Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

4ο μέρος



 Την ξύπνησε το βογκητό της κοπέλας  και πετάχτηκε όρθια αλαφιασμένη που ξεχάστηκε για λίγο στην αγκαλιά του Μορφέα ! Αν πάθαινε κάτι το κορίτσι και αυτή δεν ξυπνούσε; Πα! πα! πα! , πως το έπαθε αυτή κάτι τέτοιο. Έσκυψε επάνω της και της έπιασε το σφυγμό , ήταν καλός κι εκείνη φαινότανε ζωντανεμένη.. νέο κορίτσι.. τι να πεις.. σαν τα λουλούδια τα   διψασμένα που τους πετάς νερό και ζωντανεύουν ενώ πριν λίγο νόμιζες ότι θα τα πετούσες στα σκουπίδια. Της χάιδεψε το μέτωπο για να δει αν είχε πυρετό και μετά αφού εκείνη δεν ρωτούσε της είπε χαμογελαστά:
-Θέλεις να δεις το κοριτσάκι σου; Κοριτσάκι είναι μικρή μου και όπως θα δεις πανέμορφο σαν κι εσένα.. Σηκώθηκε με σκοπό να της το φέρει μα η κραυγή του κοριτσιού την τράνταξε σαν ένα χέρι βίαιο.
- Όχι ..δεν θέλω…δεν θέλω να το δω, δεν θέλω να το πιάσω.. μη ..μη μου το δείξετε σας παρακαλώ.. Έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί από το κρεβάτι της μα έπεσε ξανά βογκώντας στα καθαρά στρωσίδια πια του που πριν λίγο είχαν δεχθεί τους πόνους της.
Η κυρά Λενιώ ξανακάθισε στη πολυθρόνα της αποκαμωμένη όχι από τη κούραση μόνο που δεν πρόλαβε ο λίγος ύπνος της να ελαφρώσει μα από τα λόγια του κοριτσιού. Τα ένιωσε σαν χτύπημα στην ίδια τη ψυχή της και ασυναίσθητα έστρεψε τα μάτια στο μικρό παιδικό κρεβατάκι. Το έρμο σκέφτηκε , κοίτα το.. σπάνιο για μωρό  λες και  ένοιωθε την απόρριψη του δεν έβγαζε ούτε μία φωνούλα τόσες ώρες. 
Πως θα το διαχειριζότανε αυτό το πρόβλημα , σκέφτηκε με πόνο η Λενιώ. Μπα ..θα της περνούσε παρηγόρησε τον εαυτό της . Οι πόνοι, το μικρό της ηλικίας της , ίσως τα όσα πέρασε πριν όλα μαζί ήταν ένα σοκ γι’ αυτήν…Μπα..θα ήταν σίγουρα λόγια της αναμπουμπούλας..θα της περάσει.. Ποια μάνα δεν θέλει το μωρό της σκέφτηκε και σηκώθηκε πάλι να την ηρεμήσει.
- Καλά, καλά, όταν το ακούσεις να κλαίει και θα το πάρεις στην αγκαλιά σου θα τα πούμε…αλήθεια ..πως σε λένε; Αυτό τουλάχιστον μου το οφείλεις να μου το πεις..
- Νιόβη με λένε Νιόβη .. μη ρωτάς επίθετο.. βρέθηκα στα μέρη σας, είχα ακούσει για σένα. Η αλήθεια είναι ότι ..ήρθα για σένα.. δεν ήξερα πια που να στρέψω τον εαυτό μου για βοήθεια και ..έμαθα για σένα ότι είσαι καλή γυναίκα, γιάτρισσα ..μη ρωτάς πως.. έμαθα….!
Δεκάδες ερωτήσεις σφυροκοπούσαν το μυαλό της Λενιώς μα σκέφτηκε με φρόνηση ότι έπρεπε να συγκρατηθεί για να μη τη τρομάξει, για να την αφήσει να ηρεμήσει. Σε λίγο το παιδάκι θα ξυπνούσε και θα ήθελε να φάει.. την επόμενη μέρα  αυτή η κοπέλα δεν θα μπορούσε να ελέγξει από τους πόνους στο στήθος της με το γάλα που θα της ερχότανε. 
  Στηριζότανε στη πείρα της για το μητρικό ένστικτο των γυναικών αν και μέσα της χωρίς να το θέλει ένοιωσε την παρουσία κάποιου θυμού γι’ αυτό το κορίτσι.. Σκέφτηκε ότι έπρεπε με τρόπο να πάρει όσες πληροφορίες μπορούσε από αυτή γιατί μπορεί να της χρειαζόντουσαν .Κάθισε λοιπόν κοντά της άκρη στο μικρό κρεβάτι της , πήρε το χέρι της στο δικό της και άρχισε να την χαιδεύει απαλά ενώ συγχρόνως της μιλούσε για το μωράκι και την ομορφιά της μητρότητας. 
Το ακίνητο χέρι της μέσα στο δικό της της έδωσε να καταλάβει ότι η παρουσία και η φλυαρία της έκανε περισσότερο κακό παρά καλό. Σηκώθηκε και γύρισε στην ασφάλεια της πολυθρόνας της, στην δική της ηρεμία .
 Η κυρά Λενιώ είχε πάντα από μικρή λες κάτι σαν διαίσθηση για τα μελλούμενα και σχεδόν πάντα είχε δίκιο. Αισθάνθηκε ότι το πλησίασμα που προσπαθούσε ήταν κάτι δύσκολο με αυτή τη μικρή και ότι όλα αυτά θα ήταν η αρχή για πολλά..χειρότερα. Έκλεισε τα μάτια στιγμιαία και έφερε μπροστά της το παλιό σπίτι  αυτού του χωριού που ζούσε με τη μάνα της όταν κατέφυγαν εδώ από τη πόλη .
Πατέρα δεν γνώρισε η Λενιώ και δεν ρώτησε κι όλας τη μάνα της γι’ αυτό. Στο χωριό μια φορά κάποιος τη φώναξε μπάσταρδο και όταν ρώτησε τη μάνα της γι’ αυτή τη λέξη της έδωσε ένα ξεγυρισμένο μπάτσο λέγοντας της να μη τη ξαναπεί.. Μέχρι τα 5 της στο χωριό μόνο ο παπάς με τη γυναίκα του της έδειχναν ενδιαφέρον και αγάπη. Η μάνα της έβριζε κάθε φορά που  έβλεπε το ζευγάρι να έρχονται να δουν τι κάνει, μισούσε γενικά όποιον ενδιαφερότανε για το «καλό » τους.
 Λίγο ο φόβος για τις διασυνδέσεις που είχε δυναμικός παππάς με τον αστυνόμο, λίγο το γεγονός ότι δεν ήθελε να ανακατεύονται με τι ασχολείται και τα βγάζει πέρα…υποχώρησε.Τους δέχθηκε λοιπόν με πολλούς κόπους και καυγάδες ιδίως όταν με πίεση  έβαλαν τη μικρή στο σχολείο.  Κανείς άλλος σκέφτηκε με πίκρα η Λενιώ δεν την ήθελε πραγματικά στο χωριό, την αποφεύγονταν λες και έφταιγε εκείνη για την μάνα της. 
Μόνον αυτοί, ο παπά- Μανώλης και η παπαδιά αγαπήσαν τη Λενιώ και ένοιωθε ευγνωμοσύνη για το ζευγάρι που αργότερα έμελλε να αλλάξουν τη ζωή της. . Εκείνοι την έπαιρναν μαζί τους σε καλέσματα στα σπίτια, στην εκκλησία, στις γιορτές και επέβαλαν κατά κάποιο τρόπο στους χωριανούς να την δουν σαν ένα παιδί δικό τους και να την δεχθούν χωρίς ρατσιστικές και παλιομοδίτικες ιδέες .Ήταν λοιπόν τόσο καλόβολο και υπάκουο κοριτσάκι  που σύντομα την αγάπησαν όλοι στο χωριό και την "πόνεσαν". Οι κυράδες μάλιστα την φώναζαν  συχνά όταν την έβλεπαν για να τους κάνει κάποιο θέλημα .Τότε της  έδιναν μερικές δραχμές και κάποιο φαγώσιμο κάθε φορά  χωρίς όμως ποτέ εκείνη να το ζητά. Ήξερε τη μάνα της και έκρυβε τα χρήματα μα όχι για εκείνη αλλά για να πληρώσει κάτι από το χρέος τους στο μπακάλη.
Όταν στο σπίτι της η μάνα της έφερε έναν  άνδρα να μείνει και της τον παρουσίασε σαν «θείο» έσκυψε το κεφάλι χωρίς λέξη και φρόντιζε να κάνει τις δουλειές που της έλεγε χωρίς κουβέντα. Μέχρι που κι εκείνος έφυγε ξαφνικά μετά από ένα θυελλώδη  καυγά και η μάνα της μετά « γκαστρώθηκε » όπως έλεγαν όλοι στο χωριό πίσω από τη πλάτη της μικρής Λενιώς.
 Τότε ήταν που 8 χρονών την ξεγέννησε και μεγάλωσε για δύο χρόνια το μικρό Θεόδωρο παρακαλώντας τους γείτονες που είχαν αγελάδα ή κατσίκα να της δώσουν γάλα για το μωρό κι εκείνη τους καθάριζε γι’ αυτό τις αυλές τους . 
Λίγο καιρό μετά η μάνα της έφερε κάποιον άλλο άνδρα στο σπίτι ( ποτέ δεν κατάλαβε που τους γνώριζε) και αυτός  έριξε άγκυρα κοντά της και δεν θέλησε να το κουνήσει.. Δύο ακόμα αγόρια έκανε μαζί του μα αυτά τα παιδιά τα φρόντιζε η ίδια αφού ο Σίμος – έτσι τον έλεγαν – δούλευε στα λατομεία και έφερνε λεφτά στο σπίτι. Πρέπει να παραδεχθεί ότι αυτός τουλάχιστον δεν φώναζε σαν τον προηγούμενο, τα πήγαινε καλά με τη μικρή και τον Θοδωρή και φαινότανε, πίστεψε  ότι η μάνα της τον αγαπούσε.
 Η Λενιώ πήγαινε στο σχολείο με χίλια ζόρια και αυτό το όφειλε πιο πολύ στο παπά Μανώλη ένα Κρητικό που η μοίρα τον έριξε σε αυτό το απομακρυσμένο και λησμονημένο χωριό να κάνει και τα  χρέη δασκάλου μαζί με ένα άλλο δάσκαλο που ερχότανε πότε πότε στο σχολειό. . Έτσι με πολύ κόπο τελείωσε το δημοτικό η μικρή όχι γιατί δεν το αγαπούσε αλλά γιατί η μάνα της δεν νοιαζόταν για να την μορφώσει. Το τελείωσε με άριστα βέβαια και ο παπά Μανώλης την φώναξε μια μέρα στο σπίτι τους με τη γυναίκα του να της μιλήσει μετά το σχολείο .
- Λενιώ μου, ξέρεις ότι σε θεωρούμε με τη παπαδιά δικό μας κορίτσι, είσαι φωτισμένο και ευλογημένο παιδί όσα κι αν τραβάς αγόγγυστα κορίτσι μου. Μιλήσαμε με τη παπαδιά από δω και σκεφτήκαμε ότι μπορείς να συνεχίσεις το σχολείο σου σε Γυμνάσιο. Εμείς χάσαμε το παιδί μας μικρό, Θεός σχωρέστο , είπε ο παπάς Μανώλης και έκανε με τη παπαδιά το σταυρό του, σε έχουμε σαν παιδί μας σου το ξαναλέω, το ξέρεις.. Δεν θέλω να χαθείς παιδί μου εσύ.. θέλω να γίνεις αυτό που σε προόρισε ο Ύψιστος.. ένας καλός άνθρωπος.
 Θα μιλήσω στη μάνας σου μην ανησυχείς , ξέρω τους φόβους σου μα ξέρω και ότι δεν θα αφήσω για κανένα λόγο να χαθείς. .Ψάξαμε με τη παπαδιά , υπάρχει μια σχολή οικοκυρικής στην Ορεστιάδα όπου θα μάθεις γράμματα , θα πάρεις δίπλωμα και μια τέχνη , επάγγελμα , όπου θες να τραβήξεις ..
-Θέλω να ξεγεννώ παιδιά πατερούλη, θέλω να βοηθώ τον κόσμο.. μου αρέσει να τα βλέπω να βγαίνουν στη ζωή και να τους δίνω το πρώτο χάδι όπως στ’ αδέλφια μου.
Ο παπά Μανώλης ένοιωσε συγκίνηση μέσα του και αισθάνθηκε ανήμπορος γιατί δεν θα μπορούσε να προσφέρει σε αυτό το παιδί όσα ήθελε, όμως πίστευε στο Θεό και ήξερε ότι αν ήταν το θέλημα του όλα μπορούσαν να γίνουν.  Σκέφτηκε ότι η Οικοκυρική σχολή είχε ευτυχώς Γυμνάσιο και Λύκειο μαζί  .Ίσως θα μπορούσε να είναι η αρχή από το να γλυτώσει αυτό το κρυφό διαμάντι από τη βρώμικη χαβούζα που έτυχε να βρεθεί, μετά.. ποιος ξέρει.. με λίγη βοήθεια θα έβρισκε το δρόμο του. Το μόνο πρόβλημα θα ήταν η μητέρα του μα ο Κρητίκαρος  είχε κι όλας βάλει σχέδιο αντιμετώπισης στα σκαριά. Θα πολεμούσε γι’ αυτό το κοριτσάκι, ήταν σίγουρος ότι ήταν ξεχωριστό.. φτιαγμένο μόνο για καλό και το αγάπησε να πάρει η ευχή από τη πρώτη στιγμή που είδε τα δακρυσμένα ματάκια του από τα σχόλια των συγχωριανών του!
(συνεχίζεται)

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

3ο μέρος


     
                                                                      3o μέρος

Κοίταξε γύρω της η Λενιώ και  άρχισε να σιάζει το χώρο στο σπιτάκι της  όπου ξεγέννησε το κορίτσι μέχρι που τίποτε δεν θύμιζε την αγωνία και το πάλεμα των τελευταίων ωρών.
 Κάπου σε μια γωνιά την ώρα που σκούπιζε βρήκε το ολόχρυσο βραχιόλι που έπεσε από εκείνη στη προσπάθεια της να της το δώσει.. Το σήκωσε μηχανικά , το κράτησε με προσοχή στα χέρια της και μέτρησε ασυναίσθητα το βάρος του ζυγίζοντας το με τη παλάμη της. . 
Ένας Δράκος σκαλισμένος ήταν όλο το βραχιόλι, μάτια με λαμπερές πέτρες, σίγουρα διαμάντια σκέφτηκε. Βαρύ, χρυσό και πανέμορφο, ακριβό σίγουρα.. Ούτε καν την δελέασε να το φορέσει για να δει πως της πηγαίνει, το τύλιξε πάλι στο μαντήλι του και το έβαλε στο προσκέφαλο του μωρού προσέχοντας μη το ξυπνήσει.
- Να.. κάτι θα σε χρυσώσει μωράκι μου .. κάτι ακριβό μα από τη μάνα σου ή τη γιαγιά σου σίγουρα , ίσως ...σκέφτηκε .. ποιος ξέρει…
Κάθισε αποκαμωμένη πια στη πολυθρόνα της αφού με ικανοποίηση περιεργάστηκε τα πάντα στο δωμάτιο  και τα βρήκε όπως τα ήθελε.. Την τράβηξε όμως λιγάκι φέρνοντας την πιο κοντά στο κρεβάτι που κοιμότανε το κορίτσι με ύπνο βαρύ. Σκέφτηκε με ικανοποίηση ότι τα βότανα της έκανα τη δουλειά τους. Η νεαρή μανούλα έπρεπε να ξεκουραστεί αρκετά.
Χάιδεψε ασυναίσθητα το ξύλινο μπράτσο του καθίσματος, η  πολυθρόνα αυτή ήταν δώρο ξεχωριστό από ένα επιπλοποιό από τη μεγάλη πόλη που έτυχε να περνά με τη γυναίκα του κάποτε τυχαία από το χωριό. Είχε τόσα να θυμάται η Λενιώ από ιστορίες στη ζωή της. ..
Ήταν στο μήνα της τότε εκείνη η γυναίκα  και την πήγαινε ο άνδρας της στη μάνα της να την φροντίσει για τη γέννα . Όμως όπως φάνηκε  το μωρό ήταν βιαστικό και της έπιασαν οι πόνοι στο δρόμο. Την φώναξαν την Λενιώ μέσα στο λιοπύρι του καλοκαιριού να πάει , έχει αρκετά χρόνια, νεότερη τότε έτρεξε κοντά τους στο σπίτι που τους πήγαν . Είχε μπει στο δωμάτιο και τα μάτια της έπεσαν μόνο στη νεαρή γυναίκα που σφάδαζε από τους πόνους. 
Από τη πρώτη στιγμή ένοιωσε ότι δεν ήταν αποδεκτή ή μάλλον δεν ήταν εκείνη σίγουρα αυτό που περίμενε να δει ο άνδρας της γυναίκας. Την περιεργάστηκε από πάνω μέχρι κάτω  τότε με καχυποψία και ρώτησε απελπισμένα στο χωρικό που τους πήρε σπίτι του αν μπορούσαν να φωνάξουν κάποιο γιατρό πραγματικό. Γέλασε εκείνος και του είπε:
-  Δεν ξέρουμε άνθρωπε μου εμείς εδώ στην άκρη από τέτοια, εσείς στη πόλη τα  έχετε όλα. Η κυρά Λενιώ  είναι ο άνθρωπος μας, η ..γιάτρισσα η δική μας εδώ και όλοι μας κάτι της οφείλουμε. Άστην να γιατροπορεύσει την κυρά σου και θα πάνε όλα καλά , στο τέλος με τη χαρά θα της φιλάς το χέρι…
Η Λενιώ τότε αμίλητη χωρίς να θυμώσει από εγωισμό και  θίξιμο για τις αμφιβολίες του , έκανε το καθήκον της όπως το ήξερε κι ακόμα καλύτερα. Του έβαλε στην αγκαλιά σε λίγη ώρα ένα όμορφο και γερό αγοράκι και φρόντισε τη γυναίκα του ώστε να μη φαίνεται ο κόπος της γέννας και να του χαρίσει στα σίγουρα στα επόμενα χρόνια και άλλα παιδιά. Μετά όσο εκείνοι χαιρόντουσαν το μωρό έφυγε αθόρυβα όπως ήρθε χωρίς να απαιτήσει αμοιβή.
 Την αντάμωσε  εκείνος φεύγοντας λίγες μέρες μετά με σκυμμένο το κεφάλι με ντροπή στη θύμηση της συμπεριφοράς του όταν τη πρωτογνώρισε.. Την χαιρέτησε με σεβασμό αυτή τη φορά και έβαλε  με βία 5  χρυσές λίρες στο χέρι παρά τις διαμαρτυρίες της . Μετά μπήκε στην άμαξα με την οικογένεια του πια κουνόντας της το χέρι σε αποχαιρετισμό ευγνωμοσύνης. Πρώτη φορά είδε λίρες  η καημένη η Λενιώ και τις φύλαγε σαν θησαυρό  για χρόνια -μήπως και δεν ήταν γι’ αυτήν θησαυρός - ….Για τη κακιά την ώρα σκέφτηκε ή ίσως για όταν θα έφτιαχνε κι αυτή την οικογένεια της κάτι που δεν έκανε ποτέ.  .
Ένα μήνα μετά σταμάτησε έξω από το σπίτι της ένα φορτηγάκι από αυτά που φέρνουν προμήθειες στο χωριό  και της παρέδωσαν καλά τυλιγμένη αυτή την υπέροχη  πολυθρόνα που μπορούσες να κουνιέσαι κι όλας  ελαφρά. 
Ένα σημείωμα μέσα της έλεγε ότι είναι δώρο για να τους θυμάται , να μη ξεχνά τα γενέθλια του γιου τους και τη διεύθυνση του αν τον χρειαστεί ποτέ στη πόλη . Συγκινήθηκε και κολακεύτηκε με το δώρο αυτό, ένοιωσε τόσο σημαντική και περήφανη. Βρήκε μετά από πολλές ..μετακινήσεις τη θέση που της ταίριαζε, την στόλισε και την χάιδεψε σαν κάτι πολύτιμο.. Αυτή η πολυθρόνα που ήταν και το μόνο σημαντικό έπιπλο που είχε η κυρά Λενιώ ήταν η ξεκούραση της.. Έγινε η γωνιά της, το κρεβάτι , το καταφύγιο και η αγκαλιά αγαπημένων προσώπων  που δεν είχε όταν ένοιωθε ανάγκη από κάτι τέτοιο. Πολλές φορές την χάιδευε και της μιλούσε στις μοναξιές της λες και ήταν ένας άνθρωπος δίπλα της  και την καταλάβαινε.
Απλώθηκε λοιπόν τώρα στη πολυθρόνα της με αναστεναγμό μα και με ικανοποίηση. Πήρε στα χέρια το βιβλίο της, έβαλε ξανά τα γυαλιά της και όμως πάλι κάρφωσε τα μάτια της στο χλωμό πρόσωπο του κοριτσιού. 
Πόσο χρονών να ήταν σκέφτηκε..17..18..μπα.. Πως ήξερε το σπίτι της και τι δουλειά έκανε; Πως βρέθηκε στην άκρη του χωριού χωρίς να την σταματήσει κάποιος στη κατάσταση που ήταν; Είχε γονείς και δικούς της ανθρώπους;.. Μέσα σ’ αυτό το σφυροκόπημα των ερωτήσεων που γέμισαν το μυαλό της δεν κατάλαβε πότε έκλεισαν τα μάτια της και πότε έπεσαν τα γυαλιά της στο στήθος δεμένα με κορδόνι γύρω από το λαιμό της. Το βιβλίο της κύλησε στα πόδια της δίπλα.. στο πολύχρωμο κιλίμι, σχεδόν απαλά λες και δεν ήθελε να την ξυπνήσει.
 Στα όνειρα της η Λενιώ έβλεπε μωρά με φτερά αγγέλων να της χαμογελούν κι εκείνη τους άπλωνε τα χέρια και τα χαιρετούσε. 
(συνεχίζεται)

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Θέλετε συνέχεια;


                                                                    2o μέρος

Την πλημμύρισε ασφυκτικά ένα συναίσθημα διαφορετικό από τις άλλες παρόμοιες φορές που ξεγέννησε και κράτησε στην αγκαλιά της μωρά!
 Τα ματάκια του έκλεισαν , το προσωπάκι ηρέμησε, το κορμάκι αφέθηκε στη τρυφερότητα της αγκαλιάς της και η κυρά Λενιώ ένοιωσε ξαφνικά τη καρδιά της να σχίζεται από παλιό καημό και το δάκρυ μέσα της να κυλά κόμπος στο λαιμό της . Σέρνοντας τα πόδια της από απρόσμενο βάρος το άφησε με ήρεμες κινήσεις στο μικρό κρεβατάκι κουτί θα το έλεγες περισσότερο , το γύρισε στο πλάι και το σκέπασε με μια πλεχτή κουβερτούλα που την είχε πάντα εκεί  να σκεπάζει τα μωρά που ξεγεννούσε.
Κάθισε λίγο όρθια επάνω του και το κοίταξε.. καημένο μωρό σκέφτηκε.. ποια θα είναι η τύχη σου.. σε τι κόσμο βγήκες και που θα βαδίσεις άραγε. Νάναι  λουλούδια στο μονοπάτι σου  ή  πέτρες κοφτερές η στρώση του;  Κούνησε με συλλογή το κεφάλι της στωικά αναστενάζοντας, πάντα το ίδιο σκεπτότανε σε κάθε μωρό που ξεγεννούσε μα όλα μέχρι τώρα είχαν πίσω τους γονείς και συγγενείς να χαίρονται τον ερχομό τους και να κερνούν λουκούμια για το έθιμο νάναι γλυκιά η ζωή του...
 Έβγαλε την άσπρη χειροποίητη ποδιά της λερωμένη πια και την έβαλε σε λεκάνη για πλύσιμο. Αύριο σκέφτηκε, αύριο που θα είμαι ξεκούραστη.. Πλύθηκε καλά με το μοσχοσάπουνο της, πέρασε επάνω στο καθαρό πια κορμί της  καθαρή νυχτικιά με την δαντελίτσα που έπλεξε μόνη της στα μανίκια για να την κάνει πιο όμορφη. Έπειτα έβαλε στα χέρια της τη κρέμα που έφτιαχνε η ίδια με λεμόνι , λεβάντα , βότανο του δάσους που μάζευε την αυγή κάτω από τις βατομουριές και λίγες σταγόνες γλυκερίνη. Άλλο μυστικό της σκέφτηκε χαμογελώντας πονηρά με καμάρι καθώς την άπλωνε με αργές κινήσεις που απολάμβανε στα δάχτυλα και τις παλάμες της. . 
Έβγαζε κάποια χρήματα με τα γιατροσόφια της αυτά αν και τα περισσότερα τα χάριζε, φτωχός κόσμος στο χωριό και οι γυναίκες του ακόμα φτωχότερες. Πολλοί ερχόντουσαν  με πληγές που δεν έκλειναν ή ακόμα με δερματικά που οι αλοιφές της τα ηρεμούσαν και τα εξαφάνιζαν. 
Ήταν ένα ταλέντο που καλλιέργησε αρχικά με επιθυμία ερευνητική  μα περισσότερο από ανάγκη να βοηθήσει , να θεραπεύσει με ότι μέσο είχε από τη μάνα Φύση χωρίς πολλά έξοδα και χημικές προσμίξεις. Βέβαια δεν ήταν όλα στη τύχη αλλά και στη δική της επιθυμία να μάθει περισσότερα επάνω σε αυτή την έρευνα της.
 Διάβαζε βιβλία για τις ιδιότητες των βοτάνων από την ώρα που έπεσε στα χέρια της ένα σημειωματάριο με συνταγές παλιές αλοιφών που της έδωσε σαν κληρονομιά η κυρία Ιουλία η γυναίκα του Παπά του χωριού που την έκαναν αυτό που ήταν τώρα. Τις διάβαζε τα βράδια με τη λάμπα αναμμένη επάνω από το κεφάλι της, τις μελετούσε και προσπαθούσε να απομνημονεύσει τα ονόματα των φυτών. Μερικά απογεύματα της εβδομάδας όταν έπεφτε ο ήλιος έβγαινε στη γύρα στο διπλανό δασάκι ή επάνω στο λόφο από όπου έβλεπες όλο το λόγγο και αναγνώριζε λες και έκανε παιχνίδι ένα ένα τα φυτά συγκρίνοντας τα μεταξύ τους και σημειώνοντας στο μυαλό της το χρόνο και την εποχή που έβγαιναν και την ανθοφορία τους. Κάποια από αυτά τα μεταφύτεψε σε γλάστρες στο κήπο της και άλλα μάζεψε τους σπόρους  όταν γινόντουσαν και γέμισε τα παρτέρια της για να τα έχει πιο εύκολα κοντά της.. Σε ένα ξύλινο γουδί στην αρχή τα κοπανούσε όπως διάβαζε στο παλιό τεφτέρι μα με τον καιρό η πείρα την οδήγησε σε πολλές άλλες  επεξεργασίες  ώστε να τα φέρει στη μορφή που ήθελε. Κρέμες για ομορφιά, για εγκαύματα, καταπραϋντικές για πόνους, ηρεμιστικά σιρόπια για το βήχα…
Σιγά σιγά άρχισε να πειραματίζεται με τους γείτονες που της ζητούσαν βοήθεια συμβουλευτικά όποτε την συναντούσαν στο χωριό. Τις δοκίμαζε με τον εαυτό της πρώτα απ’ όλα και μετά από καιρό όταν βεβαιώθηκε για τη αξία τους με τις γυναίκες που ξεγεννούσε για να μην παθαίνουν μολύνσεις. Από στόμα σε στόμα έγινε κάτι σαν ..γιάτρισσα όπως την έλεγαν με αθωότητα και το « κυρά Λενιώ » έγινε ένας τίτλος σεβασμού γι’ αυτή από τα 30 της χρόνια… Της έφερναν τα παιδιά τους όταν είχαν πυρετό, τις γυναίκες τους όταν κοιλοπονούσαν ακόμα και οι άνδρες που εύκολα δεν εμπιστεύονται τους γιάτρευε δερματικά και μολύνσεις. Το σπίτι της το έδειχναν με σεβασμό σαν κάτι θαυμαστό και την ίδια την χαιρετούσαν με χαρά και την καλούσαν για κέρασμα στο σπιτικό τους..Κι  όμως..δεν ήταν κάποια που δεν ήξερε..δεν είχε γνώσεις από ιατρική..είχε σπουδάσει κάτι μα κανείς δεν το ήξερε εδώ..Ήταν απλά η κυρά Λενιώ τους..η γιάτρισσα. 

Έτσι κάποια στιγμή σκέφτηκε ότι έπρεπε να καταγράψει  όλες αυτές τις « κατασκευές », τα γιατροσόφια της σε ένα χοντρό τεφτέρι που ζήτησε από τον έμπορο του χωριού να της το φέρει από τη διπλανή πόλη.  Τις ώρες λοιπόν της μοναξιάς τις γέμιζε με το να περιγράφει και να ζωγραφίζει τα φυτά που μεταχειριζότan, τις αναλογίες και τον τρόπο που έφτιαχνε τα σκαρφίσματα της.
 Δίπλα σε κάθε ένα έβαζε ένα βαθμό με κλίμακα το 10 για να θυμάται το μέγεθος της αξίας του φάρμακου της και πόση επιτυχία είχε στη θεραπεία καθώς και την αμεσότητα του στο χρόνο που το χρησιμοποιούσε στον ασθενή. Δηλαδή χωρίς και η ίδια να καταλαβαίνει τι κάνει η κυρά Λενιώ έφτιαξε ένα σύγγραμμα που θα μπορούσε να γίνει μπεστ Σέλερς στην εποχή μας, ένας "οδηγός"μέσα από την ίδια τη φύση. 
Το αγαπούσε, ήταν κομμάτι από την ίδια, το έντυσε μάλιστα με υφασμάτινο κάλυμμα κεντημένο από τα χέρια της και του έβαλε και δύο κορδελάκια για να το δένει . Το κρατούσε  πάντα στο συρτάρι της δίπλα στο κρεβάτι της και ήταν περήφανη γι’ αυτό.………………………………………………………….

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Πρώτες σελίδες...



Ελπίζω να φανείτε επιεικείς για την..ημιμάθεια μου στη συγγραφή. Θεωρείστε το σαν μία απλή ανάρτηση..μία στις τόσες..

   ΑΔΙΕΞΟΔΑ….ΚΑΙ ΛΑΘΗ…

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που η ψυχή μας βλέπει μονάχα αδιέξοδα, ο καθρέπτης μπροστά μας δείχνει επιτέλους το «βασιλιά γυμνό» και η ζωή μας φαντάζει ένα ολόκληρο λάθος.. Είναι η  απελπισία των πεπραγμένων και  η επίγνωση πια  των λαθών που κάναμε  στη διάρκεια της  δίκαια ή άδικα, εκούσια ή ακούσια ..Άραγε πάντα γιατί αυτό να έρχεται αργά;  Πέρασε το χέρι της επάνω από το ιδρωμένο μέτωπο της, νομίζοντας ότι οι σκέψεις της έτσι θα έβρισκαν ειρμό. Χαμένος κόπος, χαμένη προσπάθεια για  διέξοδο  σκέφτηκε , όταν πια τίποτε δεν μπορεί να γυρίσει πίσω και να διορθωθεί..
Το βάζο σπασμένο στο πάτωμα, τα κομμάτια του σκόρπια όπως τα έργα και οι πράξεις μας, τα κοιτάμε και καταλαβαίνουμε ότι τίποτε πια δεν θα μπορέσει να τα δώσει τη πραγματική τους θέση και το βάζο να μπει στο βάθρο του ακέραιο και όμορφο όπως έπρεπε να ήταν από το δημιουργό του. Στιγμές αυτοκριτικής επιτέλους χωρίς ηθελημένες παρωπίδες . Το νερό καθαρίζει, τα μάγια της κακιάς μάγισσας των παραμυθιών φεύγουν και η λευκή ψυχή που κάποτε είχαμε από το Δημιουργό μας βλέπει αυτό που στη πραγματικότητα έμεινε μέσα του..
Τόσο κατακάθι πως μπορείς να το βγάλεις και  να το εξαφανίσεις .. μα και να το κατάφερνες μέσα σου θα ήξερες ότι το πέρασμα σου από αυτό άφησε τη σφραγίδα σου για πάντα. Αδιέξοδα.. πουθενά φως να δείχνει το πέρασμα σε κάτι που να σου δώσει ξανά τα όσα έχασες μέσα από την ανοιχτή παλάμη σου ..Τότε το βάρος γίνεται δυσβάστακτο κι εσύ ολομόναχη με το «έργο» σου που  δεν υπάρχει κανείς κόλακας να το θαυμάσει παρά μόνο να το χλευάσει και να του ρίξει το ανάθεμα. …   Πλησιάζοντας  στο  γέρμα της ζωής χάνεις τη  διάθεση να πολεμήσεις, να παλέψεις για τη συγνώμη της  διόρθωση νιώθοντας την αδύνατη πλέον . Την αναγνωρίζεις πια  απόμακρη, απλησίαστη σχεδόν άσκοπη αφού τίποτε δεν μπορεί να διορθώσει.. .. Τότε βλέπεις μπροστά σου μόνο γκρεμούς και αδιέξοδα , ματώνεις από τις πιο μικρές πετρούλες  που δέχεσαι γιατί … να πάρει η ευχή του φαίνονται τεράστιες .  Μα  ίσως ..αν το σκεφτεί κανείς  καλύτερα , οι μικρές πέτρες είναι εκείνες που κατρακυλούν πιο εύκολα και έτσι παρασύρουν μεγαλύτερες φέρνοντας καταστροφές.
Η Ελπίδα κοίταξε με θολωμένα από τα δάκρυα μάτια τα χάπια που κρατούσε στη χούφτα της και αναλογιζότανε πόσο εύκολο θα ήταν να περάσει στην απέναντι όχθη και να μπορέσει επιτέλους να ξεχάσει και να αφήσει πίσω της τις εμμονές και τις πλεκτάνες  που τόσα χρόνια την συντρόφευαν. Έφταιγε; Δεν έφταιγε ; ποιος θα μπορούσε να της δώσει  την απάντηση όταν ούτε και η ίδια δεν μπορούσε να δει σε ποιο μέρος έγερνε η ζυγαριά. Ένοιωθε το βάρος στο στήθος της ασήκωτο να την πιέζει και γιατί όχι ..να την συνθλιβεί  μερικές φορές. Στον ακριβό σκαλιστό  καθρέπτη αχνοφαινότανε το θλιμμένο και αφημένο πια πρόσωπο της  με τα σημάδια της ψυχικής εγκατάλειψης. Ήταν μια άλλη αυτή που έβλεπε. Αντίκριζε με δυσαρέσκεια και λίγο θυμό για την αδυναμία της τη  σκιά της  παλιάς περιποιημένης όμορφης γυναίκας που ωρίμασε αιφνίδια και άσχημα από τα όσα την χάραξαν και την σημάδεψαν.
Αιφνίδια; Χμ!.. γέλασε ειρωνικά μέσα της…αιφνίδια ..όχι.. απλά  φυσική συνέπεια στο παιχνίδι  της ζωής της. Έπαψε να τα βάζει με τη μοίρα.. εκείνη της έστρωσε απλά τη παρτίδα , οι κινήσεις ήταν δικά της λάθη.. επιλογές και αποφάσεις. Τώρα η άλλοτε κυρίαρχη γυναίκα έστεκε ολομόναχη.. όπως ακριβώς έρχεται κανείς στη ζωή και όπως ακριβώς φεύγει. Δεν υπήρχε πόρτα ανοιχτή για εκείνη.. δεν υπήρχε φωτεινό παράθυρο για να κοιτάξει . Κουράστηκε.. σκέφτηκε, κουράστηκε από όλα και το μόνο που ήθελε τώρα πια ήταν να κλείσει τα μάτια της και να νοιώσει ότι εξαφανίστηκαν σαν από μαγείας όλα όσα της γέμιζαν το μυαλό βασανιστικά χρόνια τώρα . Ας χαθούν σκέφτηκε απελπισμένα, ας μην έγιναν ποτέ όλα αυτά Θεέ μου, ας  τα έπαιρνε ο Καιάδας στο απύθμενο βάθος του σε μέρος που δεν έχει γυρισμό.. Στύλωσε τη ματιά της στα χάπια… και μέσα της παλεύανε η ζωή και η εγκατάλειψη..
-Θέλω να μη σκέπτομαι, είπε σχεδόν φωναχτά, θέλω να μη θυμάμαι, θέλω να μη πονάω ! Μη με κοιτάς.. ούρλιαξε στο καθρέπτη.. μη με κοιτάς.. είμαι μόνη το ξέρω…κανείς δεν θα λυπηθεί για μένα…το ξέρω..
Άρπαξε το κρυστάλλινο σταχτοδοχείο από δίπλα της και έκανε τη τελευταία κίνηση του πληγωμένου εγωισμού της σπάζοντας το καθρέπτη μπροστά της και βλέποντας τις άπειρες μορφές της σε κάθε του κομματάκι.
…………………………………………………………………………………………………….
Η κυρά Λενιώ κράτησε το ματωμένο από τα γυναικεία λοχεία υγρά μωρό στα μπράτσα της και του σκούπισε πρώτα το προσωπάκι για να το δει καλύτερα αφού τα γυαλιά της είχαν θολώσει Μετά με το ίδιο μαντήλι σκούπισε το ιδρωμένο πρόσωπο της που έσταζε στη κυριολεξία από το κόπο να το φέρει στη ζωή. Καημένο παιδί σκέφτηκε.. ήρθες κι εσύ να πολεμήσεις στη παλαίστρα και ήρθες ακάλεστο και χωρίς καλωσόρισμα, ούτε καν μία παρουσία φιλική δίπλα στη μικρή μάνα του που βογκούσε ώρες ολόκληρες αμάθητη να το φέρει στο κόσμο. Αυτή η σκέψη την ταρακούνησε και άφησε το μωρό βιαστικά μα προσεκτικά σε ένα πρόχειρο κρεβατάκι που είχε στο χώρο της αυτό για τα μωρά. Η μάνα.. σκέφτηκε με πανικό.. η μάνα.. είχε περισσότερη ανάγκη από το μωρό μα και τι περισσότερο μπορούσε να κάνει πια εκείνη ..
 Ήταν βράδυ όταν της χτύπησαν τη πόρτα της.  Το σπίτι της το τελευταίο του χωριού απόμακρο από τα άλλα ήταν πάντα σπάνιο να το διαλέξει κάποια  από το χωριό για επίσκεψη χωρίς να έχει ανάγκη από τις υπηρεσίες της. Χρόνια πολλά έπαιζε το ρόλο της μαμής η Λενιώ, από τότε που βοήθησε τη μάνα της να ξεγεννήσει τον αδελφό της και μετά άλλα δύο κουτσούβελα .. δηλαδή μόλις οκτώ ετών! Θυμάται το φόβο της όταν η μάνα της μέσα στους πόνους και τα βρισίδια για το αποτέλεσμα της ερωτικής της βίαιης συνεύρεσης με τον εραστή της, της έδινε οδηγίες τι να κάνει για να την βοηθήσει.
- Βόηθα.. τι κάθεσαι μωρέ.. κι εσύ έτσι θα κοιλοπονάς  κάποια στιγμή , καταραμένη η στιγμή που γεννιέται ένα κορίτσι, είπε πνιχτά και ούρλιαξε στο άδειο δωμάτιο του φτωχικού σπιτιού.
 Η μικρή τότε Λενιώ σκέφτηκε ότι φοβότανε περισσότερο τη μάνα της από αυτό που την έβαζε να κάνει. Με κόπο σήκωσε και έβαλε τη μεγάλη κατσαρόλα επάνω στη φωτιά στο τζάκι και τη γέμισε με νερό όπως την ορμήνεψε περιμένοντας να βράσει .Έκαμε μηχανικά και βιαστικά όσα της έλεγε και επειδή ήταν πάντα ένα πειθήνιο παιδί μα και πολύ προσεκτικό τα έκανε σωστά. Όσο ζεσταινότανε το νερό έσιαξε με τα χεράκια της τα στρωσίδια κάτω από το μισόγυμνο κορμί της μάνας της χωρίς να βγάζει μιλιά ενώ μέσα της σιγοτραγουδούσε μηχανικά ένα τραγουδάκι προσευχούλα που θυμότανε από το παπά του χωριού που έπαιζε και ρόλο δασκάλου.. «Άγγελε και φύλακα μου σ’ έχω δίπλα και σιμά μου να με παίρνεις αγκαλιά να με βάζεις στα ψηλά ….».  Έβρασε το νερό και ο αχνός του ζέστανε και το χώρο, έκανε το ίδιο  μετά ότι νόμιζε ότι θα την βοηθούσε και  δίπλωσε τις πετσέτες προσπαθώντας να καταλαγιάσει την αγωνία της. Πήγε κοντά στη μάνα της και έμεινε στο πλάι  της κρατώντας με κόπο τη κραυγή της κάθε φορά που εκείνη της έσφιγγε βίαια το παιδικό της χέρι. Την κοίταζε αμίλητη αναλογιζόταν γιατί δεν ένοιωσε ποτέ της αυτό το « δέσιμο» που έβλεπε με ζήλια ότι είχαν οι φίλες της με τις μάνες τους.
 Ήταν ακόμα παιδί η Λενιώ, παιδί που μεγάλωσε πριν της ώρας του , παιδί που δεν έζησε σαν …παιδί .Κοίταξε τη μάνα της και μέσα της ήθελε να βουλιάξει έστω και για μια φορά στην αγκαλιά της όπως κάνανε όλα τα παιδιά που έβλεπε. Έπρεπε να παραδεχθεί ότι ήταν μια πανέμορφη γυναίκα η μάνα της και αυτό το επιβεβαίωναν και  τα βλέμματα όσων την κοιτούσαν στο χωριό όταν πηγαίνανε να αγοράσουν από το μπακάλη πράγματα πουλώντας τα αυγά που παίρνανε από τις κότες τους. Ήταν σαν να ζούσε σε μια άλλη διάσταση σε ένα άλλο μέρος.  Περπατούσε στα πέτρινα δύσβατα δρομάκια του χωριού  λες και βάδιζε σε κατακόκκινο βελούδινο παχύ χαλί. Δήλωνε έτσι θαρρείς με το τρόπο της  ότι είχε επίγνωση της ομορφιάς της, και σειόταν σαν τη καλαμιά που τη φυσά το απαλό αεράκι .Τότε αισθανότανε ότι  οι πάντες αφήνανε το βλέμμα τους να την χαϊδεύει ο καθένας με το δικό του υποσυνείδητα τρόπο και αυτό την έκανε να νοιώθει ευτυχισμένη και κυρίως δυνατή.. Ούτε καν την ένοιαζε για το κουτσούβελο που περπατούσε αθόρυβα πάντα δίπλα της , ήταν θαρρείς αόρατο γι’ αυτήν. Η Λενιώ δεν πήρε από τη μάνα της  ούτε το μικρό της δαχτυλάκι , ούτε ένα χάρισμα της μα συγχρόνως δεν πήρε ούτε το παραμικρό από τα  αμέτρητα ελαττώματα της. 
Πατέρα δεν γνώρισε η Λενιώ, τουλάχιστον δεν θυμόταν κάτι από αυτόν  έστω κάτι το ελάχιστο ούτε καν σαν αχνό συννεφάκι. Σε αυτά τα 8 χρόνια της ζωής της μόνο η παρουσία , το πέρασμα διαφόρων ανδρών δίπλα στη μάνα της ήταν στις αναμνήσεις της . Όχι εδώ μόνο μα σε ένα άλλο μέρος , μία πόλη που εγκατέλειψαν  ξαφνικά ένα πρωινό για να έρθουν  στο χωριό.
Από κάτι μισόλογα που είπε μεθυσμένη  η μητέρα της σε ένα φίλο της από όλους  κατάλαβε ότι εδώ ήταν το σπίτι στο χωριό του πατέρα της μάνας της  του παππού της … Όταν πέθανε κι εκείνος της το άφησε αναγκαστικά κληρονομιά  ήταν ότι χρειαζότανε για την Δήμητρα, τη μάνα της. ‘Όχι ότι ήθελε να χωθεί σ’ αυτό το κορφοβούνι μα δεν είχε άλλη λύση αφού την κυνηγούσαν Θεοί και Δαίμονες πίσω της.
Έφυγε διωγμένη από τον άνδρα που συζούσε εκείνο τον καιρό αφού του ομολόγησε επάνω σε ένα της μεθύσι ότι το παιδί  που όταν γυρνούσε από τα καράβια νόμισε δικό του ήταν ένα μούλικο ..Ούτε καν ήξερε από ποιον.. Έβγαλε μαχαίρι να τη σκοτώσει.. Τόσα χρόνια πάλευε με την αλμύρα με μόνο όνειρο να μαζέψει λεφτά και να φτιάξουν το σπίτι που ονειρευόταν. Όταν γύρισε δεν βρήκε ούτε κέρμα από όσα της έστελνε και το όνειρο του παιδιού κομμάτια μπροστά του. Την έσωσαν οι γείτονες τη τελευταία στιγμή μα όταν την ζήτησε την επόμενη μέρα η αστυνομία να καταθέσει για το συμβάν εκείνη μάζεψε ελάχιστα στο ντορβά της και εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστεί στη κοινωνία του χωριού το πρώτο καιρό. Οι χωριανοί οι μεγαλύτεροι την είδαν με άσχημο μάτι, θυμώντουσαν τα μισόλογα του πατέρα της όταν έπινε στο καπηλειό και καταριόταν τη κόρη που « έφαγε »τη γυναίκα του και μάνα της από το καημό.
Μα και η Δήμητρα  ούτε καν τους έβλεπε, για άλλα δυσκολευότανε..  Άλλος τρόπος ζωής ο δικός της αναστέναζε όταν το σκεπτόταν , το σπίτι πολύ απομακρυσμένο από τα άλλα, οι άνθρωποι περίεργοι για κάθε τι που τους αφορούσε. Η Δήμητρα όμως ήταν σκληρός άνθρωπος και κυρίως αδιάφορη στα κουτσομπολιά τους. Βέβαια η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν πάντα έτσι.. έγινε.. από όσα  έζησε, από όσα έπαθε. Όχι όμως  χωρίς να φταίει, μόνη της διάλεξε το δρόμο της δεν είχε καμία δικαιολογία ότι την παρέσυρε κάποιος. Μόνη της κάποτε καβάλησε τη μηχανή ενός εργάτη που ήρθε από τη πόλη να φτιάξει τα καλώδια του ηλεκτρικού στο χωριό. Μόνη της του ζήτησε να φύγει σε μια άλλη ζωή που πάντα ονειρευόταν.. Ατύχησε βέβαια μα τουλάχιστον έζησε κάμποσο καιρό όπως το ήθελε και όχι στην μετριότητα της ρουτίνας  της ζωής των δικών της. Έτσι είναι δυστυχώς η ζωή, σε φτιάχνει σε σμιλεύει σαν ακατέργαστο μάρμαρο.
Τώρα λοιπόν έπρεπε να αρχίσει κάτι άλλο από την αρχή.. Ε! και ;..πάντα μπροστά της έβλεπε φως και πρόκληση για παιχνίδι επικράτησης.  Μπήκε λοιπόν στο ρημαγμένο σπίτι και άρχισε να το φτιάχνει. Διόρθωσε λοιπόν μόνη της τους δύο χώρους που είχε όπως μπορούσε χωρίς να ζητήσει βοήθεια και να επιδιώξει να κάνει φιλίες. Η Λενιώ το θυμόταν λίγο όπως το είχε πρωτοδεί.  Ήταν μια καλύβα υλοτόμων τελικά που δούλευαν στη περιοχή στο τέλος του χωριού δίπλα στο δασάκι και την έφτιαξε ο παππούς της με τη γιαγιά της για σπίτι να μένουν όταν παντρεύτηκαν . Εκεί μάλλον μεγάλωσε η μάνα της μα ποτέ δεν θέλησε να της πει για τα παιδικά της χρόνια ούτε γιατί την απαρνήθηκαν έδιωξαν οι δικοί της, γιατί την έδιωξα σαν ένα σκυλί. Ότι έμαθε το έμαθε από τα πικρόχολα σχόλια των συγχωριανών της που ούτε καν νοιαζόντουσαν αν πλήγωναν το αθώο κοριτσάκι.
Η μικρή Λενιώ 8 χρονών πια στεκότανε τώρα δίπλα στο κρεβάτι της μάνας της που κοιλοπονούσε .Ένοιωσε μια τρυφερότητα λες και την είχε εκείνη υπό τη προστασία της σαν μεγάλη ενήλικη,  της χάιδεψε το χέρι ασυναίσθητα μα η μάνα της το τράβηξε και βόγκηξε πάλι με τρόπο που την έκανε να θυμηθεί το καθήκον της. Έπρεπε να κάνει κάτι για πρώτη φορά και έπρεπε να το κάνει σωστά. Αυτά τα « έπρεπε» ήταν μόνιμα στη ζωή της Λενιώς μέχρι που έφυγε από κοντά της , μα πάλι και στην υπόλοιπη ζωή της έγιναν καθήκον και συνήθεια , έτσι ήταν πλασμένη . Όταν πρόβαλε το κεφαλάκι του μωρού είχε σταθεί παγωμένη και με γουρλωμένα μάτια μπροστά στο θαύμα της ζωή. Η φωνή της μάνας της με κοφτές εντολές της είπε να βάλει τη βρεγμένη με ζεστό νερό πετσέτα και να τραβήξει το μωρό προσεκτικά την ώρα που θα ξεπρόβαλαν οι ώμοι του..
- Πρόσεχε μη του ζουλήξεις το κεφάλι μωρή, πρόσεχε δεν είναι παιχνίδι , πονάω , πονάωωωω και τελείωσε τη παραγγελιά της με ένα ουρλιαχτό ενώ η μικρή Λενιώ άρπαξε σχεδόν στον αέρα το μικρό κορμάκι στην αχνιστή πετσέτα που της κοκκίνισε τόση ώρα τα δάχτυλα.
 Ήταν ένα μικρό αγοράκι λερωμένο και ματωμένο που κρεμότανε ακόμα από τα σωθικά της  με ένα πλεγμένο ζωνάρι σαν έντερο. Έκανε ψύχραιμα ότι της είχε ορμηνεύσει από πριν βιαστικά η μάνα της που τώρα είχε χάσει για λίγο τις αισθήσεις της. Δεν τα έχασε η Λενιώ, είχε βράσει από πριν δύο ξύλινα μανταλάκια μέσα στο νερό , έβαλε το ένα δίπλα στο άλλο με ένα ενδιάμεσο διάστημα λίγων εκατοστών όπως την είχε ορμηνεύσει . Έπειτα με το ψαλίδι που κόβανε τα πάντα στο σπίτι και που το είχε βράσει κι αυτό έκοψε το λουρί αυτό ανάμεσα τους πιέζοντας το ψαλίδι και με τα δύο χεράκια της. . Λώρο το είχε πει η μητέρα της και το έδεσε ένα κόμπο όσο μπορούσε πιο όμορφο και κοντά στο κορμάκι του μωρού. Το κοίταξε φοβισμένη για λίγο να μένει ακίνητο και θυμήθηκε τι την είχε πει ακόμα να κάνει. Άρπαξε το μωρό με τα δύο χεράκια της από τα πόδια σαν μία κούκλα και το χτύπησε απαλά στη πλάτη…εκείνο έβγαλε υγρά από το στόμα και η φωνή του δυνατή αντιλάλησε στο μικρό σπιτάκι.
 Ένοιωσε μια υπερηφάνεια και μια συγκίνηση και μέσα της είχε κι όλας διαλέξει τι θα έκανε όταν θα μεγάλωνε. Ούτε νοιάστηκε για τη μάνα της , τύλιξε τον αδελφό της στη λερωμένη πια πετσέτα και το πήγε κοντά σε μια λεκάνη που είχανε για τη μπουγάδα. Την είχε από χθες με επιμονή καθαρίσει λες και ήξερε ότι είχε φθάσει η ώρα, τη γέμισε τώρα με το ζεστό νερό αραιώνοντας το με κρύο.. Με το ένα χέρι έβαλε το μωρό προσεκτικά μέσα κρατώντας το κεφαλάκι του να μη της ξεφύγει και με το άλλο το ξέπλενε και το καθάριζε με αφάνταστη στοργή… «Άγγελε και φύλακα μου σ’ έχω δίπλα και σιμά μου να με παίρνεις αγκαλιά να με βάζεις στα ψηλά ….», σιγοτραγούδησε για να πάρει δύναμη και για να νοιώσει το μωρό ότι δεν ήταν μόνο στο κόσμο αυτό. Μετά το ακούμπησε τρυφερά στη καθαρή ολόλευκη από το πλύσιμο με την αλισίβα  πετσέτα και άρχισε να το σκουπίζει εξερευνώντας κάθε σημείο του σώματος του. Τελικά τώρα έβλεπε ότι ήταν ένα όμορφο μωρό έστω και που κρατούσε πεισματικά τα μάτια του κλειστά. Κοίταξε τα δαχτυλάκια του ένα ένα, τα ποδαράκια τα χειλάκια του και το.. όργανο του.. αγοράκι.. πρώτη φορά έβλεπε από κοντά κάτι τέτοιο. Σαν κούκλα ήτανε.. εκείνη δεν απέκτησε ποτέ της μέχρι τώρα κούκλα και μία παλιά που της έφερε κάποια από το χωριό η μάνα της την πέταξε με βρισίδια στα μούτρα της.. δεν ήθελε ελεημοσύνη από κανένα.
Το τύλιξε με μια μεγάλη πάνα που είχε φτιάξει από καιρό η Λενιώ όταν έμαθε για το μωρό με ένα σεντόνι παλιό που είχε σκιστεί σε μια μεριά και του είχε κεντήσει με άσπρη κλωστή ένα λουλουδάκι στο μάθημα των οικοκυρικών. Από μικρούλα έπιαναν τα  χέρια της σε ράψιμο και κέντημα, μα και σε τι δεν ήταν . Αυτόν τον αδελφό τον αγάπησε περισσότερο από τα άλλα δύο αγόρια που έκανε η μητέρα της πιο αργότερα από ένα άνδρα που έμεινε επιτέλους μαζί της μέχρι το τέλος της ζωής του. Αυτόν τον ένοιωσε σαν δικό της παιδί, σαν δημιούργημα της και ήταν εκείνη που του έδωσε το όνομα : Θεόδωρο! Ήταν ένα όνομα που το είχε ακούσει σε κάτι ιστορίες του παπά και της άρεσε, δώρο Θεού.. έτσι το ερμήνευσε τότε η παιδική ψυχή της.
Κάπως έτσι ένοιωσε η Λενιώ σαν αστραπιαία ανάμνηση με αυτό το μωρό που ξεγέννησε τώρα μόνο που αυτό ήταν κοριτσάκι και είχε τα μάτια του ορθάνοιχτα από τη πρώτη στιγμή που του έκοβε το λώρο. Από τη πρώτη στιγμή ένοιωσε ότι κάτι θα την ένωνε για πάντα με αυτό το κοριτσάκι. Όμως το άφησε και έπεσε με τα μούτρα επάνω στη μικρή μάνα που ίσως δεν είχε κλείσει στοιχημάτιζε ούτε τα 17 της χρόνια. Της έβγαλε το πλακούντα όπως τόσο καλά ήξερε και προσπάθησε να σταματήσει την αιμορραγία με εκείνο το βότανο που χρόνια σαν μυστικό έφτιαχνε κάνοντας το σκόνη και ανακατεύοντας το με άλλα μυστικά βοτάνια. Πάντα είχε επιτυχία, ποτέ δεν της έπαθε κάτι κακό μάνα στα χέρια της και οι γονείς και οι σύζυγοι των γυναικών την αντάμειβαν πλουσιοπάροχα γιατί ποτέ εκείνη δεν όριζε τιμή . Έπαιρνε ότι της έδιναν φτωχοί η πλούσιοι και πολλές φορές όταν καταλάβαινε ότι δεν υπήρχαν στην οικογένεια ούτε τα στοιχειώδη τα έβαζε όσα της έδιναν στη πάνα του μωρού λέγοντας τους ότι ήταν δώρο για το μωρό.
 Ήξερε από φτώχια, σκέφτηκε πονεμένα, ήξερε τι σημαίνει να μοιράζεις το τελευταίο σου πιάτο με άλλους για να επιζήσουν. Μα δόξα το Θεό , η ζωή της έδωσε όσα χρειάστηκε εκτός από το κυριότερο .. ένα δικό της παιδί. Αυτή που τόσα μωρά έφερε στο φως της ζωής δεν μπόρεσε να νοιώσει το σάλεμα ενός μωρού στα σπλάχνα της. Έτσι ήθελε ο Θεός, η μοίρα.. όπως στο καλό το λέει ο καθένας. Έχω άπειρα παιδιά έλεγε όταν την ρωτούσαν , τα έπιασε στα χέρια της πριν και από τη μάνα τους, τα είδε να μεγαλώνουν τα πιο πολλά, να την χαιρετούν στην εκκλησία, να αρραβωνιάζονται μερικά κορίτσια βιαστικά ..χαμογέλασε.
Τα γυαλιά της πάλι θόλωσαν και έπεσαν στην άκρη της μύτης της καθώς έπλενε την άγνωστη κοπέλα που αναίσθητη και αποκαμωμένη αφηνότανε στις φροντίδες της. Δεν ήταν τόσο μεγάλη η κυρά Λενιώ, φέτος θα έκλεινε τα 56 μα αισθανότανε πολύ μεγαλύτερη και πολύ κουρασμένη από αυτά που.. δεν ..έκανε στη ζωή της και έμειναν ένα απλό παράπονο μέσα της .. Τα καστανά γαλήνια μάτια της εξερεύνησαν με απορίες τη νεαρή κοπέλα που ανέπνε με σχετική δυσκολία γερμένη στη λευκή μαξιλαροθήκη.  Ποια να ήταν άραγε; Δεν ήταν από το χωριό αυτό σίγουρα γιατί ..θα την είχε ξεγεννήσει και αυτή τόσο μικρή που ήταν. Από τα ρούχα της φαινότανε ότι ήταν καλοστεκούμενο κορίτσι και  τα χέρια της ήταν λεπτά και καθαρά χωρίς ρόζους που έδειχναν ότι δεν ήξεραν από σκληρή δουλειά. Τα μαλλιά της κοκκίνιζαν ελαφρά και αυτό δικαιολογούσε και τα μαλλιά του παιδιού της. Τα μάτια της αν θυμότανε καλά η Λενιώ ήταν μάλλον ανοιχτόχρωμα , ίσως πράσινα μα ..ποιος προσέχει κάτι τέτοιο όταν ανοίγοντας βραδιάτικα τη πόρτα,  σου πέφτει στην αγκαλιά ένα τέτοιο μικρό κορίτσι σφαδάζοντας στη κυριολεξία από πόνους γέννας .
Μόλις είχε αποφασίσει να πέσει για ύπνο εκείνο το βράδυ η κυρά Λενιώ όταν τα δυνατά χτυπήματα την έκαναν να πεταχτεί από τη πολυθρόνα της όπου ως συνήθως την είχε μισοπάρει ύπνος με το βιβλίο των ψαλμών στο χέρι. Πήγε όσο μπορούσε πιο γρήγορα και άνοιξε χωρίς φόβο τη πόρτα. Ακόμα και που ήταν στην άκρη του χωριού ποτέ δεν έπαθε κακό από κανένα, όλοι στη περιοχή την αγαπούσαν και την σεβόντουσαν. Εικοσιπέντε χρόνια ζούσε σε αυτό το χωριό μετά την …επιστροφή της και το αγαπούσε σαν να είχε γεννηθεί εδώ .Άλλωστε ήταν δικό της , του προπάππου της αφού η μάνα της δεν ξαναέδωσε σημεία ζωής από το φευγιό της και μετά.. Ήθελε κάποια στιγμή της ζωής της να μείνει μόνη της μα συγχρόνως να προσφέρει και τη δουλειά της βοήθεια σε όλους. Τους αγάπησε και την αγάπησαν όλοι τους. Της πηγαίνανε πεσκέσια και λαχανικά από το κήπο τους , ψωμί από το φούρνισμα τους και μερικές φορές γλυκό από τις χαρές τους.  Για να της χτυπούνε τη πόρτα σκέφτηκε θα την  έχουν ανάγκη. Άνοιξε λοιπόν τη παλιά  φαγωμένη από τα χρόνια πόρτα και έπεσε στην αγκαλιά της το μικροκαμωμένο αυτό κοριτσάκι με τη κοιλιά στο στόμα.
- Βοηθήστε με, βοηθήστε με, δεν έχω κανένα , της είπε και μετά έβγαλε με προσπάθεια από το κόρφο της ένα μαντήλι που από μέσα του ξεπετάχτηκε και έπεσε στο πάτωμα ένα χρυσό βραχιόλι.
- Δεν είναι κλεμμένο, είπε με απόγνωση, δικό μου είναι, μόνον αυτό έχω για το κόπο σας.. ξέρω ότι μπορείτε να με βοηθήσετε.. σας παρακαλώ ..πονάω πολύ…
Ούτε καν της απάντησε , ούτε καν έσκυψε να πάρει το βραχιόλι. Την άρπαξε με τα δυνατά της χέρια παρόλο την νύστα της  και την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι που είχε πάντα έτοιμο για τέτοιες ώρες και πάντα καθαρό με φρέσκα σεντόνια ολόλευκα που τα άλλαζε κάθε μέρα. Της χάιδεψε τα μαλλιά και της ψιθύρισε στο αυτί  λόγια παρηγοριάς και ηρεμίας που συνήθιζε τέτοιες στιγμές που οι γυναίκες είναι ευάλωτες και αδύναμες. . Το κορίτσι  τότε της χαμογέλασε και αφέθηκε με εμπιστοσύνη στα χέρια της που έμπειρα την έγδυσαν , την ξάπλωσαν στο κρεβάτι και την έδωσαν τη στάση που έπρεπε. Της μέτρησε το σφυγμό και άκουσε το μωρό με το ξύλινο παλιό εργαλείο που είχε αγοράσει πριν πολλά χρόνια από τη πόλη. Οι χτύποι της καρδιάς του μωρού ήταν δυνατοί και δήλωναν από τη πείρα της κορίτσι και μαχητή . Πέρασαν δύο ολόκληρες ώρες για να μπορέσει να γεννήσει το μωρό της και η Λενιώ δυσκολεύτηκε περισσότερο από κάθε φορά.. Το κορίτσι ήταν μικρό, αδύνατο, το μωρό δεν ήταν γυρισμένο σωστά και μάλλον ήταν μικρότερο από 9 μηνών. Σκέφτηκε να τη ρωτήσει μα το βρήκε μετά περιττό. Δεν θα άλλαζε σε τίποτε αν ήταν έτσι, το μωρό ερχότανε και τίποτε δεν μπορούσε να το σταματήσει. Τώρα την περιποιούνταν πια και προσευχόταν συγχρόνως στο Θεό να πάνε όλα καλά και να είχε κάνει το σωστό. Όταν τελείωσε την κοίταξε με ικανοποίηση και την άφησε ήσυχη να ξεκουραστεί.  Πήγε στη γωνιά που κρεμόταν η καντήλα της μπροστά στον Άγιο Ελευθέριο που ήταν ο προστάτης άγιος της, έκανε το σταυρό της και του είπε όπως πάντα λες και μιλούσε σε δικό της άνθρωπο.
-Εγώ Άγιε μου έκανα το ανθρώπινο , εσύ τώρα κάνε το δικό σου και ..ξέρεις εσύ.. το λαδάκι το καλό θα σου ανάψω και θα σου φέρω πρόσφορο στην εκκλησιά.
Μετά πήγε στο μέρος που είχε αφήσει το μωρό και το κοίταξε με γλυκύτητα όπως όλα τα μωρά που είχε φέρει στο κόσμο. Σκέφτηκε ότι είχε σειρά αυτό να το κανακέψει, να το φροντίσει σαν καλωσόρισμα . Της έκανε πάλι εντύπωση ότι μέσα στις βρωμιές και τα υγρά τα ματωμένα ,εκείνο είχε ορθάνοιχτα τα μάτια και την κοιτούσε θαρρείς  στο πρόσωπο της με επιμονή καταρρίπτοντας όσα ήξερε μέχρι τώρα ότι τα μωρά δεν βλέπουν τις πρώτες μέρες. Ετοίμασε γρήγορα το νερό , το πήρε γυμνό στα χέρια της και όπως τότε.. τη πρώτη της φορά με τον αδελφό της , το έχωσε στο χλιαρό νερό με το αντισηπτικό βότανο που έβαζε και κρατώντας του το όμορφο κεφαλάκι του έπλυνε προσεκτικά και με περισσή φροντίδα. Μετά το έβαλε στη καθαρή ολόλευκη πετσέτα και το σκούπισε τρυφερά… το άτιμο σκέφτηκε.. έχει κάτι που σε κάνει να το νιώθεις ξεχωριστό. Κάνοντας χωρίς να το θέλει μια μικρή διάκριση άνοιξε το δεύτερο συρτάρι από τη παλιά κονσόλα της και έβγαλε κάποιες πάνες που φύλαγε χρόνια τώρα. Τι τις φυλάω; Σκέφτηκε και δικαιολόγησε έτσι την αυθόρμητη  πράξη της. .. Τύλιξε το ροδαλό κορμάκι στο βαμβακερό κεντημένο πανί και το φάσκιωσε με προσοχή χωρίς να εμποδίζει τη κίνηση του σώματος του. Το κράτησε στην αγκαλιά της για λίγο και το κούνησε ρυθμικά λέγοντας του ένα νανούρισμα ξεχασμένο στα χρόνια… « Νάνι νάνι το μωρό μου, νάνι το μωρό να κάνει, να κοιμάται να μερώσει να ξυπνά να μεγαλώσει… Νάνι του Ρήγα το παιδί, του βασιλιά εγγόνι, νάνι του Μάη η πασχαλιά, του Μάρτη πρωτοβρόχι.
( συνεχίζεται)