Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

συνέχεια

    42η συνέχεια

Έτσι γνώρισε και το γιο του που αν και τόσο διαφορετικός εξωτερικά από το πατέρα του μέσα στη παιδικότητα των χρόνων του μπορούσες να διακρίνεις ένα ώριμο παιδί μεγαλωμένο με  κάπως..στρατιωτικές αρχές. Την χαιρέτησε κτυπώντας το πίσω μέρος από τα παπούτσια του και απλώνοντας το χέρι του στο δικό της με θάρρος. Ένοιωσε κάτι να φτερουγίζει μέσα της, αυτά τα αθώα λυπημένα μάτια..
-Είναι ένα θαυμάσιο κατάστημα πράγματι, τόσα στολίδια, ευχαρίστως να βοηθήσω...
Της άνοιξε ευγενικά τη γυάλινη είσοδο δίνοντας της το προβάδισμα και προχώρησαν μέσα στο κατάστημα για να χαθούν  στην Χριστουγεννιάτικη λάμψη του. Ο μικρός αφάνταστα ήσυχος, θα έλεγες συντηρητικός σε κάθε του έκφραση ,όμως η Ελπίδα έβλεπε το βλέμμα του να στυλώνεται με λαχτάρα σε κάποια στολίδια συγκρατώντας όμως τον εαυτό του στο να απλώσει το χέρι να τα πιάσει .Ένα παιδί που δεν ένοιωθε σαν ..παιδί!
Η Ελπίδα ακολούθησε τη λάμψη αυτή και διάλεξε όσα ένοιωσε ότι ήθελε, η σιωπηλή αποδοχή και το δειλό χαμόγελο του, έφερε και σ' εκείνη ένα παρόμοιο στα δικά της χείλη. Ο Steynthans είδε με ικανοποίηση αυτή τη ..σιωπηλή συμφωνία τους και χωρίς να το δείξει τους άφησε να χαθούν στις προθήκες, να αγγίξουν, να παίξουν με του ήχους, να ..ξεχάσουν τη παρουσία του. Διακριτικά προχώρησε προς το ταμείο και στάθηκε να τους κοιτάζει από μακριά.. Όταν επιτέλους αντιλήφθησαν ότι ο χρόνος και τα..ψώνια του είχαν τελειώσει ξαναγύρισαν στη σοβαρότητα τους με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και καμουφλαρισμένα χαμόγελα.
-Καιρός ήταν να ξεκουραστώ κι εγώ κάπως , με τόση αναμονή κουράστηκα, ξέρω ένα κατάλληλο μέρος για αυτή τη ξεκούραση !
Τον ακολούθησε χωρίς να ρωτήσει ή να φέρει αντίρρηση  σε ένα υπέροχο τσαγερί που υπήρχε στη πόλη , εδώ μπορούσες να δοκιμάσεις τις πιο υπέροχες και σπάνιες γεύσεις τσαγιού. Το ήξερε η Ελπίδα μα δεν το είχε επισκεφτεί ποτέ , τι δουλειά θα είχε μόνη της εδώ, το θεωρούσε κάπως σνομπ το περιβάλλον του. Όμως όταν κάθισαν στις βελούδινες καρέκλες και ανέπνευσε τη διάχυτη μυρωδιά από τα ζεστά φλιτζάνια τσαγιού που υπήρχαν μπροστά στους εκλεκτούς θαμώνες αυτού το μαγαζιού ένοιωσε λες και ανήκε σε αυτό το ήρεμο περιβάλλον. Τα μάτια της στυλώθηκαν στη ψευδοροφή όπου μία υπέροχη τοιχογραφία έδειχνε γυναίκες γκέισες να απολαμβάνουν το τσάι παρέα με άνδρες καθισμένους μπροστά σε χαμηλά τραπέζια .Πίσω τους κήποι με παγώνια και κερασιές ανθισμένες. Η μουσική υπόκρουση στο χώρο τόσο διακριτική που λες ότι ήταν μέρος του ίδιου σου του μυαλού. Η ικανοποίηση που αισθάνθηκε πέρασε και σ' αυτόν και η θριαμβευτική ματιά του την έκανε να χαμογελάσει επιτέλους.
-Πόσο παιδί είσαι ..μουρμούρισε μέσα σχεδόν από τα δόντια του, πόσο παιδί Θεέ μου..
Η φράση του είχε ένα τόνο μελαγχολικό θα έλεγε μα η μαγεία της διαδικασίας του σερβιρίσματος του τσαγιού την έκανε να βάλει στην άκρη κάθε φιλύποπτη σκέψη και απλά να απολαύσει με τα μάτια και τη γεύση. Ο Άρης της είχε μάθει να εκτιμάει σιωπηλά κάθε τι νέο χωρίς να δείχνει έκπληξη , να το απολαμβάνει λες και το είχε από χρόνια στη ζωή της. Το υπέροχο σερβίτσιο από φίνα κινέζικη πορσελάνη , τα ασημένια κουταλάκια, οι κύβοι της ζάχαρης  σε παλ αποχρώσεις, οι λευκές πετσέτες γαρνιρισμένες με δαντέλα. Αχόρταγα η ψυχή της τα απολάμβανε, μα οι κινήσεις της έδειχναν τους καλούς τρόπους που επίμονα της μάθαινε πιεστικά η θεία της τότε. Μόνο μπροστά στη ποικιλία από μπισκότα και κεράσματα συνοδευτικά  ξύπνησαν μέσα της το παιδί που δεν έζησε ποτέ την ηλικία του. Το χέρι της συνέπεσε με το χεράκι του μικρού επάνω τους και ..βάλανε τα γέλια αδιαφορώντας για τη παρουσία του και το βλέμμα του σερβιτόρου πίσω τους .
Έτσι μπήκε στη ζωή της ο Stevens ο μικρός γιός του που απέθεσε η Ελπίδα επάνω του όλα τα μητρικά αισθήματα που δεν έδωσε στο δικό της μωρό. Γιατί μετά από δύο χρόνια καθαρά φιλικής και επαγγελματικής σχέσης εκ μέρους της με τον ..μέγα Steynthans δέχθηκε κάποιο απόγευμα τη ξαφνική πρόταση του .
-Ελπίδα..ξέρω ότι είμαι μεγάλος για σένα, πολύ μεγάλος θα έλεγα . Ξέρω σίγουρα ότι δεν με αγαπάς, ξέρω όμως ότι σε αγαπάει ο γιος μου και ότι εσύ είσαι ειλικρινής μαζί του..το βλέπω..το νοιώθω. Θα σε σοκάρω με αυτό που θα σου πω ίσως, το σκέφτηκα σου λέω πολύ πριν σου το πω πίστεψε με. Έμαθα στη ζωή μου να ενεργώ με το ένστικτο μου, δεν λάθεψα ποτέ. Θέλεις ..θέλεις.. να με παντρευτείς; Μου φθάνει και μόνο αυτό που μου δίνεις μα σου λέω ότι  επειδή μου αρέσουν οι σκληρές προκλήσεις δέχομαι να παλέψω για περισσότερα από σένα.
Παντρεύτηκαν ένα μήνα μετά σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι σε ένα παρεκκλήσι καθολικά στην..Αυστραλία και σε ένα δήμαρχο της ίδιας πόλης. Ο 13 χρόνος Stevens κρατούσε γερά το χέρι της και χαμογελούσε μέσα στο όμορφο σκούρο κουστούμι του. Τον έβγαλε από το οικοτροφείο και τον "αγκάλιασε" με παθολογικό μητρικό θα έλεγες τρόπο .
Ο Steynthans δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει ότι ήταν ο Άρης γι' αυτήν, όμως της έδωσε το λιμάνι που πάντα ήθελε στη ζωή της. Δεν ήταν η άνετη οικονομική κατάσταση που της προσέφερε με ανοιχτοχεριά , ήταν  όμως το σκαλοπάτι που πάτησε για να κυριεύει..βουνά.  Αδιαφόρησε το πρώτο καιρό για τους ψιθύρους πίσω από τη πλάτη της καθώς περνούσε μέσα από τους διαδρόμους των επιχειρήσεων τους. Έσφιγγε τα χείλη της για να μην επιτεθεί σ' αυτούς και γελούσε που  η Χέλγκα τώρα "έγλυφε" το κάθε της λόγο. Δυσκολεύτηκε να  την αποδεχτούν  μα η σκληρή δουλειά και  η συμπεριφορά της δεν τους έδωσε σύντομα  το δικαίωμα να πουν πως δεν ήταν ικανή για κάθε της απόφαση που είχε σημασία για την άνοδο της εταιρίας.
Ο άνδρας της ταξίδευε σχεδόν πάντα , ο "γιος" της δενόταν όλο και περισσότερο μαζί της κι εκείνη μαζί του και ο Steynthans της έλεγε γελώντας ότι παντρεύτηκε το γιο του και όχι εκείνον. Η Ελπίδα πάντως φρόντισε και στάθηκε μία τέλεια σύζυγος στις υποχρεώσεις της ,διακριτική, δυναμική χωρίς να προκαλεί  τον συνόδευε σχεδόν πάντα σε κάθε συμβούλιο αφού της έδωσε μετοχές της εταιρίας του γι' αυτό το λόγο.
Πολλές φορές στις μοναχικές της στιγμές αναρωτιόταν  γιατί στη  ζωή της σχεδόν πάντα είχε σαν δεκανίκι ένα μεγάλο άνθρωπο, ένα σύντροφο που θα μπορούσε να είναι πατέρας της. Δεν ήταν δυστυχισμένη σε αυτές τις σχέσεις, ένοιωθε όμορφα στην αγκαλιά τους, ένοιωθε σιγουριά και ασφάλεια δίπλα τους . Μέσα της είχε ένα κενό σε συναισθήματα ερωτικά , δεν διανοήθηκε ποτέ να ρίξει το βλέμμα της σε κάποιο νεότερο και μα το Θεό της έκαναν τα γλυκά μάτια πάρα πολλοί .Ποτέ δεν κατάλαβε ότι ο άνδρας της παρακολουθούσε κάθε της βήμα και πως εκτιμούσε τη στάση ζωής δίπλα του.
Ήταν η χρονιά που ο γιος "της" γινόταν 21 έτους και στο σπίτι ετοιμαζόντουσαν για μία μεγάλη γιορτή . Θυμήθηκε καθώς αγόραζε το χρυσό μενταγιόν που του παράγγειλε για δώρο, τη βραδιά που ο Αντώνης της πέρασε στο χέρι το χρυσό βραχιόλι με διαφορετικά βέβαια μέσα του υποθετικά σχέδια. Πόσο αθώα ήταν τότε..πόσο βέβαιη ήταν τώρα.
Ζήτησε από τον κοσμηματοπώλη να της χαράξει στη μικρή πλάκα τη φράση: " Ο γιος που μου χάρισε η μοίρα" και ένα μικρό πλατινένιο δράκο επάνω του γιατί έτσι ήθελε να τον δει..ένα δυνατό δράκο απέναντι σε όλα..Θα ήταν κάποτε ο πρόεδρος σε όλα αυτά και  φρόντισε στα 10 χρόνια που ήταν δίπλα της  να τον κάνει δυνατό και συγχρόνως ανεξάρτητο από κάθε απόφαση άλλου. Το πρώτο καιρό την φώναζε δειλά "μούτερ"( μητέρα) μα κάποτε του είπε ότι δεν θα έπαιρνε ποτέ τη θέση της μητέρας του απλά ..την αντικατέστησε μοιραία  στη ζωή. Το ..Ελπίδα ήταν δύσκολο γι' αυτόν έτσι το "Έλπη" έγινε αστεία καραμέλα στα χείλη του όταν έπαιζε μαζί της παιχνίδια και την κέρδιζε ή τον άφηνε μερικές φορές να το κάνει.
Εκείνη η γιορτή ήταν ορόσημο και για την ίδια χωρίς να το ξέρει. Ο άνδρας της είχε πάρει αποφάσεις ζωής όπως φάνηκε. Ανακοίνωσε ότι παραχωρούσε το 49% των μετοχών της πολυεθνικής του στο γιο του και ...σε εκείνη είχε κάτι διαφορετικό...
-Η Ελπίδα έγινε ένα φως σε μας τους δύο, είπε και την αγκάλιασε από τους ώμους προστατευτικά όπως πάντα. Της οφείλουμε πολλά.
Μετά απευθύνθηκε στη ίδια κοιτάζοντας την τρυφερά .
-Ξέρω ότι η Ελλάδα θα είναι πάντα η πατρίδα σου, ότι έστω και αν δεν το παραδέχεσαι έχεις κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς εκεί "λίμπεν"(αγαπημένη). Είναι καιρός να σου δώσω το δώρο να τους κλείσεις αν το θελήσει η μοίρα. Μία νέα εταιρία ανοίγεται από τον όμιλο μας εκεί, όλα είναι κανονισμένα ..τα πάντα..μένει μόνο να την επισκεφτεί η..Πρόεδρος. Θα είναι δική σου, ανεξάρτητη από όλες τις άλλες έστω και αν ανήκει στον όμιλο. Δική σου ..και διάλεξα αυτή τη μέρα των γενεθλίων του γιου μου σαν ευχαριστώ για όσα έκανες γι' αυτόν όλα αυτά τα χρόνια. Είναι καιρός να αποχαιρετήσεις τη χώρα αυτή και να γυρίσεις..πίσω.
Στεκόταν δίπλα του..οι παρευρισκόμενοι χειροκρότησαν ..ο άνδρας της την αγκάλιασε και τη φίλησε στα μαλλιά και ο γιος της έκανε το ίδιο .Οι άνδρες μου σκέφτηκε..οι άνδρες της ζωής μου, πόσο τυχερή ήταν ..
Λίγους μήνες  μετά βρέθηκε στην Ελλάδα και σε δύο χρόνια είχε κι όλας δημιουργήσει ένα νέο "όνομα" φίρμα στη χώρα. Ο γιος της την επισκεπτόταν συχνά και βοηθούσε στα πάντα .Τον εμπιστευόταν, σκεπτόντουσαν τα ίδια, ταίριαζαν στις ενέργειες και στις αποφάσεις, ήταν ο "δικός " της γιος.
Ο  άνδρας της πάντα κοντά της βέβαια όμως είχε μεγαλώσει πολύ και αυτό τον βάρυνε. Χαιρόταν να τους θαυμάζει , μοιραζόταν το χρόνο του ανάμεσα σ' εκείνη, σε λίγες παρουσίες αναγκαστικές σε συμβούλια μετόχων και στο αγαπημένο του άθλημα το γκολφ. Από το καιρό που είδε ότι ο γιος του κι εκείνη φάνηκαν  ισχυροί  αντικαταστάτες του είχε σχεδόν αποσυρθεί από πολλά. Τελευταία μάλιστα ένα καρδιακό επεισόδιο τάραξε την οικογένεια και έκανε την Ελπίδα να νοιώσει πόσο της ήταν σημαντικός δίπλα της.
Θυμάται εκείνη τη νύχτα στη κλινική που κόντρα σε όλους ξενύχτησε δίπλα του , το χέρι του που έπιασε το δικό της και το έσφιξε δυνατά λες και ήθελε να της περάσει όλα όσα δεν είχε πάρει ηθελημένα της από αυτόν αυτά τα χρόνια κοινής ζωής.
-Σσσσ..κοιμήσου, όλα θα πάνε καλά γλυκέ μου..σ' αγαπώ..
Χαμογέλασε και της ψιθύρισε:
-Αν το ήξερα ότι θα το άκουγα για πρώτη φορά αυτό εδώ θα έμπαινα στη κλινική νωρίτερα..μα ξέρω ότι για να το πεις το νιώθεις..σε ξέρω περισσότερο από όσο πιστεύεις. Μη λες τίποτα , μου φθάνουν όσα μου πρόσφερες και μόνο με τη παρουσία σου στη ζωή μας.
Η Ελπίδα ένοιωσε να την πνίγουν οι τύψεις, πράγματι, το παραδεχόταν  ..δεν του είχε πει ποτέ το "σ' αγαπώ" , δεν ήξερε και αν το εννοούσε  τώρα όπως το ήθελε αυτός. Το "σ' αγαπώ "  βγήκε αυθόρμητα από μέσα της , δεν ήξερε τι έννοια να έδινε στις λέξεις. 
Τον νοιαζόταν, της ήταν απαραίτητος και ναι..πονούσε γι' αυτόν τον ήθελε δίπλα της γερό, δυνατό έστω και σαν σύντροφο πια αφού η ερωτική τους σχέση ήταν ανύπαρκτη εδώ και χρόνια .
Λίγο καιρό μετά ξαναγύρισε σπίτι υγιής  μα πάντα ευαίσθητος και προσεκτικός ώστε να αποφεύγει τα δύσκολα και απαγορευμένα από το γιατρό.
Έτσι ο γιος τους και η Ελπίδα πήραν τα ηνία όλου του ομίλου στη πραγματικότητα χωρίς όμως να του δώσουν την εντύπωση ότι τον είχαν βάλει στην άκρη. Κύλησε ο χρόνος μέσα σε αγώνες να αποδείξει ότι μπορούσε μία νέα γυναίκα να διοικήσει και να κυριαρχήσει απέναντι σε ανδρική εγωιστική πραγματικότητα.
Η εταιρεία της είχε γίνει πλέον κάτι σαν ορόσημο στη γυναικεία  ομορφιά και οι ιδέες της όλο και γινόντουσαν πιο δυναμικές. Μέσα της είχε κυριαρχήσει μία γυναίκα που ήθελε να ανεβαίνει κάθε φορά και νέα βάθρα επιτυχίας.  Δεν της έφθανε πια η μετριότητα , την απωθούσε η στασιμότητα και κάθε φορά έψαχνε για νέες προκλήσεις να αντιμετωπίσει  και να κατακτήσει. Έγινε δυστυχώς με το χρόνο αυτό που δεν φανταζόταν ποτέ της, μία ψυχρή επαγγελματίας που το μόνο που της έδινε την αίσθηση της υπεροχής ήταν τα υψηλά νούμερα και τα "εμπόδια " που έβγαζε από το δρόμο της. 
Ερωτική σχέση και πάθος η δουλεία της ,έπαιρνε από όλο αυτό το παιχνίδι ικανοποίηση και η αδρεναλίνη που την πλημμύριζε κάθε φορά που κέρδιζε γινόταν στη πραγματικότητα μία ακόμη απλή δόση ναρκωτικού.
Ήταν ένα πρωινό φωτεινό όπως πάντα σ' αυτό το τόπο, πόσο αλήθεια της είχε λείψει αυτό το φως!. Μπροστά της στο γραφείο ένα σωρό προτάσεις για ιδέες και  συνεργασίες. Είχε ζητήσει από τους συνεργάτες της μία έρευνα για βιολογικές λύσεις σε καλλυντικά με αγνά προϊόντα της φύσης που σε όλη τη χώρα έφτιαχναν κατά καιρούς οι απλές γυναίκες της στα σπίτια τους. Θυμήθηκε τη Λένα ..έτσι ξαφνικά..σαν σπίθα φωτιάς μέσα της. Της έτριψε τα χέρια τότε με τέτοιες κρέμες, την πότισε βότανα για να τη κοιμίσει, να την ηρεμήσει. Οραματίστηκε λοιπόν μία νέα γκάμα καλλυντικών με τέτοιες εφαρμογές , πρώτη..πριν το εφαρμόσει άλλη εταιρία. 
Η Ελπίδα έβλεπε μακριά πια, ήξερε τι ήθελε, ήξερε που θα στρεφόντουσαν σε λίγα χρόνια οι νέες γυναίκες που φρόντιζαν πια να χρησιμοποιούν  υγιή καλλυντικά, αγνά, παλιές συνταγές των γιαγιάδων. Μάλιστα στα σερφαρίσματα της στο διαδίκτυο έβλεπε νέα κορίτσια να φτιάχνουν μόνα τους τέτοια προϊόντα, αυτό ακριβώς ήθελε να προλάβει. Ένας θόρυβος την έβγαλε από τις σκέψεις της..
-Έλπη μου αγαπημένη πότε επιτέλους να βγεις από το καταφύγιο σου και θα έρθεις στο εξοχικό για ξεκούραση;
Η καρδιά της σκίρτησε και το φιλί του στο μάγουλο της την γέμισε με όλη τη έννοια της ευτυχίας .
Ο Stevens είχε εισβάλει στο γραφείο της, όμορφος , χαμογελαστός με εκείνα τα πανέμορφα γαλανά μάτια που κράτησαν ακόμη και τώρα την αθωότητα του παιδιού που είχε τότε απλώσει το χέρι του στο δικό της.
-Παλιόπαιδο , τώρα θυμήθηκες την Έλπη σου; Πες μου αν με αντικατέστησες με κάποια μικρή πριγκίπισσα στη ζωή σου. Με κάνεις να αισθάνομαι σαν τη κακιά βασίλισσα που ρωτάει το μαγικό καθρέπτη της ποια είναι η πιο...αγαπημένη σε σένα!
-Έλπη μου πάντα εσύ, πάντα εσύ και το ξέρεις .Της απάντησε γελώντας και έσκυψε να τη φιλήσει .Πήγα στο πατέρα να τον δω, σου στέλνει τον..έρωτα του λέει και την αγάπη του και θέλει να πας λίγο στο εξοχικό σας  για να πάψεις να ασχολείσαι με τις δουλειές .ήρθα λοιπόν να σε αντικαταστήσω!
-Έχει δίκιο, έχω τύψεις, τον έχω εγκαταλείψει με αυτό το τελευταίο πάθος που μου έχει κολλήσει να φτιάξω κάτι νέο για την εταιρία.
Άρχισε λοιπόν να του εξηγεί χωρίς ανάσα όλες τις σκέψεις της για το νέο τομέα που ήθελα να ανοίξει στην εταιρία. Ένας ποταμός από όσα είχε μέσα στις σκέψεις που την απασχολούσαν τις τελευταίες μέρες  και το πάθος για κάτι νέο να κατακτήσει.
 Αναψοκοκκινισμένη , γεμάτη ενθουσιασμό ο  Stevens ανεγνώριζε επάνω της εκείνη τη νέα κοπέλα που είχε πρωτογνωρίσει πλάι στο πατέρα του λες και δεν πέρασε μέρα. Δεν την είδε ποτέ σαν εμπόδιο, την αγάπησε από τη πρώτη στιγμή. Του έδωσε ζωή με το ενδιαφέρον της και την αγάπη της, τον έβγαλε από τη μοναξιά που τον βύθισε ο πατέρας του στα κολλέγια και τις σπουδές. Βρήκε σε αυτήν μία μητέρα που δεν γνώρισε και μία φίλη που δεν είχε ποτέ. Την σταμάτησε με μία κίνηση του χεριού του και ένα αφοπλιστικό χαμόγελο που ήξερε ότι το..λάτρευε!
-Θέλω να με εμπιστευτείς πάλι, θα τα φροντίσω όλα εγώ. Έχεις δίκιο για την ιδέα σου, έχει μέλλον και μου αρέσει και σαν ιδέα. Φύγε λίγο να ξεκουραστείς  στο πατέρα και άφησε σε μένα την έρευνα αυτή. Ξέρεις ότι δεν θα γίνει οτιδήποτε χωρίς να το εγκρίνεις. Απλά εγώ θα κάνω το "ξεδιάλεγμα" μετά την έρευνα και εσύ θα πάρεις τις αποφάσεις.
Η Ελπίδα τον κοίταξε με τρυφερότητα και ικανοποίηση, ήταν ο γιος που θα ήθελε να είχε..εκείνο το παιδί ήταν κορίτσι..αν ήταν γιος πάλι το ίδιο θα είχε κάνει όμως. Η αγάπη και το "πέσιμο" της στον Stevens καταλάβαινε ότι υποσυνείδητα ήταν ενοχή για ότι απαρνήθηκε τότε. 
Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει αν το έκανε από νεανική  αποφυγή ευθυνών ή σαν σβήσιμο της κακιάς εμπειρίας της σε κάτι που άλλαξε τη ζωή της. Ήταν τόσο νέα, τόσο μπερδεμένη, όλες κάνουμε λάθη στη νεότητα μας, παίρνουμε κάποιες γρήγορες αποφάσεις, κλείνουμε πόρτες, αλλάζουμε μονοπάτια, χανόμαστε στο άγνωστο. Η ζωή την αντάμειψε όμως λανθασμένα ίσως για τη κακή απόφαση της, στάθηκε τυχερή βρίσκοντας στο δρόμο της αγγέλους με μορφή ανθρώπων. 
Ο Άρης ήταν ο σταθμός της ζωής της, της χάρισε το πρώτο μεγάλο σκαλοπάτι, την πήρε από το σκοτάδι και της άνοιξε πόρτες για το φως. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που "άνοιξε" τη ψυχή της μετά τη Λενιώ, ο μόνος που έμαθε το μυστικό της χωρίς να πει έστω και μία λέξη για να τη κρίνει ή να της κάνει ερωτήσεις . Ο Άρης την δέχθηκε όπως ακριβώς τη βρήκε, ένα χαμένο παιδί, πληγωμένο και κλεισμένο στον εαυτό του σε πλήθος  λανθασμένων νεανικών  αποφάσεων και ενεργειών..
Ο Steynthans ήταν ένα ..λιμάνι, ένας σύντροφος γενναιόδωρος και απέραντα προστατευτικός. Πολλές φορές αναρωτιόταν γιατί όταν αναφερόταν σ' αυτόν δεν τον αποκαλούσε με το μικρό του όνομα παρά μόνο με το επίθετο του. 
Πάντα υποσυνείδητα αισθανόταν ένα..σεβασμό στο άτομο του. Τον θαύμαζε για την ενεργητικότητα του, τη σταθερή σχέση του με ότι αγαπούσε και θεωρούσε δικό του. Όλοι όσοι ήταν γύρω του τον δεχόντουσαν σαν κάτι ξεχωριστό και όσο ψηλά και αν έφθασε το περίεργο ήταν ότι δεν είχε κάνει εχθρούς. Χαμογέλασε όταν σκέφτηκε ότι εκείνη είχε δημιουργήσει αρκετούς και ότι η ονομασία "δράκαινα" που ψιθύριζαν πίσω της θα την συνόδευε για πάντα. 
Τα μάτια της χάιδεψαν το νεαρό Stevens, αυτός ήταν το δώρο που της έδωσε ο άνδρας της και αναγνώριζε ότι η αγάπη και η αδυναμία που του είχε θα μπορούσε να την κάνει να γκρεμίσει τα πάντα.
-Λοιπόν Έλπη μου, θα φύγεις επιτέλους; Δώσε μου τη πολυθρόνα σου και σου δίνω τα κλειδιά της ελευθερίας. Φύγε "λίμπεν" στο εξοχικό και το πατέρα μου, άσε πίσω τα πάντα και ξέχνα τα πάντα, εγώ θα σου τα έχω όλα σε λίγο καιρό έτοιμα.
Γέλασε με το "λίμπεν" ( αγαπημένη), με τον Stevens και τον άνδρα της μιλούσαν πάντα Γερμανικά και ήταν η λέξη που την αποκαλούσε πάντα ο  Steynthans. Σηκώθηκε, πήρε τη τσάντα και το κομψό σακάκι της , αποχαιρέτησε με ένα βλέμμα το χώρο και μετά τον αγκάλιασε κουρνιάζοντας στα χέρια που την τύλιξαν στη κυριολεξία. Ο γιός της είχε γίνει ένας ψηλός άνδρας σαν το πατέρα του και δυνατός σαν κι ..εκείνη, αν και δεν ήταν η ίδια μέτρια στο ύψος δίπλα του έφθανε μέχρι τους ώμους του.
- Κοίτα να δουλέψεις όσο λείπω και όποιον δεις να χαρεί που έφυγε η..."δράκαινα" δώσε του να καταλάβει ότι θα επιστρέψει!!!
Το γέλιο του ακούστηκε πίσω της κλείνοντας τη πόρτα, προσπέρασε τη Χέλγκα με αδιόρατο χαιρετισμό και σε λίγο οδηγούσε το νέο υπέροχο σπορ αυτοκίνητο της στους δρόμους των Αθηνών . Δεν ήξερε τότε πως εκείνη τη στιγμή ξεκινούσε για εκείνη μία φάση στη ζωή της που θα την οδηγούσε σε ανεξέλεγκτες ενέργειες και θα έβγαζαν στην επιφάνεια άσχημες πλευρές του χαρακτήρα της.







Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

41 η συνέχεια

                                                       41 η συνέχεια 

Η δουλειά της μπήκε γρήγορα στο αίμα της σαν διεγερτικό, άνοιξαν ξαφνικά νέοι ορίζοντες και ενδιαφέροντα, το μυαλό της πλέον γέμιζε καθημερινά με νέες γνώσεις και ερεθίσματα, εμπειρίες και πάνω από όλα το ένστικτο επικράτησης. Οι γλώσσες που ήξερε την βοήθησαν πολύ και φρόντιζε τα βράδια να διαβάζει κάθε βιβλίο που θα της προσέφερε πλεονεκτήματα στη δουλειά της. Έκανε τη δουλειά της με πάθος και επιμονή για τελειότητα , είχε αλλάξει..μεταμορφωνόταν κάθε μέρα θα έλεγε καλύτερα τόσο που πολλές φορές νόμιζε ότι ζούσε τη ζωή μιας άλλης. Της έλειπε ο Άρης, τον αναζητούσε τα βράδια που κούρνιαζε δίπλα του στο καναπέ και βλέποντας μία ταινία στη τηλεόραση ένοιωθε το χέρι του να χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά της , στοργικά, τρυφερά μέχρι εκείνη να κάνει το πρώτο βήμα. Πολλές φορές κάπου εκεί στις στιγμές της μοναξιάς και της ανδρικής έλλειψης αναλογιζόταν πόσο είχε δεθεί τελικά με τον Άρη και την παραδοχή ότι δεν θα έβρισκε ποτέ κάποιον όμοιο του να την προστατέψει και να την αγαπήσει.
Πέρασε ένας χρόνος στη δουλειά της, είχε εδραιωθεί  πλέον στη θέση της χάριν στη προσεκτική επίδοση της σε ότι μπορούσε να αποδείξει ότι ήταν ικανή. Εκείνο το πρωινό μπαίνοντας στην εταιρία ένοιωσε την αναστάτωση και την ανησυχία σε όλο το προσωπικό, ρώτησε τη Χέλγκα μία από τις ιδιαιτέρες που ένοιωθε ότι δεν έβλεπε με καλό μάτι την άνοδο της.  
-Έρχεται το ..μεγάλο κεφάλι "λιμπεν", έρχεται ο πρόεδρος και είναι από αυτούς που δεν αφήνει οτιδήποτε στη τύχη, σίγουρα θα είσαι από αυτές που θα θελήσει να δει σαν νεώτερη , να ελέγξει και να εγκρίνει ή ..να διώξει!
Το είπε και απομακρύνθηκε με ένα γελάκι, πάντα πίστευε η Ελπίδα ότι στο βάθος την θεωρούσε ένα αντίπαλο της για μεγαλύτερη θέση στο  χώρο.
Η Ελπίδα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της, της άρεζε βέβαια εδώ μα δεν φοβόταν κανένα πια, κάπου έξω θα υπήρχε πάντα μία θέση γι αυτήν. Όλο αυτό το χρόνο είχε δεχθεί αρκετές σοβαρές προτάσεις για εργασία αλλού , οι διάφοροι επιχειρηματίες που συναναστρεφόταν ήξεραν να διακρίνουν ποιο στέλεχος θα τους ήταν ικανό στη δουλειά τους.
 Μπήκε στο γραφείο της, έκανε τις σχετικές ενημερώσεις της ημέρας και μετά περίμενε με περιέργεια να δει τι θα γίνει .Βυθισμένη σε έγραφα και τηλεφωνήματα, φαξ και μέιλ  έγειρε σε μία στιγμή στην αναπαυτική πολυθρόνα γραφείου της και την γύρισε προς το γυάλινο τοίχο δίπλα της από όπου φαινόταν  όλη η πόλη.
 Το μυαλό της αστραπιαία κύλησε σαν το νερό στο παρελθόν, οι γονείς της, η θεία της ,ο Αντώνη, η μικρή Έλενα, ο Πάνος..θεέ μου πόσο πονούσε η εικόνα του μέσα της. Το ταξίδι φυγής στο χωριό της Λενιώς...το μωρό..σκέπασε τα μάτια της με τα περιποιημένα ακροδάχτυλα της να διώξει την εικόνα. Βέβαια είχε καταφέρει να   την είχε καταχωνιάσει προ πολλού μα όχι και να την διαγράψει.  Δεν ήθελε ίχνος της μέσα στις αναμνήσεις της , στο ..βιογραφικό της ψυχής της ,  όμως εκείνα τα γλυκά , ήρεμα μάτια της γυναίκας που την φρόντισε δεν μπορούσε εύκολα να τα διαγράψει. Ήταν θαρρείς η τελευταία κηλίδα της μαύρης λεκιασμένης πράξης της να εγκαταλείψει εκείνο το μωρό, κάτι που δεν έσβηνε, έμενε βασανιστικά μέσα της μαζί με τη φράση που αντηχούσε ακόμη στα αυτιά της.
-Πάρε το αγκαλιά γλυκιά μου, είναι ένα πανέμορφο κοριτσάκι , κοίτα το, κοίτα το έστω για μια φορά..χρειάζεται εσένα ,τη μάνα του..
Όχι ..δεν με χρειαζόταν σκέφτηκε , δεν μπορεί να χρειαζόταν κάποια που θα το έβλεπε σαν απόδειξη της βλακείας της να πιστέψει, να παρασυρθεί, να αλλάξει τη ζωή της. Ήταν ένα ...κομμάτι  από αυτόν που μίσησε όσο κανένα, ήταν η αιτία που δεν ήταν ο Πάνος δίπλα της, που ονειρευόταν εκδίκηση , που έκανε σχέδια για..για..κι αυτή δεν ήξερε πια τι χρώμα θα είχαν εκτός από το μαύρο..το κατάμαυρο...
 Σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της ένα δάκρυ που κύλισε και ήταν ένα θρόισμα πίσω της που την έκανε να τιναχτεί και να γυρίσει στη πραγματικότητα.
Ήταν ένας ψηλός άνδρας μεγάλης ηλικίας γύρω στα 60 ίσως , γκρίζα μαλλιά καλοχτενισμένα, γαλανά ξεθωριασμένα σχεδόν μάτια της θύμισαν το χρώμα που είχαν τα σύννεφα όταν αντλούσαν το γαλάζιο του ουρανού. Τα ένοιωσε να διεισδύουν μέσα στα δικά της τόσο έντονα που η καρδιά της θαρρείς χτύπησε πιο δυνατά σαν προειδοποίηση κινδύνου. Ερεύνησε τη κορμοστασιά του και ένοιωθε ότι κι εκείνος έκανε το ίδιο επάνω της. Παρόλη την ηλικία του ήταν ένας όμορφος άνδρας , λεπτός ,αθλητικός μέσα στο γκρίζο του σακάκι με το λευκό πουκάμισο.  Σηκώθηκε όρθια , κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν και προσπάθησε να δείξει σηκώνοντας το πηγούνι της ότι δεν την τρόμαξε η παρουσία του .
-Φαντάζομαι ότι είστε ο πρόεδρος κύριε , χαρήκαμε ..δηλαδή σας περιμέναμε ..ίσως..
Ξαφνικά μάσησε τα λόγια της, έχασε τον ειρμό στις λέξεις που ήθελε να πει, εκείνα τα μάτια ξαφνικά χαμογέλασαν με τρυφεράδα απρόσμενη .
-Τι έκανε αυτό το όμορφο κορίτσι να δακρύσει; η φωνή του βελούδινη της έφερε στο νου τον Άρη και αυτό την κλόνισε.
- Ζητώ συγνώμη, έφταιγε ο..υπολογιστής ίσως..
-Όχι, μη μου λες ψέματα, έφταιγε μία ανάμνηση, ένας πόνος παλιός, ίσως κάτι που ξέχασες , κάτι που σε πονάει. Έχασες τον άνδρα σου από ότι διάβασα στο βιογραφικό σου..ήταν αυτό ή κάτι πιο βαθύ;
Η Ελπίδα αντέδρασε στον ίδιο της τον εαυτό όταν κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος έμπαινε σε "χωράφια" απροσπέλαστα για όλους σ' εκείνη. Προσπάθησε να αλλάξει θέμα, πήρε κάποιους φακέλους που είχε μπροστά της και μελετούσε ,ίσιωσε το κορμί της σχεδόν στρατιωτικά και προσπάθησε να κάνει τη φωνή και τη ματιά της βαθιά επαγγελματική.
-Θα θέλατε κύριε να σας ενημερώσω για κάποιες επαφές που κάναμε στην εταιρία και ήμουν υπεύθυνη; Έχω στη διάθεση σας τα πάντα.
Το χαμόγελο κατέβηκε στα χείλη του, κούνησε το χέρι του σαν ένα αδιόρατο χαιρετισμό και φεύγοντας της είπε:
-Όλα με τη σειρά αγαπητή μου, είμαι σίγουρος ότι έχουμε πολλά να πούμε εμείς οι δύο.
Η πόρτα έκλεισε πίσω το μαλακά, με προσοχή έτσι ακριβώς όπως την άνοιξε και εισέβαλε στη..ζωή της.
Έμεινε στην εταιρία σχεδόν 10 μέρες κάτι που συγκλόνισε όλους γιατί συνήθως οι επισκέψεις του ήταν αστραπιαίες. Το σούσουρο πίσω του έδινε και έπαιρνε .Έμαθε από τη Χέλγκα ότι ήταν χήρος 60 ετών με ένα αγόρι 12 χρόνων που απέκτησε αργά και κόστισε τη ζωή της γυναίκας του . Αυτοδημιούργητος , δυναμικός και σκληρός στις αποφάσεις του , κλειστός και απρόσιτος λιγάκι  δεν είχαν ποτέ ακουστεί γι' αυτόν κάποια κουτσομπολιά  ή κάποια του παρενόχληση ερωτική με το προσωπικό. Με τη γυναίκα του λέγανε ότι παντρευτήκανε νέοι και μετά το θάνατο της δεν έκανε  κάποιο σοβαρό δεσμό ή ίσως δεν κατάφεραν να μαθευτεί κάτι τέτοιο.
. Πεσμένος με πείσμα στη δουλειά του , με καλές κινήσεις εμπορικές κατάφερε να κάνει την επιχείρηση αυτό το κολοσσό που είχε και αργότερα μία μικρή πολυεθνική εταιρία.  Απόφευγε τις κοινωνικές εκδηλώσεις, είχε κόλλημα με τη τέχνη και συλλέκτης έργων.
Η Ελπίδα τον είδε πολλές φορές στα μίτιγκ που έκαναν αφότου ήρθε και ουδέποτε  είδε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εκείνη κάτι που την καθησύχασε για τη δουλειά της και για τις "μπιχτές" της Χέλγκα. .
Ήταν  μία μέρα πριν φύγει όταν έλαβε ένα μήνυμα στον υπολογιστή της για να τον συναντήσει αύριο στις 8 μμ με "επίσημο ένδυμα" σε ένα γνωστό ρεστοράν της πόλης όπου ήξερε ότι γινόντουσαν πολλές επαγγελματικές συναντήσεις.
Επίσημο ένδυμα..σκέφτηκε ..τι μου γράφει τώρα..τι να φορέσω; και τι δουλειά έχω  εγώ εκεί; τι έπρεπε να φέρει μαζί της; δεν έγραφε τι ήθελε, ίσως έπρεπε καλύτερα να πάρει μαζί του τη πρώτη γραμματέα του γραφείου. Όμως αυτή ήταν και η υπεύθυνη για τις συνεντεύξεις τύπου ,την "εικόνα" της εταιρίας έξω και γενικά φρόντιζε σχεδόν τα πάντα με τους πελάτες και την ικανοποίηση τους από την εταιρία..
Εκείνο το απόγευμα αποφάσισε να πάει στα μαγαζιά, έδωσε δικαιολογία στον εαυτό της ότι έτσι έπρεπε .."κάτι επίσημο"..η γκαρνταρόμπα της βέβαια διέθετε ρούχα μα είχε χρόνια να φορέσει κάτι τέτοιο, κάτι νέο και στη μόδα. Συνήθως ντυνόταν κλασικά με σύνολα που διάλεγε να συμμορφώνονται με πολλές περιστάσεις ή σπορ στη καθημερινότητα της. Άλλωστε  ήταν το τελευταίο που είχε στο νου της αφού σπάνια έβγαινε εκτός από τις συναντήσεις επαγγελματικές που ήταν συνηθισμένη . Περπάτησε σε ένα εμπορικό δρόμο και στάθηκε τελικά σε μία βιτρίνα, η ματιά της καρφώθηκε ,ως συνήθως, σκέφτηκε ειρωνικά  σε ένα κομψό ταγιέρ με γκρι σιέλ απόχρωση . Το διέγραψε όμως σαν ακατάλληλο και όμοιο με μία ..ντουζίνα που είχε στη ντουλάπα της και  ...ίσως το διπλανό πράσινο φόρεμα να ήταν καλύτερο όμως συλλογίστηκε..
-Το ταγιέρ δεν ταιριάζει στην ηλικία σας, το φόρεμα δεν θα τονίσει το σώμα σας..τι θα λέγατε να διαλέξουμε κάτι μαζί; Θα εκπλαγείτε όταν θα δείτε πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι η γνώμη μου!
Πάγωσε η Ελπίδα αναγνωρίζοντας τη φωνή, δεν τολμούσε να το πιστέψει ότι ήταν ακριβώς πίσω της έστω και να έβλεπε την αντανάκλαση της εικόνας του στο κρύσταλλο της βιτρίνας.
-Ναι το ομολογώ, της είπε χαμογελώντας , σας είδα να φεύγετε από το γραφείο και κατάλαβα ότι κάποια θα έψαχνε στην αγορά για ένα επίσημο φόρεμα. Επιτρέψτε μου να σας συνοδέψω με το αυτοκίνητο μου σεπιο  κατάλληλο μαγαζί.
-Παρακαλώ μην ασχολείστε μαζί μου, είπε τραυλίζοντας σχεδόν η Ελπίδα, δεν χρειάζεται, μπορώ να διαλέξω μόνη μου κάτι ..σας παρακαλώ..
Λες και δεν άκουγε τι του είπε άπλωσε το χέρι του και το πέρασε στο  μπράτσο της σπρώχνοντας την απαλά προς το πολυτελές αυτοκίνητο του με σοφέρ. Στο μυαλό της πέρασε η μορφή του Αντώνη , ένοιωσε να χειραγωγείται από την ισχυρή προσωπικότητα του άνδρα δίπλα της. Τότε αντιστάθηκε ενστικτωδώς, τράβηξε το μπράτσο της και στάθηκε μπροστά του σαν ένα  θήραμα  που αντιστέκεται στο θύτη του.
- Θα υποθέσω ότι κάνατε λάθος στο μήνυμα και θα έπρεπε να το απευθύνετε σε μία γραμματέα σας. Λυπάμαι , δεν είμαι αυτό που ίσως νομίσατε ότι είμαι και τα ρούχα μου τα διαλέγω μόνη μου .
Σαν μικρό κακομαθημένο αντιδραστικό παιδί έφυγε από δίπλα του και χώθηκε μέσα στο κατάστημα. στον έκπληκτο πωλητή που την πλησίασε έδειξε το πράσινο φόρεμα και του είπε το νούμερο της.
-Δεν χρειάζεται να το δοκιμάσω αν το έχετε σε αυτό το νούμερο, φέρτε το στο ταμείο.
Πλήρωσε βιαστικά ρίχνοντας κρυφές ματιές για να δει αν το αυτοκίνητο του ήταν ακόμη από έξω. Όμως είχε φύγει , πήρε τη σακούλα και έφυγε τρεχάτη να προλάβει ένα ταξί που η ματιά της έπιασε να αφήνει επιβάτιδα . Όταν μπήκε στο σπίτι της έπεσε με το παλτό στο καναπέ της και πέταξε τα παπούτσια της στο πάτωμα εκσφενδονίζοντας τα με δύναμη μαζί με τη σακούλα . Τελείωσε σκέφτηκε, αύριο θα περιμένω απόλυση..να χαρεί και η Χέλγκα δηλαδή! Με δυσκολία κοιμήθηκε, μέσα της ένοιωσε μία απογοήτευση, αυτός ο άνθρωπος της είχε αφήσει άλλη εντύπωση από την  αρχή μα τώρα την τρόμαζε αυτό το κάτι διαφορετικό από τον ευγενικό, διακριτικό Άρη της.
Το πρωί λίγο πριν ντυθεί έπεσε η ματιά της στη σακούλα με το φόρεμα..έπρεπε να το δοκιμάσει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να βρίσει τον εαυτό της για το θέαμα που παρουσίαζε με το φόρεμα αυτό που την έκανε να μοιάζει με..πράσινη κάμπια! Σίγουρα θα έπρεπε να το γυρίσει πίσω  και να ψάξει για κάτι άλλο αν δηλαδή προλάβαινε.
Γυρίζοντας στη δουλειά της ρώτησε δήθεν αδιάφορα τη Χέλγκα αν την ζήτησαν από το γραφείο του Προέδρου.
-Πρέπει να τον συνοδέψω το απόγευμα σε μία μάλλον εμπορική συνάντηση,
δικαιολογήθηκε , δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι στην ώρα..
Η Χέγκα τινάχτηκε λες και την δάγκωσε κάτι και την κοίταξε περίεργα.
-Εσένα; Γιατί δεν τον συνοδεύει η γραμματέας του ;
-Δεν ξέρω , ίσως πρόκειται για προώθηση κάποιων νέων επαφών με την εταιρία, βαριέμαι τρομερά να πάω και άλλωστε..έχω κάποιο γεύμα σε φίλους  που θα αναγκαστώ να αναβάλω, είπε και κοκκίνισε μέσα της από το ψέμα. Όταν μπήκε στο γραφείο της αναλογίστηκε με θυμό γιατί ένοιωσε την ανάγκη να δικαιολογηθεί σ' αυτή , γιατί ένοιωθε ταραχή λες και έκανε κάτι κακό.
όταν άνοιξε τον υπολογιστή της βρήκε το μήνυμα του.
-Στις 8 μμ και να παραλάβετε από την είσοδο φεύγοντας ένα δέμα για σας με ..σύνεργα εργασίας!
Σύνεργα εργασίας ; αναρωτήθηκε η Ελπίδα..σύνεργα εργασίας; ..τι στο καλό  ήταν αυτό;
Όλη την υπόλοιπη μέρα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα τηλεφωνήματα , σε έγραφα, σε πλάνα για εκθέσεις που έκανε η εταιρία σχεδόν συνεχώς μα στο τέλος την παρέσυρε η δουλειά και κάποιοι πωλητές που ενδιαφερόντουσαν για τις νέες σειρές καλλυντικών .
Όταν τελείωσε το ωράριο της κατέβηκε με..ταραχή στην είσοδο χαιρετώντας κάποιους συναδέλφους και αποφεύγοντας τη Χέλγκα. Χτύπησε τη καρτέλα της και η φωνή του θυρωρού την σταμάτησε.
-Σταθείτε κυρία έχετε ένα δέμα και της έβαλε επάνω στο πασέ ένα πακέτο με...φιόγκο! Της έπιασε ταραχή, το άρπαξε ψελλίζοντας ένα ευχαριστώ και έφυγε να πάρει από το γκαράζ το μικρό αυτοκίνητο της που χθες το είχε ξεχάσει εδώ με τη βιασύνη της για ψώνια.
Το ακούμπησε στο πίσω κάθισμα και από το καθρέπτη του έριχνε κάθε τόσο ματιές φιλύποπτες και υποψιασμένες για το περιεχόμενο του. Αν ήταν αυτό που φανταζόταν ..αν..αλήθεια τι θα έκανε; ίσως η όλη αντίδραση της να έδειχνε τελικά τα άκρως αντίθετο από αυτό που ήθελε να δείξει. Όταν μπήκε στο σπίτι της το πρώτο που έκανε ήταν να ξελύσει το φιόγκο και να ανοίξει με βιάση το κουτί και..όπως το φαντάστηκε..ένα φόρεμα..ένα όμως..υπέροχο φόρεμα έπρεπε να παραδεχθεί. Το έβγαλε προσεκτικά και το φίνο μαλακό του ύφασμα  έκανε τη πρώτη επαφή με τη γυναικεία της φυσική φιλαρέσκεια  στη παλάμη της. Το σήκωσε και το έβαλε μπροστά της στο καθρέπτη, το βυσσινί παράξενο χρώμα του της έδωσε μία περίεργη λάμψη στα πράσινα μάτια της και τη λευκή επιδερμίδα της. Μέσα της μία φωνή της κραύγαζε να το φορέσει και μία άλλη της θύμιζε τη φράση του: " Θα εκπλαγείτε όταν θα δείτε πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι η γνώμη μου!" .Ναι να πάρει η ευχή...το φόρεμα ήταν τέλειο..μα ..σίγουρα θα ήταν φαρδύ..ή ίσως..στενό..ή ίσως το ντεκολτέ δεν θα της ταίριαζε. Τα σκεπτόταν αυτά και συγχρόνως πέταγε τα ρούχα που φορούσε και άφησε το υπέροχο ύφασμα αν κυλήσει στο όμορφο λεπτό κορμί της. Κοιτάχτηκε στο καθρέπτη και της κόπηκε η ανάσα..ήταν υπέροχο, ένα γάντι θαρρείς στο σώμα της , ένα χρώμα που της έδινε κάτι άλλο που κρυβόταν μέσα της , ξεχασμένο, κρυφό, παρατημένο.
Στις 8 παρκάρισε στο πολυτελές ρεστοράν δίνοντας τα κλειδιά στον παρκαδόρο του. Είχε προλάβει να σιάξει τα μαλλιά της κατάλληλα, συντρόφεψε το φόρεμα της με λεπτές ψηλοτάκουνες  κλασικές γόβες και στους ώμους της έριξε ένα μεταξωτό σάλι με διακριτικά χρώματα που της είχε αγοράσει ο Άρης σε κάποιο ταξίδι και δεν είχε φορέσει ποτέ της. Κοσμήματα σπάνια φορούσε  μα για πρώτη φορά όταν είχε σταθεί στο καθρέπτη είχε σκεφτεί το βραχιόλι..εκείνο το υπέροχο βραχιόλι του Αντώνη που το άφησε στο..μωρό ..σ' εκείνο το πλάσμα ..σ' εκείνη τη γυναίκα τη Λενιώ σαν αμοιβή.
Όχι..δεν έπρεπε να κουβαλήσει ξανά εδώ , αυτή τη στιγμή , αυτές τις εικόνες. Μπήκε αποφασισμένη μέσα και άφησε το σερβιτόρο να την οδηγήσει στο τραπέζι. Ο κύριος Steynthans είχε ήδη σηκωθεί να την υποδεχθεί και ..της φίλησε απαλά το χέρι με ευγένεια λίγο πριν τραβήξει το κάθισμα της πολυθρόνας της. Το τραπέζι τους ήταν σε κάπως ιδιαίτερο σεπαρέ αποτραβηγμένο από τα πολλά αδιάκριτα μάτια , στο τραπέζι μπουκέτο με μικρά λευκά κρινάκια και απαλή μουσική στα αυτιά τους γλυκό άκουσμα.
-Δεν θα έχουμε άλλους καλεσμένους, ίσως πελάτες; είπε ψελλίζοντας η Ελπίδα.
-Δεν σας είπα εγώ κάτι τέτοιο , της ανταπέδωσε το λόγο με ένα χαμόγελο περιεχτικό εκείνος και έκανε νόημα στο μαίτρ .
-Θα ήθελα πρώτα να σας ευχαριστήσω για το φόρεμα και να επιμείνω να το αφαιρέσετε από το μισθό μου .
-Μα όπως είπα είναι μέρος από..σύνεργα δουλειάς αφού θα με συνόδευες σε μέρος που με ξέρουν.
Η Ελπίδα τσίτωσε και η επίθεση βγήκε αυθόρμητα κόβοντας την είσοδο του μαιτρ και την ευγενική διακριτική απομάκρυνση του από το τραπέζι.
-Υπονοείτε ότι δεν θα ήταν η εμφάνιση μου κατάλληλη για το περιβάλλον σας; Εσείς θελήσατε για άγνωστο λόγο να με συναντήσετε κι εγώ δέχθηκα γιατί..γιατί ήταν υποχρέωση μου στην εταιρία που εργάζομαι.
-Έτσι το είδες; συνέχισε μιλώντας της στον ενικό εκείνος, υποχρέωση εταιρίας;
Η φωνή του είχε απότομα ένα σπάσιμο, κάτι σαν απογοήτευση .Η Ελπίδα αισθάνθηκε άσχημα, κατάλαβε  ότι η κουβέντα έπαιρνε μία δύσκολη  τροπή και σκέφτηκε ότι ίσως έπρεπε να είναι πιο προσεκτική στις εκφράσεις της.
-Όχι  κύριε Steynthans, δεν ήθελα αν πω αυτό, κι εγώ δεν μπορώ να εκφραστώ κατάλληλα σήμερα, η θέση μου είναι δύσκολη ελπίζω να το καταλαβαίνετε. Δεν είμαι και εύκολος άνθρωπος ξέρετε.. είπε και ένα δυσδιάκριτο χαμόγελο άνθισε στα χείλη της, λίγο φιλύποπτη με ανθρώπους πια..
-Πια;..αυτό δείχνει ότι στη σύντομη ζωή σου έκανες λάθος επιλογές που έχουν τώρα την ..εξόφληση τους από τη ψυχή σου. Σε παρακαλώ, ζητώ συγνώμη σε ίσως λάθος δικό μου τρόπο προσέγγισης. Έχω πολύ καιρό να κάνω συνάντηση με τέτοιο τρόπο επιλογής μου και..ναι..έχω κι εγώ τρακ..σαν αν κολυμπώ σε λάθος νερά πράγμα σπάνιο για το χαρακτήρα μου.
Η Ελπίδα δεν είχε όρεξη για φαγητό, η ταραχή που ένοιωθε, ο φόβος του προβλήματος που ένοιωθε και δεν θα ήξερε να διαχειριστεί αυτή τη στιγμή της έκοψαν κάθε διάθεση.
-Θα μου επιτρέψεις να σου διαλέξω εγώ , σε βλέπω προβληματισμένη μάλλον. Ελπίδα σε παρακαλώ να είσαι ο εαυτός σου ,δες το σαν μία συνάντηση "αναγνωριστική" ανάμεσα σε δύο συνεργάτες, ίσως..σε δύο φίλους θα έλεγα αν μου επέτρεπες.
-Κύριε Steynthans ..με έχετε δει ελάχιστες φορές, δεν θεωρώ τον εαυτό μου σαν μία μοιραία εκρηκτική γυναίκα. ξέρω μάλιστα ότι πολλές φορές περνώ απαρατήρητη από τους άνδρες. Τα όσα έχω πληροφορηθεί για σας ...δεν είστε επίσης ο άνθρωπος που θα εκμεταλλευόταν την υπεροχή σας σαν εργοδότης μου , άλλωστε θα ήταν γελοίο λόγω..
-Λόγω της ηλικίας μου;
-Όχι προς Θεού , θα έλεγα λόγω του μεγάλου κύκλου γνωριμιών σας και της κοινωνικής σας κατάστασης.
-Δεν ξέρω..ίσως εκείνο το δάκρυ που είδα στη ματιά σου, ίσως η άρνηση να σε καθοδηγήσω σε κάτι, ίσως το βλέμμα σου που ακόμα και όταν δουλεύεις είναι λες και βλέπει κάτι άλλο από αυτό που έχει μπροστά σου. Λένε ότι έχω προοδεύσει λόγω της διαίσθησης μου, ότι παίρνω γρήγορες και αυθόρμητες αποφάσεις, λένε...ξέρω τι λένε για μένα. Είμαι αυτό ακριβώς..σαν κι εσένα μάλλον ..ένας δύσκολος χαρακτήρας. Έχω ένα γιο όπως θα έμαθες, τον λατρεύω, όμως δεν μπόρεσα αν τον πλησιάσω όπως έπρεπε. Είναι ένα υπέροχο αγόρι που μεγαλώνει με ξένες γυναίκες και σχολεία. Εσύ από ότι ξέρω δεν έχεις παιδιά ή κάνω λάθος;
Η Ελπίδα ένοιωσε μαχαιριά στη καρδιά της μα απάντησε κουνώντας και το κεφάλι της  αρνητικά.
-Όχι..δεν έχω..ο Άρης δεν ..δεν προλάβαμε θα έλεγα.
Ο Steynthans έκανε διακριτική παύση κάνοντας νόημα στο μαιτρ να πλησιάσει, του ψιθύρισε σχεδόν τη παραγγελία του και στύλωσε πάλι την διερευνητική ματιά του επάνω της, μία ματιά που λες και διαπερνούσε την ύπαρξη της , το παρελθόν της, το..μέλλον της..
-Αυτό με τράβηξε σε σένα Ελπίδα, η διαίσθηση ότι πίσω από αυτό που δείχνεις υπάρχει ένας..απλός άνθρωπος , ένα παιδί που μεγάλωσα απότομα. Μία δύσκολη επιχείρηση το 'άνοιγμα " σου πάντα με τραβούσαν οι δύσκολοι άνθρωποι γιατί πιστεύω  ότι κρύβουν πάντα σελίδες πυκνογραμμένες ενός βιβλίου..
Το πλούσιο γεύμα τους ήρθε, το ακριβό κρασί χρωμάτισε με ρουμπινί χρώμα τα ποτήρια τους και η κουβέντα άλλαξε ρότα όπως ένα καραβάκι που τραβάει το δρόμο του ανάμεσα από καταιγίδες και ήρεμες θάλασσες.
Έπιασε τον εαυτό της να μιλάει για σπορ και μουσική και να τον ακούει να της περιγράφει πίνακα που αγόρασε με πάθος που ζήλεψε πραγματικά.
Ο Steynthans έφυγε την επόμενη μέρα και η Ελπίδα σε λίγες μέρες έβαλε την συνάντηση τους αυτή στις όμορφες αναμνήσεις που καταχωρούσε σαν ημερολόγιο στο μυαλό της να την συντροφεύουν στις κρύες μοναχικές της στιγμές. Κάποια Κυριακή επισκέφτηκε το τάφο του Άρη, γέμισε το βάζο του με λουλούδια και στύλωσε τη ματιά της στα χρυσά γράμματα με το όνομα του λες και τα σκαλίσματα θα έφερναν τη μορφή του μπροστά της. Μετά το θάνατο του κατάλαβε πόσο μεγάλο ρόλο είχε παίξει στη ζωή της, πόσο καθοριστική ήταν η αγάπη του και ένοιωσε ένοχη που δεν του ανταπόδωσε σωστά και πλήρη τα ίδια .Μα ήξερε ότι του ανταπόδωσε ειλικρινή αισθήματα, δεν τον ξεγέλασε ποτέ γιατί αυτός ήταν το λιμάνι που την τράβηξε από τη φουρτούνα, η αγκαλιά που την τράβηξε από τη πουθενά, από το χάος..ήταν η σωτηρία της. Έβαλε στα χείλη της ένα φιλί και το έστειλε στο λευκό μάρμαρο..σ' ευχαριστώ ..του ψιθύρισε..θα σου οφείλω πάντα..
Ήταν ένα κρύο πρωινό του Δεκέμβρη, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, οι δρόμοι είχαν ήδη στολιστεί, το ίδιο και η εταιρία. Οι άνθρωποι άλλαξαν θαρρείς  διάθεση και τα χιόνι που έπεφτε εδώ και μία μέρα την έκανε να θυμάται σαν όνειρο τις μέρες που έπαιζε χιονοπόλεμο με τον πατέρα της. Μερικές φορές τρόμαζε που δεν θυμόταν πια τα πρόσωπα τους, οι εικόνες έσβηναν σιγά σιγά..και δεν ήθελε..ήταν το μόνο όμορφο και αγνό από τη πρώτη ζωή της. Περπάτησε αφήνοντας το αυτοκίνητο της πάλι στην εταιρία, όταν θα κουραζόταν θα έπαιρνε ταξί σκέφτηκε. Κούμπωσε το παλτό της, τράβηξε το γιακά να καλύψει το λαιμό της έπρεπε να αγοράσει ένα κασκόλ σκέφτηκε  σύντομα, ο καιρός εδώ αγριεύει εύκολα..στην Ελλάδα ίσως ακόμη είχε ήλιο...
Στάθηκε σε μία βιτρίνα γεμάτη με Χριστουγεννιάτικα στολίδια. Δεν είχε δένδρο σκέφτηκε, από τότε που πέθανε ο Άρης δεν στόλισε το σπίτι, άλλωστε δεν είχε κάποιον για να το χαρεί εκτός από εκείνη και τις..σκέψεις της.
Χάζευε τα στολίδια όπως τότε που με τη Σοφία στόλιζαν το τεράστιο δένδρο  για την μικρή Έλενα και αγόραζε τα πιο ακριβά και σπάνια στολίδια κατ' εντολή της Θειας της.
Ένας πανέμορφος γυάλινος κλόουν τράβηξε τη προσοχή της..μα πιο δίπλα υπήρχε ένα γυάλινο ρόδι με τους καρπούς του να φαίνονται από το άνοιγμα λες και ήταν αληθινό.
-Εγώ θα τα αγόραζα και τα δύο , δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφο κλόουν και πιο μάλλον ..νόστιμο ρόδι!
Ανατρίχιασε η Ελπίδα από χαρά;..ίσως..γύρισε απότομα το κεφάλι της .Τον είδε να στέκεται πίσω της χαμογελαστός, με το μαύρο  ολόμαλλο παλτό του και το κασκόλ να κρέμεται ολόγυρα στο λαιμό του. Δίπλα του ένα όμορφο νεαρό αγόρι με ένα γλυκό πρόσωπο και παιδιάστικη ακόμη λάμψη στο βλέμμα του.
-Ναι, ήρθα όπως βλέπεις, τη κατάλληλη όπως βλέπω ώρα.. Να σου συστήσω το γιο μου, τον έφερα να τον γνωρίσεις, Stivens Steynthans, τι θα έλεγες Ελπίδα να διαλέγαμε μαζί κάποια στολίδια;


Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

40η συνέχεια


                                          40η συνέχεια

Η Ελπίδα ένοιωσε ότι έφευγε το έδαφος από τα πόδια της, παγωμένη προσπαθούσε να βρει λέξεις , αλήθειες και ψέματα για να ξεφύγει ή να χαθεί στη πραγματικότητα. Μα οι λέξεις δεν έβγαιναν, η καρδιά της σταμάτησε θαρρείς και μόνο τα όμορφα μάτια της τον κοίταξαν με όσο θάρρος μπόρεσε να βρει μέσα της να περιμαζέψει και να ανταποκριθεί στην ερώτηση.
-Γεια σου Κώστα ..πράγματι χαθήκαμε..χάθηκα μάλλον ..παντρεύτηκα ξέρεις ..δεν μένω πια εδώ στην Ελλάδα..μένω στο εξωτερικό. Ξεροκατάπιε και άφησε να ξεχυθεί ένας οχετός από ψέματα και δικαιολογίες, ασυνάρτητες λέξεις καταλάβαινε ..μα δεν μπορούσε καν να χαλιναγωγήσει το πανικό που ένοιωθε  και την ανάγκη της να ξεφύγει.
-Συγνώμη, με περιμένει ο άνδρας μου ψέλλισε ..πρέπει να φύγω  και του γύρισε σχεδόν τη πλάτη. 
Ο Κώστας πρόλαβε να την αρπάξει από το χέρι, την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια λες και ήθελε να βεβαιωθεί  ότι τα όσα θα της έλεγε πήγαινα στο γνωστό παραλήπτη.
-Τον διέλυσες ξέρεις, δεν ξέρω το λόγο μα του μάτωσες τη ψυχή. Θα ήθελα να σε ..χτυπήσω ξέρεις εκείνο το καιρό που έψαχνε παντού να βρει την αιτία , να βρει δύναμη να σε μισήσει ή  να σε ξαναφέρει δίπλα του. Γιατί Ελπίδα..γιατί..τι έγινε..τι συνέβη..σου έκανε κάτι; Παντρεύτηκες; Μα πως; Πότε πρόλαβες;
Η Ελπίδα κοίταξε το πεζοδρόμιο κάτω από τα πόδια της, τι να πει..η αλήθεια θα ξερνούσε φωτιές και κόλαση ,εκείνη ζούσε εδώ και καιρό μέσα σ' αυτά.
-Κώστα..σε παρακαλώ..ξέχνα ότι με είδες, μη πεις τίποτα, μη ξύνεις πληγές πίστεψε με σε όποιον και από τους δυο         αγγίξεις θα ματώσει..πες πως είδες μία άλλη..
Ο Κώστας ένιωσε την οργή του να φεύγει καθώς αντίκρισε τη πληγωμένη ματιά, το θολωμένο βλέμμα που λες και ανάβλυζε πηγή από νερό κατακόκκινο σαν αίμα. Το χέρι του άφησε το δικό της, την είδε να τρέχει στο μικρό αμάξι που ήταν σταθμευμένο λίγο πιο πέρα και με τη ματιά του ακολούθησε την φυγή της ενώ κάτι μέσα του  της έδινε άφεση για πράξεις που έβρισκε αδικαιολόγητες.
Η Ελπίδα σαν κυνηγημένη στράφηκε στο λιμάνι της, μπήκε στο σπίτι του Άρη  λες και εκεί θα ξεχνούσε ότι την βάραινε και έπεσε στο κρεβάτι τους κρύβοντας τα δάκρυα στα μαλακά πολυτελή σκεπάσματα. Δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε , ο χρόνος είχε χάσει την έννοια του μέσα από το πόνο της , κάποια στιγμή αισθάνθηκε τη παρουσία πίσω της και είδε τον Άρη να την κοιτάζει γερμένος στο ξύλινο πλαίσιο της πόρτας. Πάντα αναγνώριζε αυτό το υπέροχο χάρισμα του να δηλώνει με τη διακριτική σιωπή του την συμπαράσταση  σε κάθε της γονάτισμα . 
Η αντίδραση της ήταν αθέλητη , σπασμωδικά αυθόρμητη, ήταν ο βράχος που ξεπρόβαλε στην απεραντοσύνη του ωκεανού που κολυμπούσε. Έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά του , έσφιξε τα χέρια της στο κορμί του πονώντας τον ίσως με τα νύχια της που χώθηκαν στη σάρκα του. Χωρίς λέξη την σήκωσε στην αγκαλιά του σαν παιδί που έπεσε και χτύπησε στο δρόμο, κάθισε μαζί της στο μαλακό βαθύ καναπέ δίπλα στο παράθυρο από όπου έβλεπες τη θέα της πόλης .
Το χέρι του χάιδεψε τα μαλλιά της, ενώ το άλλο έσφιξε το κορμί της προστατευτικά επάνω του, ήταν λες και της έλεγε χωρίς λόγια ότι αυτός ήταν εκεί..για όλα ..για πάντα.
Η Ελπίδα άνοιξε σαν λουλούδι που το έβαλες στο νερό μετά από ταλαιπωρία ημερών . Άρχισε τη διήγηση της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, ο θάνατος των γονιών της, οι θείοι της, ο Αντώνης, τα λάθη της άγνοιας της , ο Πάνος, ο βιασμός της, η εγκυμοσύνη , η φυγή της. Τον ένοιωσε να σκιρτάει όταν διηγήθηκε τη γέννα της , το μωρό που εγκατέλειψε, τις πληγές που όσο και να σκέπαζε εκείνες άνοιγαν και έτρεχαν αίμα. Όταν σιώπησε πια και έκλεισε της ψυχής της την πόρτα περιμένοντας τον αντίκτυπο της απολογίας της ο Άρης την ξάφνιασε πάλι . Της γύρισε το πρόσωπο παίρνοντας το μέσα στα χέρια του  , η ματιά του ανεξιχνίαστα τρυφερή ή θολωμένη από τη κριτική που ίσως θα της έκανε. Τον κοίταξε και προσπάθησε να μαντέψει..να ακούσει την ετυμηγορία.
-Ελπίδα..θέλεις να με παντρευτείς; Το παρελθόν σου δεν με αφορά, με νοιάζει μόνο η δική σου παρουσία δίπλα μου και η δική σου ευτυχία . Ξέρω..ξέρω ότι δεν με αγαπάς..μα εγώ σε αγαπώ και για τους δύο. Θα πάρω μόνο ότι μου δώσεις, δεν θα σε πιέσω για κάτι, θα ακούσω και θα δεχθώ ότι αποφασίσεις να μου προσφέρεις και πάλι θα φροντίσω για το καλό σου. Δεν είναι καλοσύνη ούτε οίκτος για το χτυπημένο πουλάκι..είναι εγωιστική πράξη για την ανάγκη μου να ζω κοντά σου.
Έτσι η Ελπίδα παντρεύτηκε τον Άρη και τον ακολούθησε στο εξωτερικό στη Γερμανία όταν της είπε ότι δέχθηκε να γίνει νομικός σύμβουλος σε μεγάλη εταιρία που του έκανε πρόταση. Κατάλαβε ότι το έκανε για εκείνη πάλι, δεν του είπε τίποτα , απλά τον ακολούθησε και αφέθηκε στα χέρια του ακόμη μια φορά. Δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει αν ήταν έρωτας αυτό που ένοιωσε , ευγνωμοσύνη ή εξάρτηση όμως στάθηκε δίπλα του σαν σωστή σύζυγος απολαμβάνοντας συγχρόνως την ήρεμη αγάπη του και την είσοδο της σε ένα κόσμο γεμάτο με υψηλές γνωριμίες και πολυτέλεια . Την βοήθησε να πάρει το μεταπτυχιακό που ήθελε και ακόμη περισσότερα με τις γνωριμίες του. Της έστρωνε με βαμβάκι το δρόμο που κάθε φορά διάλεγε χωρίς ζήλιες,  επικρίσεις και κρητικές για τις επιλογές της . Εκείνου  του έφθανε που την είχε δίπλα του να ανθίζει μέρα με τη μέρα και να ευωδιάζει την αγκαλιά και τη ζωή του με τον έρωτα της . Ακόμη και όταν έβλεπε τη ματιά της να χάνεται στο άπειρο και ένοιωθε ότι ταξίδευε σε άγνωστα πελάγη θύμησης εκείνος απλά την αγκάλιαζε δηλώνοντας τη παρουσία της ασφάλειας του.
Ο Άρης χάθηκε από τη ζωή της ακριβώς όπως μπήκε..σαν ένας άγγελος.. ήταν μέσα στο αεροπλάνο που έπεσε ταξιδεύοντας για επαγγελματικό ταξίδι. Ο θάνατος του της έδωσε ακόμη ένα σπρώξιμο σε μία κατάσταση απομόνωσης και θυμού με τη μοίρα  που της αφαιρούσε κάθε τι που την αγάπησε και την κρατούσε ασφαλή. Εκεί επάνω στο τάφο του σφράγισε πάλι τη ψυχή της που εκείνος είχε καταφέρει να ανθίσει. Ακόμη και με το θάνατο του δήλωνε την δύναμη και την ασφάλεια που της υποσχέθηκε .Η περιουσία που της άφησε,  η ασφάλεια  που της δόθηκε λόγω του ατυχήματος και όλος ο δικηγορικός κολοσσός που στάθηκε δίπλα στη νεαρή χήρα αρωγός σε κάθε της δυσκολία ήταν δικά του δώρα.
Πέρασε στην αρχή δύσκολα με την απουσία του, ένοιωσε ενοχές για κάθε έλλειψη συναισθημάτων απέναντι του που δεν του έδωσε ίσως μα τότε της ήρθε σαν φως στο σκοτάδι ένα άνοιγμα επαγγελματικό για μία ζωή που τώρα ξεκινούσε μπροστά της.
Ήταν 2 μήνες μετά το θάνατο του όταν την επισκέφτηκε ένας φίλος τους συνάδελφος του από την εταιρία και της πρότεινε μία δουλειά που ούτε ονειρευόταν. Υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων σε μία μεγάλη εταιρεία καλλυντικών της Γερμανία και διεθνώς. Άκουσε τη πρόταση με λαχτάρα, χρειαζόταν μία διαφυγή από το βάλτωμα της ζωής της , είχε ανάγκη να προχωρήσει, να απασχολήσει το μυαλό της και να δείξει συγχρόνως τις γνώσεις της .
 Το βράδυ εκείνο κατάλαβε ότι μέσα της γεννήθηκε μία νέα Ελπίδα , ένοιωσε τύψεις για τον ενθουσιασμό της, για τη λαχτάρα της επόμενης μέρας .Ενοχές για την ευκολία που είχε τη διάθεση να "προχωρήσει" αφήνοντας πίσω της τον Άρη και τη ζωή που της άνοιξε η παρουσία του,  τότε που κανείς δεν της άπλωσε το χέρι..
Έτσι δύο μέρες μετά ο φίλος τους την συνόδεψε στην εταιρία και την οδήγησε  στον προϊστάμενο προσλήψεων που ήταν φανερό ότι ήταν μιλημένος από " υψηλά" για τη   θέση που θα έπαιρνε εδώ. Της φέρθηκαν με ευγένεια, καλή διάθεση συνεργασίας και της εξήγησαν τα καθήκοντα της καθώς και τις αποδοχές της που σίγουρα θα ήταν το όνειρο πολλών ανθρώπων. Δεν ήταν το οικονομικό πρόβλημα στη ζωή της ειδικά τώρα πλέον απλά ήταν η ανάγκη της να την καλοδεχθούν σε μία τύπου οικογένεια όπου θα έκανε τα πάντα για να πάρει μία θέση σ' αυτήν . 
 Η Ελπίδα αργότερα  έμαθε ότι ο πρόεδρος της εταιρίας που δούλευε ο Άρης ήταν παιδικός φίλος με τον Γερμανό πρόεδρο του ομίλου  φρόντισε να αποζημιώσει τη χήρα του νομικού στελέχους  του με την αποκατάσταση της σε ασφαλές μέλλον. Δεν ήξερε ότι έτσι άνοιγε στην Ελπίδα ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της που ούτε και η ίδια φανταζόταν τότε.





Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

39η Συνέχεια


Κοιμήθηκε έτσι όπως ήταν  με τα ρούχα , κουβαριασμένη στο κρεβάτι της παλεύοντας με σκόρπιες αναμνήσεις που οι περισσότερες την πλήγωναν όπως πληγώνει τη σάρκα τα αγκάθια του  τριαντάφυλλου που κράτησε στο χέρι απρόσεκτα  ποθώντας το άρωμα που ανέδιδε.
Το πρωί ήταν ακόμα πιο άσχημα, είχε πυρετό και το στήθος της δεν μπορούσε καν να το αγγίξει. Σηκώθηκε και έριξε στο πρόσωπο της λίγο νερό , τα μάτια της με κύκλους ολόγυρα, τα μαλλιά της σε άσχημη κατάσταση θαμπά και οι ελαφριές κόκκινες ανταύγειες τους έχασαν τη λάμψη  της που της έδιναν κάποτε. Στηρίχθηκε στη λεκάνη και πάλεψε με τη τάση που είχε να κάνει εμετό  , κάτι μέσα της όμως , κάτι το άγνωστο  βγήκε λες από το πουθενά, την ταρακούνησε και την έκανε να στυλώσει τα μάτια της στο καθρέπτη  στην εικόνα που έβλεπε. Σκέφτηκε όλους όσους είχε βάλει στη ..μαύρη λίστα της ψυχής της, σκέφτηκε την ικανοποίηση που θα τους έδινε αν γονάτιζε.  Ζύγισε τα απομεινάρια της δύναμης της και πήρε την απόφαση να μη δώσει σε κανένα τίποτε άλλο εκτός από την επιθυμία της να τους πονέσει όσο περισσότερο μπορούσε. Θυμήθηκε ότι κάπου μέσα στο ντουλάπι υπήρχε ένα μικρό καμινέτο με αέριο για "κάποια στιγμή διακοπής ρεύματος " όπως της είχε πει τότε η θεία της  που φρόντισε για την εγκατάσταση της στο σπίτι των γονιών της . Άρχισε να ψάχνει και ένοιωσε μία μικρή νίκη όταν το έβαλε μπροστά της στο πάγκο της κουζίνας και άρχισε να ζεσταίνει νερό σε κάποιο μικρό κατσαρολάκι.  Θυμήθηκε ότι το είχε κάποια στιγμή διαβάσει κάπου στο ιντερνέτ, το στήθος μαλάκωνε με ζεστές κομπρέσες και με μαλάξεις έβγαζες το γάλα που είχε συσσωρευτεί, μετά κάτι θα έκανε γι' αυτό, έπρεπε να βγει από εδώ  μέσα και να οργανωθεί. 
Δεν έπρεπε κανείς να δει ότι επέστρεψε και ιδιαίτερα ο Πάνος ή κάποιος που την γνώριζε, έπρεπε να επιστρέψει στη ζωή με διαφορετικό τρόπο και να κερδίσει το χαμένο χρόνο, τις χαμένες ευκαιρίες που τις προσπέρασε .
Όταν σκεπτόταν το Πάνο ένοιωθε ένα μαχαίρι να στριφογυρίζει στη καρδιά της, το καθάριο βλέμμα του, η ευγένεια του, τη γεμάτη ενδιαφέρον γι' αυτήν καθημερινή του καλημέρα ..ο Πάνος..και τι δεν θα έδινε για να βρεθεί στην αγκαλιά του και να ανοίξει τη ψυχή της .
Αραίωνε το ζεστό νερό  συνεχώς με το κρύο σε μία λεκάνη και έπλυνε το κορμί της όσο μπορούσε καλύτερα κάνοντας οικονομία στο νερό. Με ζεστές κομπρέσες και απέραντο πόνο κατάφερε να βγάλει από μέσα της την ..απόδειξη μιας..πράξης που είχε διαγράψει από τη ζωή της χθες ακόμη .Πάλευε 2 ολόκληρες ώρες μέσα στο μπάνιο να συνέλθει και τέλος τυλιγμένη με μία καθαρή πετσέτα και ανακουφισμένη πήγε και στάθηκε πίσω από τη λευκή κουρτίνα προσπαθώντας μέσα από αυτήν να ψάξει όσο μπορούσε καλύτερα το δρόμο, τη γειτονιά, τα σπίτια, τους ανθρώπους.
Ήταν στο μπαλκόνι τότε όταν τον είχε πρωτοδεί, εκεί στο δρομάκι απέναντι επάνω στο ποδήλατο του , του χαμογέλασε, της κούνησε το χέρι..
Ο Πάνος, η μόνη αθώα σχέση της ζωής της που θα κρατούσε πάντα έτσι μέσα στα βάθη της καρδιάς της. Αποφάσισε να κρατήσει πλέον μέσα της ένα χώρο δικό της, μόνον για εκείνη , ένα καταφύγιο, εκεί που θα έχτιζε ένα φανταστικό βασίλειο ερμητικά δικό της και απρόσιτο από κάθε κακή αύρα. Εκεί θα κατέφευγε όποτε χρειαζόταν να θυμάται ότι ήταν το μικρό νεαρό κορίτσι που αρνήθηκε να κάνει έρωτα με τον ερωτευμένο Πάνο γιατί ήθελε να ζήσει αυτή τη στιγμή έτοιμη και αποφασισμένη να τη γευτεί σαν μοναδική, έχασε αυτή τη στιγμή δυστυχώς.. Τώρα ήξερε ότι πρέπει να ζεις τη κάθε απρόσμενη χαρά  που σου δίνει η ζωή, ότι έχασε ότι καλύτερο υπήρχε για να γευτεί την ονειρική πρώτη φορά δίπλα σε κάποιον που θα της την χάριζε με όλη τη δύναμη της ψυχής και του νεανικού κορμιού του. Το κορίτσι  τελικά έζησε αυτή τη μοναδικότητα  με το πιο σκληρό τρόπο, και  αποχαιρέτησε το όνειρο της  άδοξα,  σαν το νερό της πηγής  που κύλησε μέσα από τα ανοιχτά της δάχτυλα όταν της βρέθηκε μπροστά στο δρόμο της.
Άνοιξε τη ντουλάπα της και βρήκε τα πάντα όπως τα άφησε, η παλιά ήρεμη νεανική ζωή της αντικαθρεπτίζοντας στα νεανικά ακριβά ρούχα που της έβαλαν εκεί . Ντύθηκε προσεκτικά με κάτι απλό και βλέποντας τον εαυτό της στο καθρέπτη ανακάλυψε ότι δεν ήταν μόνο το τζιν που δεν κούμπωνε πλέον εύκολα μα και η όλη εικόνα της είχε αλλάξει  . Είχε θαρρείς..σκληρύνει το βλέμμα της, το σώμα της είχε μία σφραγίδα γυναικεία στις καμπύλες που κάποτε δεν είχε και μόνο οι μαύροι κύκλου γύρω από τα μάτια της δήλωναν τα όσα είχε περάσει. Ξέχασε σκέφτηκε τους αβάσταχτους πόνους του κορμιού της καθώς ξεριζωνόταν  το..μωρό από μέσα της μα δεν μπόρεσε  να διώξει εκείνο το πόνο που ένοιωσε όταν έκλεισε τη πόρτα πίσω της και έσβησε από τη μνήμη της ότι εγκατέλειψε στη Λενιώ. Απώθησε την ανάμνηση, την έσβησε, την έδιωξε σαν κάτι το απεχθές..δεν ήθελε να υπάρχει στο μέλλον της πια.
Ντύθηκε και βγήκε προσεκτικά κοιτώντας σαν ένοχη τους ανθρώπους που την προσπερνούσαν με το φόβο μήπως κάποιος την αναγνωρίσει. Πήρε ένα ταξί και πήγε σε άλλη περιοχή, χώθηκε σε ένα εμπορικό κέντρο και διάλεξε ένα καφέ. Ήθελε σκεφτεί, να βάλει τις προτεραιότητες της σε λίστα με πρώτο από όλα το θέμα της υγείας της , το γάλα που έπρεπε να σταματήσει. Πριν καθίσει λοιπόν έψαξε για ένα φαρμακείο που ήξερε ότι υπήρχε εκεί. Πήρε ένα αθώο ύφος άγνοιας και ρώτησε το φαρμακοποιό όσο μπορούσε πιο ..γλυκά :
- Συγνώμη, η αδελφή μου γέννησε πρόσφατα και μου έδωσε μία συνταγή του γιατρού της να πάρω ένα φάρμακο για να σταματήσει το γάλα της. Βλέπετε αρχίζει δουλειά και δεν μπορεί να το θηλάζει πλέον. Το πρόβλημα μου είναι ότι έχασα τη συνταγή και...καταλαβαίνετε..τι θα της πω..θα θυμώσει.. 
Ο φαρμακοποιός την κοίταξε με κατανόηση.
-Κρίμα που σταματάει το θηλασμό, ελπίζω να έχει πάρει το παιδί έστω και λίγο όλα τα οφέλη του θηλασμού.
-Σίγουρα..έχει καιρό που το θηλάζει ..όμως πρέπει να γυρίσει στη δουλειά της..καταλαβαίνετε..
-Θα σας δώσω ένα σκεύασμα ελπίζω να είναι το κατάλληλο και να συμπίπτει με την εντολή του γιατρού της , όμως αν είναι διαφορετικό φέρτε το μου πίσω με νέα συνταγή να σας το αλλάξω.
Της έδωσε το φάρμακο  και της εξήγησε τι έπρεπε να πει στην αδελφή της!!!
Έφυγε από το φαρμακείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε χαρούμενη που τα πράγματα έγιναν πιο εύκολα από όσο περίμενε. Κάθισε στο καφέ και πήρε αμέσως το πρώτο χάπι με λίγο νερό. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να κάνει δίαιτα, να μη πίνει τόσα υγρά και να αποφεύγει όλα όσα από τις τροφές θα της μεγάλωνα το πρόβλημα. Ζήτησε ένα σκέτο καφέ και ένα απλό κουλούρι αν και πεινούσε υπερβολικά.
Το κινητό της ήταν κλειστό, χωρίς ρεύμα στο σπίτι δεν μπόρεσε να το φορτίσει..άχρηστο κι αυτό στα χέρια της σαν τη ζωή και το μέλλον της. Έπρεπε να κάνει μία νέα αρχή, σίγουρα οι θείοι της θα έμαθαν ότι πήρε τα χρήματα της, ίσως πήγαιναν στο σπίτι της έπρεπε λοιπόν να το εγκαταλείψει  μα σίγουρα δεν θα έφευγε χωρίς κάποια ρούχα για ξεκίνημα. Ήθελε τόσο να είχε κάποιον να συμβουλευτεί, να ρωτήσει για τα επόμενα βήματα της, κάποιον που θα της έδειχνε το σωστό δρόμο για να βγει από το αδιέξοδο..Κράτησε το κεφάλι μέσα στις παλάμες της και το έσφιξε απεγνωσμένα λες και έτσι θα κατέβαζε λύσεις και θα άνοιγε πόρτες για το φως.
-Δεσποινίς είστε καλά; Έχετε κάποιο πρόβλημα;
Σήκωσε το κεφάλι με μάτια δακρυσμένα και αντίκρισε ένα βλέμμα γεμάτο ενδιαφέρον να την ερευνάει και συγχρόνως να την "χαϊδεύει" με τρυφερότητα. Ήταν ένας άνδρας μεγάλος σχετικά, βαστούσε μία τσάντα στο χέρι και μία εφημερίδα παραμάσχαλα. Η Ελπίδα είχε από τον Αντώνη τη πείρα να ξεχωρίζει το ακριβό και προσεγμένο ντύσιμο, το πανάκριβο ρολόι, τα δερμάτινα  σινιέ παπούτσια και τα πολυπεριποιημένα χέρια του.
-Κλαίτε; είναι δυνατόν να κλαίει μία όμορφη δεσποινίς σαν κι εσάς; Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι χωρίς να..παρεξηγηθώ;
Δεν περίμενε απάντηση, κάθισε με άνεση στην άδεια καρέκλα δίπλα της και έκανε νόημα το σερβιτόρο με  λέγοντας του: -Το συνηθισμένο μου.
Η Ελπίδα έμεινε ακίνητη, θαρρείς παγωμένη, αδιάφορη από την ενόχληση που ίσως ήταν και ύποπτη , δεν φοβόταν τίποτε πλέον, δεν είχε κάτι να χάσει ούτε ήλπιζε σε περισσότερα από όσα περίμενε..
-Παρακαλώ δεν θέλω να παρεξηγηθώ, ονομάζομαι Άρης Πανταζόπουλος και είμαι δικηγόρος, έχω το γραφείο μου εδώ δίπλα από το εμπορικό, συνήθως πίνω εδώ το καφέ μου για να προετοιμαστώ ψυχολογικά για την  επόμενη μέρα μου.
Της άπλωσε το χέρι  κι εκείνη το κοίταξε μέσα από τα δάκρυα της σχεδόν παραξενεμένα..μετά έδωσε δειλά το δικό της και του είπε το όνομα της.
-Ελπίδα, με λένε Ελπίδα..
-Τι υπέροχο όνομα, φαντάζομαι ότι μάλλον με τόσα δάκρυα στα όμορφα μάτια σου ξέχασες την έννοια του ονόματος σου μικρή μου. 
Έτσι εκείνη τη μέρα μπήκε στη ζωή της ο Άρης , την "μάζεψε" σαν το χέρι που μαζεύει ένα πληγωμένο πουλί και προσπαθεί να του αφιερώσει τη φροντίδα για να το κάνει να πετάξει ξανά. Την νύχτα εκείνη κοιμήθηκε στο σπίτι του , τον ακολούθησε όπως το αρνί τον άγνωστο που του βάζει σκοινί στο λαιμό και το οδηγεί στο μαντρί. Μόνο που ο Άρης  αποδείχθηκε ένα τρυφερός , ευγενικός άνθρωπος, μοναχικός θα έλεγε κανείς με μόνη αγάπη και όνειρο τη δουλειά του. Δεν τον αγάπησε ποτέ..όχι γιατί δεν το άξιζε αλλά γιατί εκείνη αποφάσισε να κλείσει τη πόρτα  στη καρδιά της σαν μία προσωπική τιμωρία για τις παλιές επιλογές της.
 Ο Άρης έγινε το πρώτο σκαλοπάτι της, εκείνος που την οδήγησε σε σωστές επιλογές για να πατήσει και να ανέβει εκεί που ήθελε πεισματικά πια, στη κορυφή. Δεν την ρώτησε ποτέ για ότι δεν του αποκάλυψε εκείνη και απλά δεχόταν σαν δώρο ότι του έδινε, τα πιο απλά, τα πιο ελάχιστα. Την έγραψε σε ιδιωτικό ξένο πανεπιστήμιο, την βοήθησε να αποκτήσει γνώσεις διοίκησης  επιχειρήσεων και όταν συναντιόντουσαν τα βράδια άδειαζε στα χέρια της ότι τον τυράννησε την ημέρα του . Του αρκούσε που τον άκουγε, που δεν τον έλεγχε,  που δεν ζήλευε , που δεν ήθελε από αυτόν τίποτε περισσότερο από όσα της έδινε. Τον γοήτευε η αίσθηση που ένοιωσε από τη πρώτη στιγμή που την κράτησε γυμνή στην αγκαλιά του ότι της μάθαινε κάτι από την αρχή, ότι έπρεπε να της δείξει ότι καλύτερο μπορούσε για να την κάνει να ζήσει σωστά τη μοναδικότητα του έρωτα. Εκείνος σχεδόν 40 ..εκείνη σχεδόν παιδί..πάλευε μέσα του με το σωστό το λάθος μα κάθε μέρα δίπλα της ήταν ένα ακόμη βήμα σε μία εθιστική σχέση από μέρους του.  Δεν μπορούσε να την κατηγορήσει για τίποτα, δεν του ζητούσε , δεν διαμαρτυρόταν απλά δεχόταν και ζούσε το σήμερα.
Άρχισε να νοιώθει άγχος ότι θα την χάσει και ας μη της το έλεγε, δεν τολμούσε να της ζητήσει αυτό που γυρόφερνε στο μυαλό του το τελευταίο καιρό γιατί ήξερε, το ένοιωθε ότι θα αρνιόταν και θα την έχανε για πάντα. Της έδινε λοιπόν απεριόριστα κάθε τι που θα την βοηθούσε να ικανοποιήσει την εικόνα που έβλεπε να χτίζει ολόγυρα της. Το "παραδεισένιο πουλί" που βρέθηκε πληγωμένο στο δρόμο του άνοιγε πια τα φτερά, το έβλεπε, το ένοιωθε, το παρακολουθούσε να ομορφαίνει, να δοκιμάζει τις δυνάμεις του ...να πλησιάζει τη πόρτα του χρυσού κλουβιού αδιάφορο για το τι θα άφηνε πίσω του. 
Τότε κατάλαβε ότι την ερωτεύτηκε, ότι ήταν αργά γι' αυτόν γιατί κάτι μέσα της δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει δικό του ακόμη και όταν κέρδιζε τη απόλαυση του έρωτα της. Αυτά τα 4 χρόνια δίπλα της ήταν Παράδεισο και Κόλαση μαζί πλέον το τελευταίο καιρό και κάτι μέσα του.. ένα κουδούνι χτυπούσε συναγερμό ότι έφθανε η ώρα που έπρεπε να τη χάσει.
Η Ελπίδα είχε εδώ και λίγο καιρό κάνει έρευνα για μεταπτυχιακό σε Πανεπιστήμιο στο εξωτερικό, ήταν καιρός να κάνει το επόμενο βήμα και μέσα της έψαχνε να βρει τα κατάλληλα λόγια να το ανακοινώσει στον Άρη. Δεν της ήταν εύκολο γιατί καταλάβαινε ότι θα τον πλήγωνε μα γι' αυτήν ήταν λες και θα αποχαιρετούσε ένα καλό φίλο λίγο πριν πάρει ο καθένας το δρόμο του. Του χρωστούσε πολλά, θα έλεγε καλύτερα τα πάντα μα...δεν του τα είχε ζητήσει..απλά πήρε ότι της έδωσε !
Εκείνες τις μέρες κάτι μέσα της την οδηγούσε σε παλιά λημέρια, σε ξεχασμένες διαδρομές της προηγούμενης λες ζωής της , εκείνης που ξέχασε, που ξέγραψε από το μαυροπίνακα της.
Ο Άρης της είχε παραχωρήσει ένα μικρό Smart  που είχε για μέσα στη πόλη αμέσως μετά που πήρε το δίπλωμα οδήγησης της. Τον ευχαρίστησε με ένα χαμόγελο της που ήξερε ότι λάτρευε και ένα ερωτικό ταξίδι το βράδυ που τον σαγήνευε και τον κρατούσε παθητικά δικό της. Τον εκμεταλλεύτηκε, το ήξερε, μα δεν του υποσχέθηκε ποτέ κάτι, δεν του είπε ποτέ ψέματα, δεν του ψιθύρισε ακόμα και στους πόθους της επάνω τη λέξη: Σ΄αγαπώ...
Πήγε πρώτα στο τάφο των γονιών της, η θεία της τον είχε αγοράσει για να μη χρειαστεί να τους βγάλουν ποτέ, σκέφτηκε ότι ίσως σε αυτό το τάφο θα έμπαινε κάποτε κι αυτή.. Τον βρήκε απεριποίητο και άχρωμο, φανερό ότι κανείς δεν τον επισκέφτηκε ποτέ..
-Μανούλα...μπαμπά..συγνώμη τι να πρωτοπώ για πόσα να ζητήσω συγχώρεση και έλεος, δεν είμαι εγώ πια μαμά...είμαι μία άλλη .Εκείνη που γεννήσατε πέθανε εδώ και καιρό μαμά..εγώ πια  θα βαδίσω σε όποιο δρόμο βρω μπροστά μου ανοιχτό , θα διώξω τα εμπόδια, θα ανέβω κάθε βουνό με όποιο τρόπο  μπορέσω. Συγνώμη ..μόνον από εσάς θα ζητήσω και από κανέναν άλλο..Δεν ξέρω που θα με οδηγήσει η ζωή μα θα παλέψω για όλα.. Αντίο μαμά..μπαμπά..μη με κοιτάτε..ίσως ντραπείτε για μένα.
Η επόμενη στάση της ήταν το σπίτι της, ανέβηκε προσεκτικά, άνοιξε τη κουρτίνα για να μπει το φως και στάθηκε ώρα πίσω από το παράθυρο με μία ελπίδα, να δει το Πάνο να περνάει όπως τότε με το ποδήλατο.. Μα δεν πέρασε ποτέ, δεν είδε κανένα γνωστό πρόσωπο , έκλεισε τη κουρτίνα, κατέβηκε από τις σκάλες και πάλεψε με την επιθυμία να περάσει από τη πόρτα του σπιτιού του . Τότε έπεσε επάνω  σε κάποιον , άκουσε το όνομα της και έσπασε η καρδιά της από το φόβο. ήταν ο Κώστας , ο φίλος του Πάνου, ο κολλητός του.
-Ελπίδα; Ελπίδα εσύ;  Είναι δυνατόν ; που ήσουν τόσο καιρό;