόνο που δήλωνε νεανική παρουσία ήταν μία φωτογραφία του Τζέημς Ντην  με μηχανή …. Σίγουρα θα έπεσε επανάσταση από τη μητέρα του για να μπει αυτή η φωτογραφία στο τοίχο και να καρφωθούν οι άκρες της επάνω του..
Άγγιξε ένα ένα  τα διάφορα μικροπράγματα που το γέμιζαν προσπαθώντας να πάρει από αυτά όλη την οικογενειακή θαλπωρή και αγάπη που ανέδιδαν. Έβγαλε τα ρούχα της και τα κρέμασε προσεκτικά στη μόνη καρέκλα που υπήρχε και φόρεσε τη νυχτικιά της. Φρόντισε να είναι η καλύτερη που είχε, απλή όμως όσα και τα χρήματα που διέθετε για τον εαυτό της. Ξάπλωσε με ανακούφιση και φυσική κούραση στο σκληρό έπρεπε να δηλώσει στρώμα που της θύμισε ακόμα μια φορά το σπίτι που μεγάλωσε στο χωριό. Πήρε στα χέρια της το μαξιλάρι και "έψαξε" να βρει κάτι από το άρωμα του άνδρα που αγαπούσε..όμως το μόνο που της άφησε ήταν η μυρωδιά του σαπουνιού και της καθαριότητας.
Το βλέμμα  της στράφηκε στο παράθυρο που υπήρχε δίπλα του και από όπου έβλεπε τα άστρα στον ουρανό κάτι που είχε σχεδόν ξεχάσει στη τσιμεντένια πόλη που ζούσε. Θυμήθηκε τα χρόνια στο αχυρένιο στρώμα της αποθήκης που τα χάζευε από ένα μικρό άνοιγμα στο πλάι του ρημαγμένου τοίχου. Εκεί κρυβόταν όταν έκλαιγε παραπονεμένη για κάτι..όταν το μόνο που ήθελε ήταν η..μοναξιά και η παρέα με τα όνειρα της.
 Τα μάτια της έκλεισαν κάπου ανάμεσα στη θύμηση και το παραμύθι, στα όνειρα και το δάκρυ ,στα σήμερα και το αύριο, στην ελπίδα και το φόβο για το απρόσμενο που θα το ..χαλούσε ίσως.
Την επόμενη μέρα μετά από ένα πλούσιο χωριάτικο πρωινό της έκαναν κάτι σαν … ξενάγηση στα χωράφια τους και το βιος που είχαν σε γη και ζωντανά. Μία μικρή επίδειξη με καμάρι για όσα είχαν και χαιρόντουσαν.
Μόχθος της γης, που στη πόλη οι άνθρωποι της ούτε μπορούν να φανταστούν τις δυσκολίες της. Δύσκολο να είσαι αντιμέτωπος με τον καιρό και τα απρόβλεπτα, να ιδρώνεις με τα ζωντανά και να πονάς με τις αρρώστιες τους. Το κέρδος μικρό μα τώρα πια το ένοιωθε ότι ήταν απελευθερωμένο από άλλες δεσμεύσεις και άγχη.
Το νόστιμο τυρί που έφτιαχνε ο Μιχάλης από τις κατσίκες , τα εύγευστα φρούτα από το δένδρο και τα λαχανικά του κήπου που δοκίμασε τις έφερε μνήμες από τα φιλέματα των γειτόνων στο χωριό της.
 Μετά  η μάνα του Νίκου την έσυρε στη κυριολεξία από το χέρι σε όλες τις φίλες της στο χωριό για να την δείξει με καμάρι και πραγματικά χαιρότανε σαν παιδί όταν εκείνες την παίνευαν και της έδιναν συχαρίκια. Το επόμενο μεσημέρι έπρεπε να φύγουν όσο και αν αυτό την στεναχωρούσε αληθινά μα είχε μια υποχρέωση όπως είπε και σ’ αυτούς που την σπούδασαν.
- Ο παπά Μανώλης και η κυρία Ιουλία είναι κάτι σαν.. γονείς και κηδεμόνες όπως καταλαβαίνετε. Σ’ αυτούς οφείλω τις σπουδές μου, όλα όσα απόκτησα , όσα καλά αισθήματα μπορεί να έχω. Πρέπει να πάω να τους δω και να τους ευχαριστήσω.. να τους ζητήσω την άδεια.
- Να πας κόρη μου και να δώσεις τους χαιρετισμούς και το σεβασμό μας στα.. συμπεθεριά γιατί εμείς έτσι θα τους λέμε πια. Να πάρουμε και τηλέφωνο, να μην ανησυχούν οι άνθρωποι για το τι είναι ο γιος μας.. ακούς Νίκο ; να πάρεις τηλέφωνο.. να τους μιλήσεις..
- Επιτρέψτε μου να τους μιλήσω πρώτα εγώ, είπε η Λενιώ, έχω υποχρέωση να τους μιλήσω εγώ πρώτα και να τους εξηγήσω πως έχουν τα πράγματα και να πάρω την ..ευχή τους όπως θέλω!
Λίγο πριν φύγουν αφού αποχαιρέτησαν με δυσκολία τους αγαθούς αυτούς ανθρώπους την περίμενε ακόμα μια έκπληξη . Πάντα θα θυμάται η ..κυρά Λενιώ αυτή τη στιγμή..και πάντα θα δακρύζει.. Ο πατέρας του Νίκου μετά από σπρωξίματα από τον Μιχάλη και ξεροβηξίματα την πλησίασε και της άνοιξε μπροστά της ένα μικρό κουτάκι που σίγουρα είχε αγοράσει εκείνο το πρωί που έφυγε για λίγο στο χωριό με τη γυναίκα του.
- Δεν είναι κάτι πολύ σπουδαίο κορίτσι μου μα .. είναι γεμάτο αγάπη και ..τέλος πάντων ..για να ξέρεις ότι εμείς.. σε βάλαμε στη καρδιά  μας και σε θεωρούμε κόρη μας πλέον. Σε διάλεξε ο γιος μας, σε αγάπησε.. αυτό μας φθάνει για να τον δούμε όπως τον θέλουμε.. Σου δίνουμε το λόγο μας και δεν τον παίρνουμε πίσω θυγατέρα..
Τα έλεγε και δάκρυζε ο απλός αυτός άνθρωπος που μόνο καλές αναμνήσεις της άφησε ,γιατί σίγουρα ένοιωθε όλα όσα δήλωνε. Της φόρεσε με ασταθείς κινήσεις και άτσαλες το μικρό χρυσό δαχτυλίδι στο δάχτυλο της και γύρισε να κοιτάξει τους άλλους λες και έκανε κατόρθωμα πραγματικό.
 Κατάλαβε η κοπέλα με κατανόηση ότι όλοι συμπεριλαμβανομένου και του Νίκου περίμεναν να δουν αν της άρεσε! Τι να τους έλεγε η Λενιώ αυτούς τους καλούς ανθρώπους, πως μπορούσε να του δώσει να καταλάβουν και να πιστέψουν ότι ακόμα και αν το δαχτυλίδι αυτό ήταν από ένα κομματάκι σωλήνα για κείνην θα ήταν διαμαντένιο. Το μισογύρισε στα δάχτυλα της τους το έδειξε επιδεικτικά πως της ταίριαζε και μετά το.. φίλησε δείχνοντας την απάντηση της καρδιάς της. Μετά δακρυσμένη αγκάλιασε τους γονιούς του και τους είπε απλά ότι θα προσπαθούσε να γίνει γι’ αυτούς και το γιό τους αυτό που περίμεναν .Μόνον εκείνη ήξερε και ο Θεός πόσο αληθινά ήταν τα λόγια της ψυχής της.
 Έτσι φύγανε από εκεί  ευτυχισμένοι..γεμάτοι πληρότητα και με τις καλύτερες αναμνήσεις μέσα της από την οικογένεια του. τους φόρτωσαν οι καλοί άνθρωποι με  αμέτρητα πεσκέσια και προμήθειες παρά τη μουρμούρα του γιου τους ότι θα κουβαλούσαν βάρος. 
Στη διαδρομή με το λεωφορείο της γραμμής δεν μιλούσαν ..ο καθένας με τις σκέψεις του πάλευε με τρυφερές αναμνήσεις και λίγες τύψεις για ότι άφηναν πίσω τους. Πόσα θέλει άραγε ο άνθρωπος για να περνάει όμορφα και γαλήνια; 
Τον κοίταξε, του έσφιξε το χέρι και ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του Νίκου ένοιωσε αυτό το φόβο να κρατήσει κάτι δυνατά επάνω της για να μη το χάσει.


(συνεχίζεται)

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

8ο μέρος


Το μεθεπόμενο διήμερο που ο Νίκος είχε ρεπό ξεκίνησαν με το λεωφορείο της γραμμής για το χωριό του. Μετά από τόσο καιρό ήταν το πρώτο ταξίδι που έκανε εκτός Θεσσαλονίκης που σπούδαζε αφότου ήρθε από την Ορεστιάδα.

 Τα συναισθήματα στη ψυχή της μέσα μπερδεμένα.. Ακουμπούσε στο πλάι του και ένοιωθε ασφάλεια όμως κάπου στα κατάβαθα  της πάλευε ο φόβος για το άγνωστο που θα συναντούσε ορθωνόταν απειλητικό.
Αν..αν..πόσα  " αν" στριφογύριζαν στις σκέψεις της. Μπορούσε άραγε να είναι σίγουρη ότι θα ήταν δυνατόν σ' αυτή τη στιγμή  να κάνει ένα όνειρο για οικογένεια πραγματικότητα;..Η σκέψη της δικής της μεταμόρφωνε ακόμη τα όνειρα της σε εφιάλτες..
Ξυπνούσε πολλές φορές τις νύχτες και αφουγκραζόταν την ησυχία της με φόβο ότι από κάποια γωνιά θα ακουγόταν η φωνή της μητέρας της να την βρίζει για κάτι που έκανε στραβά.
- Γιατί μάνα..γιατί δεν με αγάπησες;.. Μονολογούσε τότε και μούσκευε το μαξιλάρι της με δάκρυα μέχρι το ξημέρωμα.. 
Κρυφοκοίταξε πλαγίως το Νίκο..είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στο τζάμι του αυτοκινήτου και μισοκοιμόταν κουρασμένος ίσως από τη χθεσινή του εφημερία..Μπορούσε να πιστέψει σ' αυτόν; Ίσως κάπως έτσι ξεκίνησε και κάποιος έρωτας της μητέρας της...ποτέ δεν έμαθε..ποτέ δεν ρώτησε..ποτέ δεν μίλησε μαζί της σαν δύο φίλες..μάνα με κόρη.
Κοίταξε έξω..τα τοπία ήταν καινούργια γι’ αυτήν και η παρουσία του Νίκου δίπλα της  καταλυτική για την αγωνία της. Άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε το κρόταφο, εκείνος χαμογέλασε με κλειστά τα μάτια  έψαξε τυφλά το δικό της φυλακίζοντας το μέσα στο δικό του.Ήταν λες και ήθελε να της περάσει τη σιγουριά που ένοιωθε εκείνος για τη σχέση τους.
Το ταξίδι μεγάλο και κουραστικό δύο στάσεις για να ξεμουδιάσουν και  αργά το απόγευμα έφθασαν στη Κορινθία που έστω και τέτοια ώρα της φάνηκε πανέμορφη. 
Θα ήθελε να μπορούσε να καθίσουν λίγο και να χαζέψει τα υπέροχα θαλασσινά τοπία της, τις ταβέρνες , τους ανθρώπους... μα έπρεπε να συνεχίσουν στη ορεινή περιοχή όπου έμεναν οι γονείς του.
 Το χωριό λεγότανε Αγγελόκαστρο και ήταν σε υψόμετρο 800 μέτρων ένα χωριό κτηνοτρόφων και γεωργών που είχε εγκαταλειφθεί από τους νεότερους κατοίκους λόγω αστυφιλίας . Οι πολλές εκκλησίες και τα πέτρινα παλιά σπίτια έδιναν στο τόπο τη δική τους σφραγίδα ομορφιάς. Αισθάνθηκε  ότι έφερνε κοντά του ανθρώπους που αγαπούσαν τη ζωή σε ήρεμο και ξεκούραστο περιβάλλον.
 Έφθασαν πολύ αργά  και δεν μπορούσε να δει καλά η Λενιώ το χωριό και η αλήθεια είναι ότι της φάνηκε λίγο σιωπηλό.. ερειπωμένο και εγκαταλειμμένο από κόσμο. Την φόβισε η σκοτεινιά όμως ήταν συνηθισμένη από τη ησυχία  της επαρχιακής ζωής. Άλλωστε το δικό της σπίτι τότε  ήταν στην άκρη του χωριού.
Ένας παππούς χαιρέτισε  τον Νίκο, αμφέβαλε αν τον αναγνώρισε αλλά τον χαιρέτισε με αυθορμητισμό. Πιο πέρα κάποια γιαγιά στο παράθυρο της κρυφοκοίταζε πίσω από τη μισάνοιχτη κουρτίνα του. 
Περπατούσε δίπλα του σιωπηλά αφήνοντας τον στην απόλαυση αυτής της μικρής διαδρομής. Κατάλαβε η Λενιώ ότι ο Νίκος δίπλα της ήταν σχεδόν ευτυχισμένος που πατούσε τα δρομάκια του χωριού του. Ανέβαιναν το δρομάκι ανάμεσα στα σπίτι και της κρατούσε το χέρι  ,πότε πότε της έδειχνε κάτι και της εξηγούσε ..μα εκείνη σχεδόν δεν άκουγε ούτε λέξη . Οι χτύποι της καρδιάς της ήταν δυνατότεροι από τις λέξεις.
Επιτέλους  έφθασαν μπροστά σε ένα πέτρινο παλιό σπίτι τους με φράχτη από ξερολιθιές. Περιποιημένο, φροντισμένο με ένα δένδρο στη μια μεριά του να ακουμπάει επάνω στο παράθυρο  επάνω ορόφου που μάλλον ήταν κάτι σαν σοφίτα.
Τους  υποδέχθηκε για καλωσόρισμα πρώτα το γάβγισμα ενός μεγάλου τσοπανόσκυλου , όμως δεν κατάφερε να τρομάξει τη Λενιώ . Ήταν μαθημένη από μικρή με σκυλιά του χωριού που τα ταΐζε με το μικρό της χεράκι ότι περίσσευε από το φαγητό τους .
  Το σπίτι ήταν φωτισμένο φανερό ότι περίμεναν και ξενυχτούσαν για τον ερχομό τους. Η καρδιά της φτερούγισε έτοιμη θαρρείς να σπάσει μα το χέρι του Νίκου στη μέση της έδωσε το κουράγιο που χρειαζότανε. Η πόρτα άνοιξε και είδε μια γυναίκα γύρω στα 50 να βγαίνει με φωνές χαράς και να αγκαλιάζει με λαχτάρα το γιο της. 
Πίσω της ένας φανερά ταλαιπωρημένος από τη ζωή άνδρας  ήρθε προς το μέρος της και την αγκάλιασε δυνατά και απότομα τόσο που κόντεψε να χάσει την ισορροπία της.
-Καλώς ήρθες κόρη μου, καλώς ορίσατε , Μαρία το κορίτσι.. Μαρία..τι σου είπα; Άσε το γιο σου για αργότερα , θα τον χαρείς μη σε νοιάζει . Η γυναίκα τραβήχτηκε από το Νίκο και ήρθε προς το μέρος της με την ίδια θέρμη αγκαλιάζοντας την δυνατά και αυθόρμητα λες και την ήξερε από χρόνια.
- Καλώς ήρθες κορίτσι μου, σχώρα με μα είχα ένα ολόκληρο χρόνο να τον δω στη γιορτή της Αγίας Παρασκευής 26 τον είδαμε και μετά ..ένα τηλέφωνο κάθε που μας θυμόταν εμάς τους μεγάλους πίσω του.
 Παραπονέθηκε προσποιητά η μάνα του με γελάκια και με δύναμη πιάνοντας τους από τη μέση ,τους οδήγησε στο εσωτερικό του σπιτιού. Είχε χρόνια να μπει η Λενιώ σε ένα τέτοιο σπίτι, εικόνες την πλημμύρισαν από το παρελθόν και ένοιωσε την παρουσία της μάνας της να την βαραίνει ακόμα και σαν θύμηση.
 Όμως τι να συγκρίνει; Σε τι να σταματήσει η ανάμνηση της που να μπορεί να το βάλει έστω στην ίδια ζυγαριά;
Η τόσο θερμή υποδοχή των απλών αυτών ανθρώπων την έκαναν να καταλαγιάσει τους φόβους της και να ελπίζει πλέον ότι από εδώ και πέρα θα υπήρχε μια οικογένεια για εκείνη, μία οικογένεια σαν όλες όσες ζήλευε σαν παιδί.
 Το τραπέζι ήταν στρωμένο, τα φώτα όλα αναμμένα και στα πόδια τους μία γάτα που σηκώθηκε τεμπέλικα να τους καλωσορίσει.   Τριγύρισε ανάμεσα τους κι αυτή με κίνδυνο να την πατήσουν σαν να τους έδειχνε ότι ακόμα και εκείνη τους αγαπούσε. 
Η πόρτα ξαφνικά άνοιξε και μπήκε φουριόζικα ένα άνδρας μεγαλύτερος από το Νίκο μα εμφανώς με μεγάλη ομοιότητα μαζί του. Είχε το ίδιο ύψος με το Νίκο, τα μαλλιά του ανακατεμένα και αχτένιστα προφανώς γεμάτα από λίγα κομματάκια άχυρα τροφή των ζώων.. Τα ρούχα του παλιά και τσαλακωμένα , τα παπούτσια του βγαλμένα μάλλον στην είσοδο του σπιτιού για να μη λερώσει.. 
Πάλι οι αναμνήσεις από το δικό της χωριό που μεγάλωσε την γέμισαν με τις εικόνες τους.  Θυμήθηκε με πόνο τα  μπαλωμένα της φθαρμένα παπούτσια  που ντροπαλά άφηνε έξω από τις πόρτες όταν την φώναζαν για θελήματα. Τώρα φορούσε πλέον καλά παπούτσια και άνετα πάντα , φθηνά μα όχι μπαλωμένα ή από δεύτερο χέρι πάντα .
- Ήρθες παλιοπρωτευουσιάνε γιατρέ.. ήρθες και μας έφερες και τη νύφη.. πούντηνε να την φιλήσω την καημένη που θα σε φορτωθεί.
Έσφιξε τον αδελφό του με συγκίνηση, ήταν μεγαλύτερος και μαυρισμένος από τον ήλιο και τη κούραση των γεωργικών ασχολιών. Το βλέμμα του φανερά δακρυσμένο αγκάλιαζε μαζί με τα μπράτσα του το μικρό της οικογένειας που με περηφάνια θα τον έδειχναν και θα έλεγαν : ο γιατρός μας! 
Μετά γύρισε προς το μέρος της και την αγκάλιασε σφιχτά όπως ακριβώς και οι γονείς του, με θέρμη και ειλικρίνεια αισθημάτων. Τραβήχτηκε έπειτα και κρατώντας την από τα χέρια την περιεργάστηκε με προσοχή μα και με τρυφερότητα στο βλέμμα.
-  Είμαι ο Μιχάλης.. ο αδελφός του.. να σε δω, κούκλα είσαι ! Φοβόμουνα μην είσαι κάποια από τις  ξεβγαλμένες, εκείνες τις φτιασιδωμένες που θα έπαιρνε τον αδελφό μας μακριά στο μέρος της. Εσύ όμως κορίτσι μου φαίνεσαι "δικιά μας " , το βλέπω στο καθάριο  μάτι σου και στο πεντακάθαρο πρόσωπο σου.. Μπράβο αδελφέ ..δεν σε χάλασε η πόλη, χαλάλι το σκάψιμο και το ξεχορτάριασμα που κάνω …
Έσκυψε το πρόσωπο της η Λενιώ για να μην δουν τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της πράγμα βέβαια αδύνατον. Όλη  η αγωνία του ταξιδιού μετατράπηκε σε δάκρυα. Προσπάθησε μα δεν μπόρεσε  να συγκρατήσει το απίστευτο ποτάμι των συναισθημάτων της. Ήθελε τόσο να μείνει μα συγχρόνως τόσο να ..φύγει σε μία γωνιά όπως τότε..μικρή που χωνόταν στην αποθήκη να κλάψει με την ησυχία της.
Όλοι πέσανε επάνω της φωνάζοντας ο καθένας πως νόμιζε ότι ίσως έφταιγε κάτι που της έκαναν.. Ντράπηκε, τους καθησύχασε με απλά μισόλογα και ένοιωσε ότι έπρεπε να κάνει ..ένα βήμα μπροστά!
  Τότε πήρε ανάσα και βρήκε το θάρρος να σηκώσει το κεφάλι και κοιτώντας τους στα μάτια να τους εξηγήσει από ποια πληγή  κυλούσαν αυτά τα δάκρυα.. Κάθισε στο ξύλινο καναπέ του σαλονιού και τους άνοιξε τη ψυχή της ενώ ο Νίκος της κρατούσε τρυφερά το χέρι με την ίδια συγκίνηση κι  αυτός γιατί πολλά τα άκουγε για πρώτη φορά . 
Που την βρήκε τη δύναμη εκείνη για μία τόσο  αυθόρμητη εξομολόγηση η Λενιώ; Σαν το ποτάμι που μέχρι τώρα του έφραζαν το δρόμο χύθηκε από μέσα της το παράπονο και η έλλειψη της θαλπωρής ενός πατέρα και μιας μάνας. Όλος ο πόνος που μόνο στο παπά Μανώλη είχε εξομολογηθεί άνοιξε τη "πόρτα" και βγήκε. 
Την άκουγαν και έβλεπε στα μάτια αυτών των τόσο αγνών ανθρώπων αυτό που χρόνια ήθελε, μία οικογένεια δική της πλέον. Είδε τη μάνα του Νίκου να κλαίει και να σφουγγίζει φανερά τα δάκρυα  με το μαντήλι της, τον αδελφό του να κοκκινίζει από θυμό για όσα ήθελε να ήταν εκεί και να διορθώσει.
 Ο πατέρα του ακίνητος  ,πετρωμένος θα έλεγες προσπαθούσε να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του « πατέρα» βήχοντας πότε πότε για να κατεβάσει το κόμπο στο λαιμό του. 
Αυθόρμητα και αδέξια με τρόπο που δεν τον γνώριζε αφού ποτέ του δεν είχε κόρη σηκώθηκε και την αγκάλιασε προσεκτικά και τρυφερά όπως κρατούσε τα νεογέννητα αρνάκια του.
- Ας τα ξεχάσουμε κόρη μου όλα αυτά, είπε , ξέχνα τα κι εσύ, δεν είσαι μόνη πλέον κι εμείς πάντα θέλαμε μια κόρη ..Έτσι γυναίκα, έτσι δεν έλεγες πάντα με παράπονο ότι δεν σε χάρισα μια κόρη παρά μόνο μαντράχαλους; Μίλα βρε Μαρία..Και τι άλλο θέλαμε από το Νίκο μας; ..ένα εγγόνι κόρη μας.. ένα εγγόνι..έτσι Μαρία;
Η Λενιώ χαμογέλασε από την αμηχανία του ανθρώπου και την αγνότητα των λόγων του.
-Πρώτα από το Μιχάλη σας μάλλον θα το δείτε τους είπε με χαμόγελο εμείς έχουμε χρόνο μπροστά μας, οι σπουδές του Νίκου, το επαρχιακό του, ειδικότητα..έχουμε μέλλον μπροστά μας. 
-Μπα..από σένα θα το δούμε μιας και ο Μιχάλης μας όπως το θέλησε ο Θεός θα χαρεί μάλλον ανίψια.
Η Λενιώ ένοιωσε άβολα με τα λόγια αυτά που υπονοούσαν βέβαια κάτι σοβαρό μα παρατήρησε ότι κανείς δεν πειράχτηκε από αυτά ιδιαιτέρως ο ίδιος ο Μιχάλης. Δεν φάνηκε να στεναχωριέται ούτε να θυμώνει για αυτό που ανέφερε ο πατέρας του σε μία..ξένη σχετικά. Αντίθετα  γέλασε μάλιστα καλόκαρδα και είπε ότι παιδιά του θα ήταν τα παιδιά του αδελφού του χωρίς να έχει τη κούραση και τα..έξοδα τους.
Αργότερα όταν μείνανε μόνοι η Λενιώ με το Νίκο και τα συζητούσαν έμαθε από αυτόν ότι ήταν πράγματι αλήθεια, ο Μιχάλης δεν θα έκαμνε ποτέ δυστυχώς παιδί.  Πέρασε της εξήγησε μια τόσο σοβαρή ασθένεια μικρός και που όπως τους είπαν οι γιατροί του στέρησε για πάντα αυτή τη χαρά.
-Όταν τους έβλεπα που τον έσερναν από γιατρό σε γιατρό τότε νομίζω  μου είχε σφηνωθεί η ιδέα να γίνω γιατρός. 
Της μιλούσε έχοντας την στην αγκαλιά του καθισμένοι στο περβάζι του παραθύρου τους κοιτώντας έξω το φως που έδινε το μισόγεμο φεγγάρι. 
- Χρειάστηκε να πουλήσουν χωράφια και βιός για να καταφέρουν τότε να του σώσουν τη ζωή οι καημένοι.  
Καταλάβαινε η Λενιώ τώρα τη λαχτάρα τους να χαρούν το Νίκο τους γιατρό. Ο "δικός"  τους γιατρός  θα έφερνε τα πάντα σε αυτή την οικογένεια, αναγνώριση, θαυμασμό από το χωριό και βέβαια τη συνέχεια του ονόματος τους.
 Τα έλεγε ο πατέρας τους και τα εννοούσε όπως κατάλαβε η Λενιώ και ένοιωσε μια υποχρέωση απέναντι σε όλους αυτούς για να κάνει τα όνειρα τους πραγματικότητα , όνειρα βέβαια που ήταν και δικές της επιθυμίες .. 
( ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ)

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

7ο μέρος


Εκείνος ήταν στο τέλος των σπουδών του , καλό παιδί επαρχιωτόπαιδο από ένα μικρό χωριό της Πελοποννήσου . Ομολόγησε ότι σπούδαζε με δυσκολία αφού οι γονείς του ήταν απλοί αγρότες μα υπερήφανοι για το μικρό γιο τους που θα γινόταν κάποια μέρα γιατρός. 
Κι εκείνη αυθόρμητα του διηγήθηκε όλη τη ζωή της χωρίς να κρύψει κάτι από ντροπή για την οικογένεια της. Το έκανε υπεύθυνα με τη σκέψη ότι αν δεν την δεχότανε από την αρχή σαν αυτό που ήταν δεν θα έπρεπε να ξεκινήσουν καν μία σχέση. 
Το πράγμα ήταν φανερό και για τους δύο, υπήρχε μια χημεία μεταξύ τους, ήταν δύο χαρακτήρες τόσο ταιριαστοί και οι προθέσεις του Νίκου ξεκάθαρες από την αρχή. Οι συναντήσεις τους ήταν πια καθημερινές και όποτε έβρισκαν ώρα ελεύθερη βλεπόντουσαν και τα απογεύματα .Δεν είχαν βέβαια πάντα περίσσευμα από ώρες  ,εκείνος από μαθήματα, η Λενιώ από τη κούραση της ημέρας.. Όμως όποτε ο Νίκος δεν είχε εφημερίες συναντιόντουσαν σε πάρκα και κοντινά μέρη για να μη ξοδεύουν χρήματα αφού και οι δύο τα είχανε μετρημένα φασόλια όπως έλεγαν και γελούσαν.
- Κάποτε θα βγάζω τόσα λεφτά που θα σε πηγαίνω όπου θες Λενιώ μου , της έλεγε τρυφερά ,κι εκείνη έσκυβε το κεφάλι στο μπράτσο του με πολύ αγάπη…τον είχε ερωτευτεί! 
Σε λίγους μήνες τελείωσε πρώτα εκείνη και πήρε το δίπλωμα της .Το κράτησε στο χέρι της και έτρεμε από συγκίνηση λες και απόκτησε θησαυρό . Τα κατάφερα σκέφτηκε..επιτέλους είμαι κάτι..κάποια..έχω μία δουλειά..ένα σκοπό, έχω όνειρα μπροστά μου να κάνω αληθινά.
Το πρώτο που έκανε ήταν να πάρει τηλέφωνο το παπά Μανώλη και τη ..μαμά Ιουλία . Την αποκάλεσε έτσι εκείνη τη μέρα που της αποκάλυψε ότι πούλησε το χωραφάκι της προίκας της για να σπουδάσει εκείνη. Μόνο μια μάνα θα το έκανε αυτό..τι σημασία έχει που δεν την γέννησε..της έδωσε ζωή με την αγάπη και τις πράξεις της.Τους πήρε λοιπόν με λαχτάρα τηλέφωνο  κλαίγοντας για να τους ευχαριστήσει ακόμα μια φορά.. Μετά τους συμπλήρωσε  τη χαρά τους λέγοντας τους την έκπληξη της, θα πήγαινε να τους δει..
- Μάζευα όλα τα λεφτά από τα φιλοδωρήματα που μου έδιναν εδώ πατερούλη μου , θα αγοράσω εισιτήρια με τη πρώτη ευκαιρία και θα έρθω να σας δω να σας το δώσω να το κάνετε κορνίζα.. σε σας το οφείλω!
- Ίντα μου λέγεις  ψυχοκόρη μου; Στο μυαλό και την υπομονή και επιμονή σου το οφείλεις κοπελιά μου, θα τρελαθεί  η παπαδιά.. πόσο θα χαρεί ίντα ναξερες .Πες μας μόνο πότε θα  έρθεις να σου ετοιμάσουμε Κρητική υποδοχή ! είπε γελώντας ο παπά Μανώλης και πραγματικά ήταν ευτυχισμένος. 
Όσα πίστευε γι’ αυτό το παιδί δικαιώθηκαν πέρα για πέρα και ένοιωσε ότι ο Θεός του στέρησε βέβαια το βιολογικό παιδί του μα του έδωσε ένα άλλο που ίσως το γλύτωσε από πολλά δεινά… Έκανε το σταυρό του υψώνοντας τα χέρια στον ουρανό .Τίποτα στη ζωή δεν γίνεται τυχαία σκέφτηκε..όλα είναι έργο του Θεού, δικά του σχέδια..Σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης τα μάτια του και πήγε τρεχάτος στη γυναίκα του να τα πει.
 Η Λενιώ αποχαιρέτησε την επόμενη μέρα όλους με τη σειρά στη γυναικολογική πτέρυγα που δούλευε και κατάπληκτη και συγκινημένη δέχθηκε δωράκια και εκδηλώσεις αγάπης. Όμως ξαφνιάστηκε πραγματικά όταν η προϊσταμένη με αινιγματικό ύφος της είπε ότι την καλούσε ο Διευθυντής του νοσοκομείου στο γραφείο του. Τρόμαξε, σφίχτηκε η ψυχή της..τι να συνέβαινε..έκανε κάτι;
Πήγε σχεδόν αμέσως και χτύπησε τη πόρτα σιγανά όπως συνήθιζε , ακούγοντας τη φωνή του μπήκε με διακριτικό τρόπο και στάθηκε με σεβασμό μπροστά του. Εκείνος κατέβασε τα γυαλιά του και την κοίταξε χαμογελαστός χωρίς υπεροψία και υπεροχή λόγω της θέσης του. Είχε ακούσει τα καλύτερα λόγια γι’ αυτό το κορίτσι από γιατρούς και προσωπικό που εύκολα δεν λένε καλές κουβέντες για κάποια από αυτές. Μάλιστα δέχθηκε πιέσεις από φίλους γιατρούς να την βοηθήσει να πιάσει μία θέση στη κλινική και να γίνει με τη κατάλληλη καθοδήγηση βοηθός κοντά τους στα χειρουργεία. 
Αυτό της είπε λοιπόν και η Λενιώ ένοιωσε την αναπνοή της να κόβεται από το ξαφνικό απρόσμενο αυτό δώρο. Το κοριτσάκι που μεγάλωσε σε μια καλύβα με μία μητέρα με εραστές και αδιαφορία, το 8χρονο που ξεγέννησε τη μάνα του σε τόσο αντίξοες συνθήκες.. αυτό το παιδί τώρα έβλεπε το μέλλον να ανοίγεται μπροστά του όλο υποσχέσεις. Ο Νίκος δίπλα της, η δουλειά της αυτή που αγάπησε…Θεέ μου σ’ ευχαριστώ είπε μέσα της και απάντησε στο διευθυντή με ευχαριστίες και πολύ ευγνωμοσύνη για τη διάκριση που της έκανε.
Όμως δεν ήταν μόνον αυτό που της επιφύλασσε η ζωή, εκείνο το ίδιο απόγευμα που βγήκε με το Νίκο σε ένα εορταστικό ραντεβού . Όταν ανταμώθηκαν και την έσφιξε στην αγκαλιά του κατάλαβε από τον τρόπο που την κοίταξε ότι θα άκουγε ακόμα πιο ευχάριστα πράγματα αυτή την ημέρα. 
Την άφησε να του διηγηθεί την ημέρα της μ’ εκείνο τον ήρεμο τρόπο που μπορούσε η Λενιώ να λέει τα πιο μεγάλα γεγονότα και μετά … μετά της μίλησε κι αυτός.  Της είπε ότι τώρα πια ο δεσμός τους δεν έπρεπε να είναι ένα απλός δεσμός… μίλησε τους γονείς του γι’ αυτήν στο τηλέφωνο χθες βράδυ και ότι ήθελαν να την γνωρίσουν από κοντά. 
Την αγκάλιασε με τρυφερότητα και η Λενιώ ένοιωσε ότι πραγματικά ήταν πολύ τυχερή στη ζωή της που είχε ξεκινήσει τόσο δύσκολα κάποτε. Η σχέση τους είχε γίνει πλέον με σταθερά βήματα πολύ στενή και δίπλα του έγινε γυναίκα με όλη τη τρυφερότητα που χρειαζότανε. Δεν μετάνιωσε ποτέ γι’ αυτό, ήταν ότι ωραιότερο της συνέβη και ο Νίκος αυτός που του άξιζε να χαρίσει το πρώτο της ερωτικό χάδι. Μέσα της όμως δεν μπορούσε να αποβάλει τη σκέψη ότι μπορεί να τελείωναν τα όνειρα της σύντομα και ότι ένας ..γάμος δεν ήταν στα σχέδια του άμα τολμούσε να τον ρωτήσει.
 Του το είπε δειλά και μέσα από τα δόντια της σχεδόν κλαίγοντας κι εκείνος γέλασε , την αγκάλιασε και την σήκωσε στον αέρα αδιαφορώντας για τα βλέμματα του κόσμου. 
-Τέτοια γνώμη είχες για μένα σπουργιτάκι μου; Έτσι την φώναζε  γελώντας λέγοντας της ότι σαν τα σπουργίτια είναι παντού μα πάντα φοβισμένη δεν πλησιάζει κανένα. Τον κοίταξε με λατρεία..πάντα σιωπηλά..χωρίς ερωτόλογα και χάδια..και μόνον η ματιά της επάνω του της αρκούσε.
Αν δεν είναι αυτό ευτυχία σκέφτηκε τότε τι άλλο μπορούσε να είναι;
(συνεχίζεται)

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

6o μέρος


Η Αλεξάνδρα αποδείχθηκε μια καλή φίλη μα συγχρόνως τόσο διαφορετική από αυτήν. Κοπέλα ανήσυχη, ανοιχτόμυαλη και με φιλοδοξίες για ένα καλύτερο ανεξάρτητο αύριο διψούσε να κάνει παρέες και να εδραιωθεί στη πόλη . Φλυαρούσε ακατάπαυστα στο μικρό δωμάτιο τους λέγοντας στη Λενιώ όλα όσα ονειρευόταν και επιθυμούσε να ζήσει. Γρήγορα απέκτησε φιλίες από τη σχολή , συμμετείχε σε κάθε εκδήλωση με τις παρέες που υπήρχαν  και όταν είδε ότι η Λενιώ δεν την ακολουθούσε την άφησε ήσυχη στις δικές της επιλογές. 
Το οικοτροφείο που έμεναν είχε αυστηρούς κανόνες ως προς τις ώρες εξόδου και την επόμενη κι όλας χρονιά η Αλεξάνδρα της είπε με λίγο δισταγμό βέβαια ότι έπεισε τους δικούς της να μείνει με άλλες φίλες της έξω σε ένα μικρό διαμέρισμα. Την καταλάβαινε η Λενιώ, δεν χάλασαν τις καρδιές τους και την αποχαιρέτησε με κατανόηση βοηθώντας της κι όλας σε ότι μπορούσε. Για αρκετό καιρό βλεπόντουσαν πότε πότε για ένα καφέ μα μετά οι συναντήσεις αυτές αραιώσανε και τέλος έγιναν απλά τηλεφωνήματα αναγκαία και τυπικά μάλλον.
Έτσι η Λενιώ που πεισματικά σχεδόν δεν άλλαξε το όνομα της σε ..Λένα ή Έλενα όπως την συμβούλευαν οι συμφοιτήτριες της συνέχισε τη ζωή της ήρεμα όπως επέλεξε παλεύοντας με τα μαθήματα της για 3 χρόνια . Όταν επιτέλους  έφθασε στο τελευταίο βρέθηκε σε μαιευτήρια για πρακτική εφαρμογή των γνώσεων της. Εκεί το 4ο χρόνο η ζωή της πήρε άλλη όψη και σχεδόν ένοιωθε ευτυχισμένη. 
Ο χαρακτήρας της και η αγόγγυστη προσφορά της δεν έμειναν  χωρίς αναγνώριση από όλους εκεί στις κλινικές που δούλευε. Έγινε το «Λενάκι » τους και αυτό της έκανε τη ζωή πιο ευχάριστη και τις γνώσεις της μεγαλύτερες. Έκανε χωρίς διαμαρτυρία τις πιο δύσκολες και βρώμικες αγγαρείες που τις φόρτωναν οι πιο παλιές. Οι γιατροί την φώναζαν δίπλα τους για βοήθεια γιατί δεχότανε αμίλητη τις φωνές και τα νεύρα των στιγμών της δουλειάς τους .Οι προϊσταμένες των νοσοκόμων  προσέχοντας την αφοσίωση και την αγάπη σε αυτό που έκανε την καλούσαν σε κάθε δύσκολη περίπτωση γέννας για να μάθει γιατί ήξεραν ότι θα πρόσεχε και θα ενδιαφερότανε περισσότερο από όλες. Φρόντιζαν μάλιστα πολλές φορές να της δίνουν να δείχνει εκείνη τα μωρά για πρώτη φορά .Ήξεραν  ότι θα της έδιναν οι συγγενείς κάποιο φιλοδώρημα γιατί όλες καταλάβαιναν ότι δεν είχε άλλους πόρους  για να ζήσει .
Δεν είχε κανένα παράπονο, δεν της έλειψε οτιδήποτε  παρά τα ελάχιστα που της έστελνε ο κηδεμόνας της παπάς και που δεν τολμούσε εκείνη από υπερηφάνεια να ζητήσει κάτι γι’ αυτήν γιατί η ζωή της δεν είχε απαιτήσεις. . Η ζωή της ήταν σπουδές, οικοτροφείο, λεωφορείο συγκοινωνίας και διάβασμα στο πάρκο του νοσοκομείου σε ένα παγκάκι κάτω από ένα δένδρο που οι άλλες νοσοκόμες της έλεγαν γελώντας ότι θα της το δίνανε μαζί της όταν θα έφευγε.
Εκεί.. σε αυτό το παγκάκι την πλησίασε ο Νίκος κάποιο πρωινό μετά από πολλά άλλα που την είχε προσέξει να κάθεται και να διαβάζει τρώγοντας για ..μεσημεριανό το πλούσιο σάντουιτς που της έδινε η τραπεζοκόμος του μαιευτηρίου. Ήταν 23 ετών τότε η Λενιώ, η ανδρική παρουσία δίπλα της παντελώς αόρατη καθώς και οι γνώσεις της για τα  τερτίπια τα ανδρικά. Ήταν ένα όμορφο κορίτσι μα όχι σαν την μητέρα της όπως αναγνώριζε κι εκείνη. Της έλειπε η λάμψη της γυναικείας φιλαρέσκειας , αυτό που κάνει τους άνδρες να γυρνούν και να οσφραίνονται το άρωμα του κορμιού και της ερωτικής επιθυμίας. Της έλειπε η πονηράδα του βλέμματος αυτό το δήθεν αθώο « ξέντυνα » που κάνει η γυναικεία ματιά όταν επιθυμεί να  πει γύρω της ότι υπάρχει και είναι διαθέσιμη για ένα ερωτικό ξεκίνημα.  Η ομορφιά της Λενιώς ήταν μάλλον απόρροια της  ψυχής της που αντιφεγγίζανε σαν σε λίμνη στα αγνά καστανά της μάτια.
Η αλήθεια ήτανε ότι σαν νέα και αυτή πολλές φορές ονειρευόταν  κάποιον δίπλα της μα η εικόνα των όσων είδε στα παιδικά της χρόνια και η έλλειψη του πατρικού πρότυπου την έκανε να μη ξέρει ακριβώς τι να ονειρευτεί και τι να κάνει για να το αποκτήσει. 
Τον είχε βέβαια προσέξει το Νίκο που μέρες τώρα ίσως και εβδομάδες δήθεν αδιάφορα έτρωγε το μήλο του και διάβαζε αθλητική εφημερίδα λίγο πιο πέρα από αυτήν την ώρα του διαλείμματος. Φορούσε ποδιά ιατρική με το καρτελάκι που δήλωνε ότι ήταν φοιτητής και αυτό της έκανε αδύνατον ακόμα και να ονειρευτεί κάτι. Εκείνος όμως τρεχάτος πολλές φορές ακόμα και λίγο πριν εκείνη τελειώσει το διάλειμμα της τον έβλεπε να έρχεται και να κάθεται απέναντι της. Μία φορά τον έπιασε να την κοιτάζει πάνω από την εφημερίδα του και να χώνεται πάλι σπασμωδικά πίσω της μόλις διασταυρώθηκε με τη ματιά της. 
Τότε της ξέφυγε ένα γελάκι που δεν πέρασε απαρατήρητο από εκείνον . Έτσι πήρε το θάρρος που του χρειάστηκε και  την αφορμή την επόμενη μέρα να την πλησιάσει  όταν πραγματικά τυχαία της άνοιξε το ντοσιέ που κρατούσε και τα φύλλα από τις φωτοτυπίες βρέθηκαν να στροβιλίζουν από το φθινοπωρινό αεράκι . Άρχισε να της τα μαζεύει ένα ένα παρά τις διαμαρτυρίες της και μετά να την ρωτήσει με τόλμη αν μπορούσε να καθίσει δίπλα της..
- Θα σας βοηθήσω να τα βάλετε σε σειρά.. της είπε κι εκείνη ..αμίλητη όπως πάντα στις δύσκολες γι’ αυτήν καταστάσεις κοκκίνισε από ντροπή και του απάντησε καταφατικά σκύβοντας το πηγούνι της.

Καθίσαν μαζί , συστήθηκαν με ένα τυπικό χαιρετισμό των χεριών και αρχίσανε να μιλάνε στην αρχή για τις σπουδές τους και μετά … ξετυλιγότανε το ένα θέμα μετά το άλλο σαν αστείρευτη αλυσίδα. Δεν κατάλαβαν το πέρασμα της ώρας και όταν τα μάτια της έπεσαν στους δείκτες του ρολογιού πετάχτηκε τρομοκρατημένη και αρπάζοντας το ντοσιέ της  τον χαιρέτησε και έφυγε σαν κυνηγημένη στη δουλειά της. 
Πως το έπαθε αυτό σκέφτηκε.. πρώτη φορά καθυστερούσε από τα καθήκοντα της … όμως .. πέρασε τόσο όμορφα... αλήθεια..τόσο όμορφα !Μπαίνοντας στο θάλαμο  κατάλαβε ευτυχώς με ανακούφιση ότι κανείς δεν πρόσεξε το μισάωρο που αργοπόρησε ίσως γιατί κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί κάτι τέτοιο για εκείνη…κάπου θα είπαν ..κάπου κάνει μια δουλειά… 
Αυτό ήταν η αρχή του έρωτα της με το Νίκο και όπως όλα στη ζωή της κύλησε και αυτή ήρεμα και συνετά σαν το καθάριο νερό στο ποταμάκι του χωριού της. 

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

5ο Μέρος



Την επόμενη κι όλας εβδομάδα ο παππάς με βιασύνη φρόντισε για όλα τα χαρτιά  της σχολής και τα σχετικά δικαιολογητικά  του  οικοτροφείου που θα έμενε η μικρή Λενιώ .
Τώρα σκέφτηκε και χάιδεψε τη γενειάδα του ασυναίσθητα κάτι που το έκαμνε όταν ήταν ανήσυχος, τώρα έμενε το πιο δύσκολο, να αντιμετωπίσει τη κυρά Δήμητρα τη μάνα της..
- Μάνα να σου πετύχει η κουζουλή..ήμαρτον Κύριε..μη πω πάλι κάτι που δεν πρέπει!
Το είχε σχεδιάσει όμως και αυτό τις νύχτες που ξημερωνόταν με τη σκέψη αυτού του προβλήματος.   Πήρε τον αστυνόμο του διπλανού χωριού που δεν την είχε και με καλό μάτι και το δάσκαλο με το ζόρι γιατί την..φοβόταν και τους πήγε στο μικρό σπίτι  σε ώρα που έλειπε η μικρή.
Μια ώρα μιλούσε και χτυπούσε τη πόρτα να του ανοίξει..Χρειάστηκε να κατεβάσει κάτι..Κρητικές καντήλες μέσα στα νεύρα του και να δώσει σκουντιές στον αστυνόμο να κάνει κάτι κι εκείνος. 
Με δυσκολία τους έβαλε η Δήμητρα  σπίτι τελικά και σχεδόν ανέχθηκε τη παρουσία τους να τους ακούσει. Μα ο παπάς ηρέμησε πιέζοντας τον εαυτό του και άρχισε να μιλάει.Είχε υπομονή και επιμονή και πήρε εκείνος το κουμάντο από τη πρώτη στιγμή. Ήξερε πότε να γίνεται καλός και πότε να επιβάλει τις απόψεις του. 
Τώρα πολεμούσε για κάτι που πίστευε ότι ήταν καθήκον του να κάνει , κάτι σαν..εντολή του Θεού για κάτι αγαπούσε.Ήταν  σαν να ζούσε το δικό του κοριτσάκι και πάλευε γι’ αυτό σκέφτηκε μερικές στιγμές..
 Οι φωνές της μάνας της και τα ακατονόμαστα της   βρισίδια ακούστηκαν σίγουρα σε μέτρα μακριά σαν έμαθε το λόγο μα σαν της είπε ότι αν δεν δεχότανε θα της έπαιρνε η Πρόνοια τα άλλα παιδιά χαμήλωσε τους τόνους και μαζώχτηκε . Αγράμματη ήταν, την φλόμωσε και ο αστυνόμος με λίγες φοβέρες υπερβολικές βέβαια.. το είπε το ναι. .
Έτοιμο το είχε ο παπάς το χαρτί , έτοιμοι και οι μάρτυρες να υπογράψουν και βγήκε από το σπίτι κάνοντας το σταυρό του στον Ύψιστο και αφήνοντας πίσω του σαν πέτρα ένα βάρος.
 Σε μία εβδομάδα η 12χρονη Λενιώ αποχαιρετούσε με λυγμούς το μόνο πλάσμα που αγαπούσε εκεί μέσα.. το Θεόδωρο. Εκείνος όμως αν και την αγαπούσε σαν μάνα όλο αυτό τον καιρό είχε δεθεί με τα αγόρια  λόγω κοινών ενδιαφερόντων και φύλλου τα έβρισκε πλέον μαζί τους. Έτσι την αγκάλιασε χαλαρά και μουρμούρησε μέσα από το στόμα του κάτι σαν..αντίο.
 Την πίκρανε αυτή η εύκολη αποδοχή του φευγιού της και το ότι η μάνα της δεν της έδωσε μαζί της παρά μόνον ένα φευγαλέο φιλί στο μάγουλο και τίποτε άλλο, ούτε καν ένα δάκρυ..
 Πάντα όταν το σκεπτόταν αυτό δάκρυζε τις νύχτες στο οικοτροφείο που την έπιανε η νοσταλγία του σπιτιού..της οικογένειας..μα ποια οικογένεια άραγε νοσταλγούσε; ίσως εκείνη που είχε ονειρικά πλάσει μέσα της η παιδική της ανάγκη για ρίζες.
Όταν μετά από 6 χρόνια η Λενιώ επέστρεψε με λαχτάρα σ' αυτό το σπίτι  με το δίπλωμα του Λυκείου στο χέρι όλο περηφάνια για το κατόρθωμα της το βρήκε άδειο, κατεστραμμένο πια , ένα ερείπιο θα έλεγες καλύτερα.
 Ο παπάς της ομολόγησε κάτι που της κρατούσε κρυφό για να μην αποσπαστεί η προσοχή της από τις σπουδές της. Δηλαδή ότι έφυγε η Δήμητρα  η μάνα της με τον Σίμο της , τον παντρεύτηκες τελικά πέρσι .Προτίμησαν  να πάνε στην Αμερική καλεσμένοι για να δουλέψουν από ένα ξάδερφο του άνδρα της, θα κάνανε ένα νέο ξεκίνημα. Μαζί έφυγαν και τα παιδιά.. και ο Θεόδωρος.. Ήταν σκέφτηκε πλέον μόνη , πραγματικά μόνη.Έπρεπε να σκεφτεί το μέλλον της, το τρόπο που θα κέρδιζε τη ζωή της .Δεν μπορούσε να είναι βάρος σε άλλους.
Με το δίπλωμα που είχε όσο και να το ήθελε γιατρός δεν μπορούσε να σπουδάσει, δεν είχε τα εφόδια  μα στα 19 της πια μπορούσε να μπει σε μια σχολή βοηθών μαιευτικής σκέφτηκε που της άρεσε τόσο πολύ μα πάλι  με ποια  χρήματα; Που θα έβρισκε τα δίδακτρα ;σκέφτηκε με απελπισία.. που θα έμενε σε μία πόλη και πως θα ζούσε… Όμως βρέθηκαν…  η Λενιώ βρήκε αγάπη από τους ξένους παρά από τους δικούς. 
Πόσο έκλαψε αλήθεια στην αγκαλιά της παπαδιάς όταν της ομολόγησε ότι πούλησαν το χωράφι που το είχε από προίκα της σ’ αυτό το χωριό για να μπορέσει εκείνη να σπουδάσει. Χτυπήθηκε στα πόδια της , της φίλησε τα χέρια να της αλλάξει γνώμη, δεν θα μπορούσε ποτέ να της το ξεπληρώσει της είπε..
- Ίντα να το κάνουμε παιδί μου εμείς.. της είπε γελώντας ο παπά Μανώλης όρθιος δίπλα τους . Έχουμε μαθές το σπιτάκι μας  το πατρικό στη Κρήτη να πάμε όταν σε λίγο καιρό θα βγω στη σύνταξη. Εκεί έχω το χωραφάκι μου , μια εκκλησιά μικρή έρημη να προσφέρω τις ευχαριστίες μου στο Θεό  . Βέβαια υπάρχει.. θα υπάρχει πάντα μία κάμαρα για σένα, να το θυμάσαι αυτό.. Ο Θεός είναι Πάνσοφος παιδί μου και για όλα δίνει τις λύσεις να το θυμάσαι αυτό. 
Από εσένα θέλω να μην αλλάξεις, να γίνεις αγωνίστρια γι'αυτό που θες και να προσφέρεις ότι έχεις μέσα σου σε μια σωστή οικογένεια και στους συνανθρώπους σου. 
Γιατί παιδί μου τι αξία έχει η ζωή αν δεν αφήσεις πίσω σου σαν το μικρό γυμνοσάλιαγκα το χνάρι σου για να θυμίζει το πέρασμα σου; Το χνάρι μας είναι οι πράξεις μας στους συνανθρώπους μας να το θυμάσαι πάντα αυτό.. Το κορμί μας πάει εκεί απ' όπου φτιάχτηκε στη γη.Η ψυχή μας στον Ύψιστο μα τα έργα μας κόρη μου..είναι η πραγματική απόδειξη ότι περάσαμε από εδώ.
Σοφά λόγια ο Άγιος αυτός άνθρωπος , γιατί τέτοιος ήταν μαζί και η παπαδιά του.Όταν τους συλλογιζόταν  δάκρυζαν τα μάτια της και ήταν πάντα ένα φωτεινό σημάδι ανθρωπιάς μοναδικό στη ζωή της.
Ένα πρωί λοιπόν έριξε μια τελευταία ματιά πίσω της , έκλεισε τα παλιά ξύλινα παραθυρόφυλλα, αμπάρωσε τη πόρτα  .Κοίταξε γύρω της , χάιδεψε με τη ματιά της τα λουλούδια που κάποτε είχε φυτέψει με τα μικρά παιδικά χεράκια της  και γυρίζοντας τα βρήκε ξερά και μαραμένα.. Έκλεινε ένα μέρος της παλιάς της ζωής σκέφτηκε με απόφαση, γυρνούσε μια σελίδα, άφηνε ότι νόμιζε δικό της δηλαδή.. το κενό.
Έτσι έφυγε για τη Θεσσαλονίκη πλέον στα 19 της χρόνια και με μόνη παρέα μια κοπέλα την Αλεξάνδρα που τελείωσαν μαζί από τη σχολή στην Ορεστιάδα και που εκείνη γράφτηκε για σπουδές σαν νοσηλεύτρια . 
Οι γονείς της πείστηκαν από το παπά να μείνουνε μαζί σε οικοτροφείο της εκκλησίας με ελάχιστα χρήματα πράγμα που φρόντισε εκείνος από πριν. Έτσι βρέθηκαν δύο μικρές επαρχιώτισσες στη μεγάλη πόλη, φοβισμένες μα αισιόδοξες για το αύριο.
(συνεχίζεται)