Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

41 η συνέχεια

                                                       41 η συνέχεια 

Η δουλειά της μπήκε γρήγορα στο αίμα της σαν διεγερτικό, άνοιξαν ξαφνικά νέοι ορίζοντες και ενδιαφέροντα, το μυαλό της πλέον γέμιζε καθημερινά με νέες γνώσεις και ερεθίσματα, εμπειρίες και πάνω από όλα το ένστικτο επικράτησης. Οι γλώσσες που ήξερε την βοήθησαν πολύ και φρόντιζε τα βράδια να διαβάζει κάθε βιβλίο που θα της προσέφερε πλεονεκτήματα στη δουλειά της. Έκανε τη δουλειά της με πάθος και επιμονή για τελειότητα , είχε αλλάξει..μεταμορφωνόταν κάθε μέρα θα έλεγε καλύτερα τόσο που πολλές φορές νόμιζε ότι ζούσε τη ζωή μιας άλλης. Της έλειπε ο Άρης, τον αναζητούσε τα βράδια που κούρνιαζε δίπλα του στο καναπέ και βλέποντας μία ταινία στη τηλεόραση ένοιωθε το χέρι του να χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά της , στοργικά, τρυφερά μέχρι εκείνη να κάνει το πρώτο βήμα. Πολλές φορές κάπου εκεί στις στιγμές της μοναξιάς και της ανδρικής έλλειψης αναλογιζόταν πόσο είχε δεθεί τελικά με τον Άρη και την παραδοχή ότι δεν θα έβρισκε ποτέ κάποιον όμοιο του να την προστατέψει και να την αγαπήσει.
Πέρασε ένας χρόνος στη δουλειά της, είχε εδραιωθεί  πλέον στη θέση της χάριν στη προσεκτική επίδοση της σε ότι μπορούσε να αποδείξει ότι ήταν ικανή. Εκείνο το πρωινό μπαίνοντας στην εταιρία ένοιωσε την αναστάτωση και την ανησυχία σε όλο το προσωπικό, ρώτησε τη Χέλγκα μία από τις ιδιαιτέρες που ένοιωθε ότι δεν έβλεπε με καλό μάτι την άνοδο της.  
-Έρχεται το ..μεγάλο κεφάλι "λιμπεν", έρχεται ο πρόεδρος και είναι από αυτούς που δεν αφήνει οτιδήποτε στη τύχη, σίγουρα θα είσαι από αυτές που θα θελήσει να δει σαν νεώτερη , να ελέγξει και να εγκρίνει ή ..να διώξει!
Το είπε και απομακρύνθηκε με ένα γελάκι, πάντα πίστευε η Ελπίδα ότι στο βάθος την θεωρούσε ένα αντίπαλο της για μεγαλύτερη θέση στο  χώρο.
Η Ελπίδα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της, της άρεζε βέβαια εδώ μα δεν φοβόταν κανένα πια, κάπου έξω θα υπήρχε πάντα μία θέση γι αυτήν. Όλο αυτό το χρόνο είχε δεχθεί αρκετές σοβαρές προτάσεις για εργασία αλλού , οι διάφοροι επιχειρηματίες που συναναστρεφόταν ήξεραν να διακρίνουν ποιο στέλεχος θα τους ήταν ικανό στη δουλειά τους.
 Μπήκε στο γραφείο της, έκανε τις σχετικές ενημερώσεις της ημέρας και μετά περίμενε με περιέργεια να δει τι θα γίνει .Βυθισμένη σε έγραφα και τηλεφωνήματα, φαξ και μέιλ  έγειρε σε μία στιγμή στην αναπαυτική πολυθρόνα γραφείου της και την γύρισε προς το γυάλινο τοίχο δίπλα της από όπου φαινόταν  όλη η πόλη.
 Το μυαλό της αστραπιαία κύλησε σαν το νερό στο παρελθόν, οι γονείς της, η θεία της ,ο Αντώνη, η μικρή Έλενα, ο Πάνος..θεέ μου πόσο πονούσε η εικόνα του μέσα της. Το ταξίδι φυγής στο χωριό της Λενιώς...το μωρό..σκέπασε τα μάτια της με τα περιποιημένα ακροδάχτυλα της να διώξει την εικόνα. Βέβαια είχε καταφέρει να   την είχε καταχωνιάσει προ πολλού μα όχι και να την διαγράψει.  Δεν ήθελε ίχνος της μέσα στις αναμνήσεις της , στο ..βιογραφικό της ψυχής της ,  όμως εκείνα τα γλυκά , ήρεμα μάτια της γυναίκας που την φρόντισε δεν μπορούσε εύκολα να τα διαγράψει. Ήταν θαρρείς η τελευταία κηλίδα της μαύρης λεκιασμένης πράξης της να εγκαταλείψει εκείνο το μωρό, κάτι που δεν έσβηνε, έμενε βασανιστικά μέσα της μαζί με τη φράση που αντηχούσε ακόμη στα αυτιά της.
-Πάρε το αγκαλιά γλυκιά μου, είναι ένα πανέμορφο κοριτσάκι , κοίτα το, κοίτα το έστω για μια φορά..χρειάζεται εσένα ,τη μάνα του..
Όχι ..δεν με χρειαζόταν σκέφτηκε , δεν μπορεί να χρειαζόταν κάποια που θα το έβλεπε σαν απόδειξη της βλακείας της να πιστέψει, να παρασυρθεί, να αλλάξει τη ζωή της. Ήταν ένα ...κομμάτι  από αυτόν που μίσησε όσο κανένα, ήταν η αιτία που δεν ήταν ο Πάνος δίπλα της, που ονειρευόταν εκδίκηση , που έκανε σχέδια για..για..κι αυτή δεν ήξερε πια τι χρώμα θα είχαν εκτός από το μαύρο..το κατάμαυρο...
 Σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της ένα δάκρυ που κύλισε και ήταν ένα θρόισμα πίσω της που την έκανε να τιναχτεί και να γυρίσει στη πραγματικότητα.
Ήταν ένας ψηλός άνδρας μεγάλης ηλικίας γύρω στα 60 ίσως , γκρίζα μαλλιά καλοχτενισμένα, γαλανά ξεθωριασμένα σχεδόν μάτια της θύμισαν το χρώμα που είχαν τα σύννεφα όταν αντλούσαν το γαλάζιο του ουρανού. Τα ένοιωσε να διεισδύουν μέσα στα δικά της τόσο έντονα που η καρδιά της θαρρείς χτύπησε πιο δυνατά σαν προειδοποίηση κινδύνου. Ερεύνησε τη κορμοστασιά του και ένοιωθε ότι κι εκείνος έκανε το ίδιο επάνω της. Παρόλη την ηλικία του ήταν ένας όμορφος άνδρας , λεπτός ,αθλητικός μέσα στο γκρίζο του σακάκι με το λευκό πουκάμισο.  Σηκώθηκε όρθια , κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν και προσπάθησε να δείξει σηκώνοντας το πηγούνι της ότι δεν την τρόμαξε η παρουσία του .
-Φαντάζομαι ότι είστε ο πρόεδρος κύριε , χαρήκαμε ..δηλαδή σας περιμέναμε ..ίσως..
Ξαφνικά μάσησε τα λόγια της, έχασε τον ειρμό στις λέξεις που ήθελε να πει, εκείνα τα μάτια ξαφνικά χαμογέλασαν με τρυφεράδα απρόσμενη .
-Τι έκανε αυτό το όμορφο κορίτσι να δακρύσει; η φωνή του βελούδινη της έφερε στο νου τον Άρη και αυτό την κλόνισε.
- Ζητώ συγνώμη, έφταιγε ο..υπολογιστής ίσως..
-Όχι, μη μου λες ψέματα, έφταιγε μία ανάμνηση, ένας πόνος παλιός, ίσως κάτι που ξέχασες , κάτι που σε πονάει. Έχασες τον άνδρα σου από ότι διάβασα στο βιογραφικό σου..ήταν αυτό ή κάτι πιο βαθύ;
Η Ελπίδα αντέδρασε στον ίδιο της τον εαυτό όταν κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος έμπαινε σε "χωράφια" απροσπέλαστα για όλους σ' εκείνη. Προσπάθησε να αλλάξει θέμα, πήρε κάποιους φακέλους που είχε μπροστά της και μελετούσε ,ίσιωσε το κορμί της σχεδόν στρατιωτικά και προσπάθησε να κάνει τη φωνή και τη ματιά της βαθιά επαγγελματική.
-Θα θέλατε κύριε να σας ενημερώσω για κάποιες επαφές που κάναμε στην εταιρία και ήμουν υπεύθυνη; Έχω στη διάθεση σας τα πάντα.
Το χαμόγελο κατέβηκε στα χείλη του, κούνησε το χέρι του σαν ένα αδιόρατο χαιρετισμό και φεύγοντας της είπε:
-Όλα με τη σειρά αγαπητή μου, είμαι σίγουρος ότι έχουμε πολλά να πούμε εμείς οι δύο.
Η πόρτα έκλεισε πίσω το μαλακά, με προσοχή έτσι ακριβώς όπως την άνοιξε και εισέβαλε στη..ζωή της.
Έμεινε στην εταιρία σχεδόν 10 μέρες κάτι που συγκλόνισε όλους γιατί συνήθως οι επισκέψεις του ήταν αστραπιαίες. Το σούσουρο πίσω του έδινε και έπαιρνε .Έμαθε από τη Χέλγκα ότι ήταν χήρος 60 ετών με ένα αγόρι 12 χρόνων που απέκτησε αργά και κόστισε τη ζωή της γυναίκας του . Αυτοδημιούργητος , δυναμικός και σκληρός στις αποφάσεις του , κλειστός και απρόσιτος λιγάκι  δεν είχαν ποτέ ακουστεί γι' αυτόν κάποια κουτσομπολιά  ή κάποια του παρενόχληση ερωτική με το προσωπικό. Με τη γυναίκα του λέγανε ότι παντρευτήκανε νέοι και μετά το θάνατο της δεν έκανε  κάποιο σοβαρό δεσμό ή ίσως δεν κατάφεραν να μαθευτεί κάτι τέτοιο.
. Πεσμένος με πείσμα στη δουλειά του , με καλές κινήσεις εμπορικές κατάφερε να κάνει την επιχείρηση αυτό το κολοσσό που είχε και αργότερα μία μικρή πολυεθνική εταιρία.  Απόφευγε τις κοινωνικές εκδηλώσεις, είχε κόλλημα με τη τέχνη και συλλέκτης έργων.
Η Ελπίδα τον είδε πολλές φορές στα μίτιγκ που έκαναν αφότου ήρθε και ουδέποτε  είδε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εκείνη κάτι που την καθησύχασε για τη δουλειά της και για τις "μπιχτές" της Χέλγκα. .
Ήταν  μία μέρα πριν φύγει όταν έλαβε ένα μήνυμα στον υπολογιστή της για να τον συναντήσει αύριο στις 8 μμ με "επίσημο ένδυμα" σε ένα γνωστό ρεστοράν της πόλης όπου ήξερε ότι γινόντουσαν πολλές επαγγελματικές συναντήσεις.
Επίσημο ένδυμα..σκέφτηκε ..τι μου γράφει τώρα..τι να φορέσω; και τι δουλειά έχω  εγώ εκεί; τι έπρεπε να φέρει μαζί της; δεν έγραφε τι ήθελε, ίσως έπρεπε καλύτερα να πάρει μαζί του τη πρώτη γραμματέα του γραφείου. Όμως αυτή ήταν και η υπεύθυνη για τις συνεντεύξεις τύπου ,την "εικόνα" της εταιρίας έξω και γενικά φρόντιζε σχεδόν τα πάντα με τους πελάτες και την ικανοποίηση τους από την εταιρία..
Εκείνο το απόγευμα αποφάσισε να πάει στα μαγαζιά, έδωσε δικαιολογία στον εαυτό της ότι έτσι έπρεπε .."κάτι επίσημο"..η γκαρνταρόμπα της βέβαια διέθετε ρούχα μα είχε χρόνια να φορέσει κάτι τέτοιο, κάτι νέο και στη μόδα. Συνήθως ντυνόταν κλασικά με σύνολα που διάλεγε να συμμορφώνονται με πολλές περιστάσεις ή σπορ στη καθημερινότητα της. Άλλωστε  ήταν το τελευταίο που είχε στο νου της αφού σπάνια έβγαινε εκτός από τις συναντήσεις επαγγελματικές που ήταν συνηθισμένη . Περπάτησε σε ένα εμπορικό δρόμο και στάθηκε τελικά σε μία βιτρίνα, η ματιά της καρφώθηκε ,ως συνήθως, σκέφτηκε ειρωνικά  σε ένα κομψό ταγιέρ με γκρι σιέλ απόχρωση . Το διέγραψε όμως σαν ακατάλληλο και όμοιο με μία ..ντουζίνα που είχε στη ντουλάπα της και  ...ίσως το διπλανό πράσινο φόρεμα να ήταν καλύτερο όμως συλλογίστηκε..
-Το ταγιέρ δεν ταιριάζει στην ηλικία σας, το φόρεμα δεν θα τονίσει το σώμα σας..τι θα λέγατε να διαλέξουμε κάτι μαζί; Θα εκπλαγείτε όταν θα δείτε πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι η γνώμη μου!
Πάγωσε η Ελπίδα αναγνωρίζοντας τη φωνή, δεν τολμούσε να το πιστέψει ότι ήταν ακριβώς πίσω της έστω και να έβλεπε την αντανάκλαση της εικόνας του στο κρύσταλλο της βιτρίνας.
-Ναι το ομολογώ, της είπε χαμογελώντας , σας είδα να φεύγετε από το γραφείο και κατάλαβα ότι κάποια θα έψαχνε στην αγορά για ένα επίσημο φόρεμα. Επιτρέψτε μου να σας συνοδέψω με το αυτοκίνητο μου σεπιο  κατάλληλο μαγαζί.
-Παρακαλώ μην ασχολείστε μαζί μου, είπε τραυλίζοντας σχεδόν η Ελπίδα, δεν χρειάζεται, μπορώ να διαλέξω μόνη μου κάτι ..σας παρακαλώ..
Λες και δεν άκουγε τι του είπε άπλωσε το χέρι του και το πέρασε στο  μπράτσο της σπρώχνοντας την απαλά προς το πολυτελές αυτοκίνητο του με σοφέρ. Στο μυαλό της πέρασε η μορφή του Αντώνη , ένοιωσε να χειραγωγείται από την ισχυρή προσωπικότητα του άνδρα δίπλα της. Τότε αντιστάθηκε ενστικτωδώς, τράβηξε το μπράτσο της και στάθηκε μπροστά του σαν ένα  θήραμα  που αντιστέκεται στο θύτη του.
- Θα υποθέσω ότι κάνατε λάθος στο μήνυμα και θα έπρεπε να το απευθύνετε σε μία γραμματέα σας. Λυπάμαι , δεν είμαι αυτό που ίσως νομίσατε ότι είμαι και τα ρούχα μου τα διαλέγω μόνη μου .
Σαν μικρό κακομαθημένο αντιδραστικό παιδί έφυγε από δίπλα του και χώθηκε μέσα στο κατάστημα. στον έκπληκτο πωλητή που την πλησίασε έδειξε το πράσινο φόρεμα και του είπε το νούμερο της.
-Δεν χρειάζεται να το δοκιμάσω αν το έχετε σε αυτό το νούμερο, φέρτε το στο ταμείο.
Πλήρωσε βιαστικά ρίχνοντας κρυφές ματιές για να δει αν το αυτοκίνητο του ήταν ακόμη από έξω. Όμως είχε φύγει , πήρε τη σακούλα και έφυγε τρεχάτη να προλάβει ένα ταξί που η ματιά της έπιασε να αφήνει επιβάτιδα . Όταν μπήκε στο σπίτι της έπεσε με το παλτό στο καναπέ της και πέταξε τα παπούτσια της στο πάτωμα εκσφενδονίζοντας τα με δύναμη μαζί με τη σακούλα . Τελείωσε σκέφτηκε, αύριο θα περιμένω απόλυση..να χαρεί και η Χέλγκα δηλαδή! Με δυσκολία κοιμήθηκε, μέσα της ένοιωσε μία απογοήτευση, αυτός ο άνθρωπος της είχε αφήσει άλλη εντύπωση από την  αρχή μα τώρα την τρόμαζε αυτό το κάτι διαφορετικό από τον ευγενικό, διακριτικό Άρη της.
Το πρωί λίγο πριν ντυθεί έπεσε η ματιά της στη σακούλα με το φόρεμα..έπρεπε να το δοκιμάσει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να βρίσει τον εαυτό της για το θέαμα που παρουσίαζε με το φόρεμα αυτό που την έκανε να μοιάζει με..πράσινη κάμπια! Σίγουρα θα έπρεπε να το γυρίσει πίσω  και να ψάξει για κάτι άλλο αν δηλαδή προλάβαινε.
Γυρίζοντας στη δουλειά της ρώτησε δήθεν αδιάφορα τη Χέλγκα αν την ζήτησαν από το γραφείο του Προέδρου.
-Πρέπει να τον συνοδέψω το απόγευμα σε μία μάλλον εμπορική συνάντηση,
δικαιολογήθηκε , δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι στην ώρα..
Η Χέγκα τινάχτηκε λες και την δάγκωσε κάτι και την κοίταξε περίεργα.
-Εσένα; Γιατί δεν τον συνοδεύει η γραμματέας του ;
-Δεν ξέρω , ίσως πρόκειται για προώθηση κάποιων νέων επαφών με την εταιρία, βαριέμαι τρομερά να πάω και άλλωστε..έχω κάποιο γεύμα σε φίλους  που θα αναγκαστώ να αναβάλω, είπε και κοκκίνισε μέσα της από το ψέμα. Όταν μπήκε στο γραφείο της αναλογίστηκε με θυμό γιατί ένοιωσε την ανάγκη να δικαιολογηθεί σ' αυτή , γιατί ένοιωθε ταραχή λες και έκανε κάτι κακό.
όταν άνοιξε τον υπολογιστή της βρήκε το μήνυμα του.
-Στις 8 μμ και να παραλάβετε από την είσοδο φεύγοντας ένα δέμα για σας με ..σύνεργα εργασίας!
Σύνεργα εργασίας ; αναρωτήθηκε η Ελπίδα..σύνεργα εργασίας; ..τι στο καλό  ήταν αυτό;
Όλη την υπόλοιπη μέρα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα τηλεφωνήματα , σε έγραφα, σε πλάνα για εκθέσεις που έκανε η εταιρία σχεδόν συνεχώς μα στο τέλος την παρέσυρε η δουλειά και κάποιοι πωλητές που ενδιαφερόντουσαν για τις νέες σειρές καλλυντικών .
Όταν τελείωσε το ωράριο της κατέβηκε με..ταραχή στην είσοδο χαιρετώντας κάποιους συναδέλφους και αποφεύγοντας τη Χέλγκα. Χτύπησε τη καρτέλα της και η φωνή του θυρωρού την σταμάτησε.
-Σταθείτε κυρία έχετε ένα δέμα και της έβαλε επάνω στο πασέ ένα πακέτο με...φιόγκο! Της έπιασε ταραχή, το άρπαξε ψελλίζοντας ένα ευχαριστώ και έφυγε να πάρει από το γκαράζ το μικρό αυτοκίνητο της που χθες το είχε ξεχάσει εδώ με τη βιασύνη της για ψώνια.
Το ακούμπησε στο πίσω κάθισμα και από το καθρέπτη του έριχνε κάθε τόσο ματιές φιλύποπτες και υποψιασμένες για το περιεχόμενο του. Αν ήταν αυτό που φανταζόταν ..αν..αλήθεια τι θα έκανε; ίσως η όλη αντίδραση της να έδειχνε τελικά τα άκρως αντίθετο από αυτό που ήθελε να δείξει. Όταν μπήκε στο σπίτι της το πρώτο που έκανε ήταν να ξελύσει το φιόγκο και να ανοίξει με βιάση το κουτί και..όπως το φαντάστηκε..ένα φόρεμα..ένα όμως..υπέροχο φόρεμα έπρεπε να παραδεχθεί. Το έβγαλε προσεκτικά και το φίνο μαλακό του ύφασμα  έκανε τη πρώτη επαφή με τη γυναικεία της φυσική φιλαρέσκεια  στη παλάμη της. Το σήκωσε και το έβαλε μπροστά της στο καθρέπτη, το βυσσινί παράξενο χρώμα του της έδωσε μία περίεργη λάμψη στα πράσινα μάτια της και τη λευκή επιδερμίδα της. Μέσα της μία φωνή της κραύγαζε να το φορέσει και μία άλλη της θύμιζε τη φράση του: " Θα εκπλαγείτε όταν θα δείτε πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι η γνώμη μου!" .Ναι να πάρει η ευχή...το φόρεμα ήταν τέλειο..μα ..σίγουρα θα ήταν φαρδύ..ή ίσως..στενό..ή ίσως το ντεκολτέ δεν θα της ταίριαζε. Τα σκεπτόταν αυτά και συγχρόνως πέταγε τα ρούχα που φορούσε και άφησε το υπέροχο ύφασμα αν κυλήσει στο όμορφο λεπτό κορμί της. Κοιτάχτηκε στο καθρέπτη και της κόπηκε η ανάσα..ήταν υπέροχο, ένα γάντι θαρρείς στο σώμα της , ένα χρώμα που της έδινε κάτι άλλο που κρυβόταν μέσα της , ξεχασμένο, κρυφό, παρατημένο.
Στις 8 παρκάρισε στο πολυτελές ρεστοράν δίνοντας τα κλειδιά στον παρκαδόρο του. Είχε προλάβει να σιάξει τα μαλλιά της κατάλληλα, συντρόφεψε το φόρεμα της με λεπτές ψηλοτάκουνες  κλασικές γόβες και στους ώμους της έριξε ένα μεταξωτό σάλι με διακριτικά χρώματα που της είχε αγοράσει ο Άρης σε κάποιο ταξίδι και δεν είχε φορέσει ποτέ της. Κοσμήματα σπάνια φορούσε  μα για πρώτη φορά όταν είχε σταθεί στο καθρέπτη είχε σκεφτεί το βραχιόλι..εκείνο το υπέροχο βραχιόλι του Αντώνη που το άφησε στο..μωρό ..σ' εκείνο το πλάσμα ..σ' εκείνη τη γυναίκα τη Λενιώ σαν αμοιβή.
Όχι..δεν έπρεπε να κουβαλήσει ξανά εδώ , αυτή τη στιγμή , αυτές τις εικόνες. Μπήκε αποφασισμένη μέσα και άφησε το σερβιτόρο να την οδηγήσει στο τραπέζι. Ο κύριος Steynthans είχε ήδη σηκωθεί να την υποδεχθεί και ..της φίλησε απαλά το χέρι με ευγένεια λίγο πριν τραβήξει το κάθισμα της πολυθρόνας της. Το τραπέζι τους ήταν σε κάπως ιδιαίτερο σεπαρέ αποτραβηγμένο από τα πολλά αδιάκριτα μάτια , στο τραπέζι μπουκέτο με μικρά λευκά κρινάκια και απαλή μουσική στα αυτιά τους γλυκό άκουσμα.
-Δεν θα έχουμε άλλους καλεσμένους, ίσως πελάτες; είπε ψελλίζοντας η Ελπίδα.
-Δεν σας είπα εγώ κάτι τέτοιο , της ανταπέδωσε το λόγο με ένα χαμόγελο περιεχτικό εκείνος και έκανε νόημα στο μαίτρ .
-Θα ήθελα πρώτα να σας ευχαριστήσω για το φόρεμα και να επιμείνω να το αφαιρέσετε από το μισθό μου .
-Μα όπως είπα είναι μέρος από..σύνεργα δουλειάς αφού θα με συνόδευες σε μέρος που με ξέρουν.
Η Ελπίδα τσίτωσε και η επίθεση βγήκε αυθόρμητα κόβοντας την είσοδο του μαιτρ και την ευγενική διακριτική απομάκρυνση του από το τραπέζι.
-Υπονοείτε ότι δεν θα ήταν η εμφάνιση μου κατάλληλη για το περιβάλλον σας; Εσείς θελήσατε για άγνωστο λόγο να με συναντήσετε κι εγώ δέχθηκα γιατί..γιατί ήταν υποχρέωση μου στην εταιρία που εργάζομαι.
-Έτσι το είδες; συνέχισε μιλώντας της στον ενικό εκείνος, υποχρέωση εταιρίας;
Η φωνή του είχε απότομα ένα σπάσιμο, κάτι σαν απογοήτευση .Η Ελπίδα αισθάνθηκε άσχημα, κατάλαβε  ότι η κουβέντα έπαιρνε μία δύσκολη  τροπή και σκέφτηκε ότι ίσως έπρεπε να είναι πιο προσεκτική στις εκφράσεις της.
-Όχι  κύριε Steynthans, δεν ήθελα αν πω αυτό, κι εγώ δεν μπορώ να εκφραστώ κατάλληλα σήμερα, η θέση μου είναι δύσκολη ελπίζω να το καταλαβαίνετε. Δεν είμαι και εύκολος άνθρωπος ξέρετε.. είπε και ένα δυσδιάκριτο χαμόγελο άνθισε στα χείλη της, λίγο φιλύποπτη με ανθρώπους πια..
-Πια;..αυτό δείχνει ότι στη σύντομη ζωή σου έκανες λάθος επιλογές που έχουν τώρα την ..εξόφληση τους από τη ψυχή σου. Σε παρακαλώ, ζητώ συγνώμη σε ίσως λάθος δικό μου τρόπο προσέγγισης. Έχω πολύ καιρό να κάνω συνάντηση με τέτοιο τρόπο επιλογής μου και..ναι..έχω κι εγώ τρακ..σαν αν κολυμπώ σε λάθος νερά πράγμα σπάνιο για το χαρακτήρα μου.
Η Ελπίδα δεν είχε όρεξη για φαγητό, η ταραχή που ένοιωθε, ο φόβος του προβλήματος που ένοιωθε και δεν θα ήξερε να διαχειριστεί αυτή τη στιγμή της έκοψαν κάθε διάθεση.
-Θα μου επιτρέψεις να σου διαλέξω εγώ , σε βλέπω προβληματισμένη μάλλον. Ελπίδα σε παρακαλώ να είσαι ο εαυτός σου ,δες το σαν μία συνάντηση "αναγνωριστική" ανάμεσα σε δύο συνεργάτες, ίσως..σε δύο φίλους θα έλεγα αν μου επέτρεπες.
-Κύριε Steynthans ..με έχετε δει ελάχιστες φορές, δεν θεωρώ τον εαυτό μου σαν μία μοιραία εκρηκτική γυναίκα. ξέρω μάλιστα ότι πολλές φορές περνώ απαρατήρητη από τους άνδρες. Τα όσα έχω πληροφορηθεί για σας ...δεν είστε επίσης ο άνθρωπος που θα εκμεταλλευόταν την υπεροχή σας σαν εργοδότης μου , άλλωστε θα ήταν γελοίο λόγω..
-Λόγω της ηλικίας μου;
-Όχι προς Θεού , θα έλεγα λόγω του μεγάλου κύκλου γνωριμιών σας και της κοινωνικής σας κατάστασης.
-Δεν ξέρω..ίσως εκείνο το δάκρυ που είδα στη ματιά σου, ίσως η άρνηση να σε καθοδηγήσω σε κάτι, ίσως το βλέμμα σου που ακόμα και όταν δουλεύεις είναι λες και βλέπει κάτι άλλο από αυτό που έχει μπροστά σου. Λένε ότι έχω προοδεύσει λόγω της διαίσθησης μου, ότι παίρνω γρήγορες και αυθόρμητες αποφάσεις, λένε...ξέρω τι λένε για μένα. Είμαι αυτό ακριβώς..σαν κι εσένα μάλλον ..ένας δύσκολος χαρακτήρας. Έχω ένα γιο όπως θα έμαθες, τον λατρεύω, όμως δεν μπόρεσα αν τον πλησιάσω όπως έπρεπε. Είναι ένα υπέροχο αγόρι που μεγαλώνει με ξένες γυναίκες και σχολεία. Εσύ από ότι ξέρω δεν έχεις παιδιά ή κάνω λάθος;
Η Ελπίδα ένοιωσε μαχαιριά στη καρδιά της μα απάντησε κουνώντας και το κεφάλι της  αρνητικά.
-Όχι..δεν έχω..ο Άρης δεν ..δεν προλάβαμε θα έλεγα.
Ο Steynthans έκανε διακριτική παύση κάνοντας νόημα στο μαιτρ να πλησιάσει, του ψιθύρισε σχεδόν τη παραγγελία του και στύλωσε πάλι την διερευνητική ματιά του επάνω της, μία ματιά που λες και διαπερνούσε την ύπαρξη της , το παρελθόν της, το..μέλλον της..
-Αυτό με τράβηξε σε σένα Ελπίδα, η διαίσθηση ότι πίσω από αυτό που δείχνεις υπάρχει ένας..απλός άνθρωπος , ένα παιδί που μεγάλωσα απότομα. Μία δύσκολη επιχείρηση το 'άνοιγμα " σου πάντα με τραβούσαν οι δύσκολοι άνθρωποι γιατί πιστεύω  ότι κρύβουν πάντα σελίδες πυκνογραμμένες ενός βιβλίου..
Το πλούσιο γεύμα τους ήρθε, το ακριβό κρασί χρωμάτισε με ρουμπινί χρώμα τα ποτήρια τους και η κουβέντα άλλαξε ρότα όπως ένα καραβάκι που τραβάει το δρόμο του ανάμεσα από καταιγίδες και ήρεμες θάλασσες.
Έπιασε τον εαυτό της να μιλάει για σπορ και μουσική και να τον ακούει να της περιγράφει πίνακα που αγόρασε με πάθος που ζήλεψε πραγματικά.
Ο Steynthans έφυγε την επόμενη μέρα και η Ελπίδα σε λίγες μέρες έβαλε την συνάντηση τους αυτή στις όμορφες αναμνήσεις που καταχωρούσε σαν ημερολόγιο στο μυαλό της να την συντροφεύουν στις κρύες μοναχικές της στιγμές. Κάποια Κυριακή επισκέφτηκε το τάφο του Άρη, γέμισε το βάζο του με λουλούδια και στύλωσε τη ματιά της στα χρυσά γράμματα με το όνομα του λες και τα σκαλίσματα θα έφερναν τη μορφή του μπροστά της. Μετά το θάνατο του κατάλαβε πόσο μεγάλο ρόλο είχε παίξει στη ζωή της, πόσο καθοριστική ήταν η αγάπη του και ένοιωσε ένοχη που δεν του ανταπόδωσε σωστά και πλήρη τα ίδια .Μα ήξερε ότι του ανταπόδωσε ειλικρινή αισθήματα, δεν τον ξεγέλασε ποτέ γιατί αυτός ήταν το λιμάνι που την τράβηξε από τη φουρτούνα, η αγκαλιά που την τράβηξε από τη πουθενά, από το χάος..ήταν η σωτηρία της. Έβαλε στα χείλη της ένα φιλί και το έστειλε στο λευκό μάρμαρο..σ' ευχαριστώ ..του ψιθύρισε..θα σου οφείλω πάντα..
Ήταν ένα κρύο πρωινό του Δεκέμβρη, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, οι δρόμοι είχαν ήδη στολιστεί, το ίδιο και η εταιρία. Οι άνθρωποι άλλαξαν θαρρείς  διάθεση και τα χιόνι που έπεφτε εδώ και μία μέρα την έκανε να θυμάται σαν όνειρο τις μέρες που έπαιζε χιονοπόλεμο με τον πατέρα της. Μερικές φορές τρόμαζε που δεν θυμόταν πια τα πρόσωπα τους, οι εικόνες έσβηναν σιγά σιγά..και δεν ήθελε..ήταν το μόνο όμορφο και αγνό από τη πρώτη ζωή της. Περπάτησε αφήνοντας το αυτοκίνητο της πάλι στην εταιρία, όταν θα κουραζόταν θα έπαιρνε ταξί σκέφτηκε. Κούμπωσε το παλτό της, τράβηξε το γιακά να καλύψει το λαιμό της έπρεπε να αγοράσει ένα κασκόλ σκέφτηκε  σύντομα, ο καιρός εδώ αγριεύει εύκολα..στην Ελλάδα ίσως ακόμη είχε ήλιο...
Στάθηκε σε μία βιτρίνα γεμάτη με Χριστουγεννιάτικα στολίδια. Δεν είχε δένδρο σκέφτηκε, από τότε που πέθανε ο Άρης δεν στόλισε το σπίτι, άλλωστε δεν είχε κάποιον για να το χαρεί εκτός από εκείνη και τις..σκέψεις της.
Χάζευε τα στολίδια όπως τότε που με τη Σοφία στόλιζαν το τεράστιο δένδρο  για την μικρή Έλενα και αγόραζε τα πιο ακριβά και σπάνια στολίδια κατ' εντολή της Θειας της.
Ένας πανέμορφος γυάλινος κλόουν τράβηξε τη προσοχή της..μα πιο δίπλα υπήρχε ένα γυάλινο ρόδι με τους καρπούς του να φαίνονται από το άνοιγμα λες και ήταν αληθινό.
-Εγώ θα τα αγόραζα και τα δύο , δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφο κλόουν και πιο μάλλον ..νόστιμο ρόδι!
Ανατρίχιασε η Ελπίδα από χαρά;..ίσως..γύρισε απότομα το κεφάλι της .Τον είδε να στέκεται πίσω της χαμογελαστός, με το μαύρο  ολόμαλλο παλτό του και το κασκόλ να κρέμεται ολόγυρα στο λαιμό του. Δίπλα του ένα όμορφο νεαρό αγόρι με ένα γλυκό πρόσωπο και παιδιάστικη ακόμη λάμψη στο βλέμμα του.
-Ναι, ήρθα όπως βλέπεις, τη κατάλληλη όπως βλέπω ώρα.. Να σου συστήσω το γιο μου, τον έφερα να τον γνωρίσεις, Stivens Steynthans, τι θα έλεγες Ελπίδα να διαλέγαμε μαζί κάποια στολίδια;


Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

40η συνέχεια


                                          40η συνέχεια

Η Ελπίδα ένοιωσε ότι έφευγε το έδαφος από τα πόδια της, παγωμένη προσπαθούσε να βρει λέξεις , αλήθειες και ψέματα για να ξεφύγει ή να χαθεί στη πραγματικότητα. Μα οι λέξεις δεν έβγαιναν, η καρδιά της σταμάτησε θαρρείς και μόνο τα όμορφα μάτια της τον κοίταξαν με όσο θάρρος μπόρεσε να βρει μέσα της να περιμαζέψει και να ανταποκριθεί στην ερώτηση.
-Γεια σου Κώστα ..πράγματι χαθήκαμε..χάθηκα μάλλον ..παντρεύτηκα ξέρεις ..δεν μένω πια εδώ στην Ελλάδα..μένω στο εξωτερικό. Ξεροκατάπιε και άφησε να ξεχυθεί ένας οχετός από ψέματα και δικαιολογίες, ασυνάρτητες λέξεις καταλάβαινε ..μα δεν μπορούσε καν να χαλιναγωγήσει το πανικό που ένοιωθε  και την ανάγκη της να ξεφύγει.
-Συγνώμη, με περιμένει ο άνδρας μου ψέλλισε ..πρέπει να φύγω  και του γύρισε σχεδόν τη πλάτη. 
Ο Κώστας πρόλαβε να την αρπάξει από το χέρι, την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια λες και ήθελε να βεβαιωθεί  ότι τα όσα θα της έλεγε πήγαινα στο γνωστό παραλήπτη.
-Τον διέλυσες ξέρεις, δεν ξέρω το λόγο μα του μάτωσες τη ψυχή. Θα ήθελα να σε ..χτυπήσω ξέρεις εκείνο το καιρό που έψαχνε παντού να βρει την αιτία , να βρει δύναμη να σε μισήσει ή  να σε ξαναφέρει δίπλα του. Γιατί Ελπίδα..γιατί..τι έγινε..τι συνέβη..σου έκανε κάτι; Παντρεύτηκες; Μα πως; Πότε πρόλαβες;
Η Ελπίδα κοίταξε το πεζοδρόμιο κάτω από τα πόδια της, τι να πει..η αλήθεια θα ξερνούσε φωτιές και κόλαση ,εκείνη ζούσε εδώ και καιρό μέσα σ' αυτά.
-Κώστα..σε παρακαλώ..ξέχνα ότι με είδες, μη πεις τίποτα, μη ξύνεις πληγές πίστεψε με σε όποιον και από τους δυο         αγγίξεις θα ματώσει..πες πως είδες μία άλλη..
Ο Κώστας ένιωσε την οργή του να φεύγει καθώς αντίκρισε τη πληγωμένη ματιά, το θολωμένο βλέμμα που λες και ανάβλυζε πηγή από νερό κατακόκκινο σαν αίμα. Το χέρι του άφησε το δικό της, την είδε να τρέχει στο μικρό αμάξι που ήταν σταθμευμένο λίγο πιο πέρα και με τη ματιά του ακολούθησε την φυγή της ενώ κάτι μέσα του  της έδινε άφεση για πράξεις που έβρισκε αδικαιολόγητες.
Η Ελπίδα σαν κυνηγημένη στράφηκε στο λιμάνι της, μπήκε στο σπίτι του Άρη  λες και εκεί θα ξεχνούσε ότι την βάραινε και έπεσε στο κρεβάτι τους κρύβοντας τα δάκρυα στα μαλακά πολυτελή σκεπάσματα. Δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε , ο χρόνος είχε χάσει την έννοια του μέσα από το πόνο της , κάποια στιγμή αισθάνθηκε τη παρουσία πίσω της και είδε τον Άρη να την κοιτάζει γερμένος στο ξύλινο πλαίσιο της πόρτας. Πάντα αναγνώριζε αυτό το υπέροχο χάρισμα του να δηλώνει με τη διακριτική σιωπή του την συμπαράσταση  σε κάθε της γονάτισμα . 
Η αντίδραση της ήταν αθέλητη , σπασμωδικά αυθόρμητη, ήταν ο βράχος που ξεπρόβαλε στην απεραντοσύνη του ωκεανού που κολυμπούσε. Έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά του , έσφιξε τα χέρια της στο κορμί του πονώντας τον ίσως με τα νύχια της που χώθηκαν στη σάρκα του. Χωρίς λέξη την σήκωσε στην αγκαλιά του σαν παιδί που έπεσε και χτύπησε στο δρόμο, κάθισε μαζί της στο μαλακό βαθύ καναπέ δίπλα στο παράθυρο από όπου έβλεπες τη θέα της πόλης .
Το χέρι του χάιδεψε τα μαλλιά της, ενώ το άλλο έσφιξε το κορμί της προστατευτικά επάνω του, ήταν λες και της έλεγε χωρίς λόγια ότι αυτός ήταν εκεί..για όλα ..για πάντα.
Η Ελπίδα άνοιξε σαν λουλούδι που το έβαλες στο νερό μετά από ταλαιπωρία ημερών . Άρχισε τη διήγηση της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, ο θάνατος των γονιών της, οι θείοι της, ο Αντώνης, τα λάθη της άγνοιας της , ο Πάνος, ο βιασμός της, η εγκυμοσύνη , η φυγή της. Τον ένοιωσε να σκιρτάει όταν διηγήθηκε τη γέννα της , το μωρό που εγκατέλειψε, τις πληγές που όσο και να σκέπαζε εκείνες άνοιγαν και έτρεχαν αίμα. Όταν σιώπησε πια και έκλεισε της ψυχής της την πόρτα περιμένοντας τον αντίκτυπο της απολογίας της ο Άρης την ξάφνιασε πάλι . Της γύρισε το πρόσωπο παίρνοντας το μέσα στα χέρια του  , η ματιά του ανεξιχνίαστα τρυφερή ή θολωμένη από τη κριτική που ίσως θα της έκανε. Τον κοίταξε και προσπάθησε να μαντέψει..να ακούσει την ετυμηγορία.
-Ελπίδα..θέλεις να με παντρευτείς; Το παρελθόν σου δεν με αφορά, με νοιάζει μόνο η δική σου παρουσία δίπλα μου και η δική σου ευτυχία . Ξέρω..ξέρω ότι δεν με αγαπάς..μα εγώ σε αγαπώ και για τους δύο. Θα πάρω μόνο ότι μου δώσεις, δεν θα σε πιέσω για κάτι, θα ακούσω και θα δεχθώ ότι αποφασίσεις να μου προσφέρεις και πάλι θα φροντίσω για το καλό σου. Δεν είναι καλοσύνη ούτε οίκτος για το χτυπημένο πουλάκι..είναι εγωιστική πράξη για την ανάγκη μου να ζω κοντά σου.
Έτσι η Ελπίδα παντρεύτηκε τον Άρη και τον ακολούθησε στο εξωτερικό στη Γερμανία όταν της είπε ότι δέχθηκε να γίνει νομικός σύμβουλος σε μεγάλη εταιρία που του έκανε πρόταση. Κατάλαβε ότι το έκανε για εκείνη πάλι, δεν του είπε τίποτα , απλά τον ακολούθησε και αφέθηκε στα χέρια του ακόμη μια φορά. Δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει αν ήταν έρωτας αυτό που ένοιωσε , ευγνωμοσύνη ή εξάρτηση όμως στάθηκε δίπλα του σαν σωστή σύζυγος απολαμβάνοντας συγχρόνως την ήρεμη αγάπη του και την είσοδο της σε ένα κόσμο γεμάτο με υψηλές γνωριμίες και πολυτέλεια . Την βοήθησε να πάρει το μεταπτυχιακό που ήθελε και ακόμη περισσότερα με τις γνωριμίες του. Της έστρωνε με βαμβάκι το δρόμο που κάθε φορά διάλεγε χωρίς ζήλιες,  επικρίσεις και κρητικές για τις επιλογές της . Εκείνου  του έφθανε που την είχε δίπλα του να ανθίζει μέρα με τη μέρα και να ευωδιάζει την αγκαλιά και τη ζωή του με τον έρωτα της . Ακόμη και όταν έβλεπε τη ματιά της να χάνεται στο άπειρο και ένοιωθε ότι ταξίδευε σε άγνωστα πελάγη θύμησης εκείνος απλά την αγκάλιαζε δηλώνοντας τη παρουσία της ασφάλειας του.
Ο Άρης χάθηκε από τη ζωή της ακριβώς όπως μπήκε..σαν ένας άγγελος.. ήταν μέσα στο αεροπλάνο που έπεσε ταξιδεύοντας για επαγγελματικό ταξίδι. Ο θάνατος του της έδωσε ακόμη ένα σπρώξιμο σε μία κατάσταση απομόνωσης και θυμού με τη μοίρα  που της αφαιρούσε κάθε τι που την αγάπησε και την κρατούσε ασφαλή. Εκεί επάνω στο τάφο του σφράγισε πάλι τη ψυχή της που εκείνος είχε καταφέρει να ανθίσει. Ακόμη και με το θάνατο του δήλωνε την δύναμη και την ασφάλεια που της υποσχέθηκε .Η περιουσία που της άφησε,  η ασφάλεια  που της δόθηκε λόγω του ατυχήματος και όλος ο δικηγορικός κολοσσός που στάθηκε δίπλα στη νεαρή χήρα αρωγός σε κάθε της δυσκολία ήταν δικά του δώρα.
Πέρασε στην αρχή δύσκολα με την απουσία του, ένοιωσε ενοχές για κάθε έλλειψη συναισθημάτων απέναντι του που δεν του έδωσε ίσως μα τότε της ήρθε σαν φως στο σκοτάδι ένα άνοιγμα επαγγελματικό για μία ζωή που τώρα ξεκινούσε μπροστά της.
Ήταν 2 μήνες μετά το θάνατο του όταν την επισκέφτηκε ένας φίλος τους συνάδελφος του από την εταιρία και της πρότεινε μία δουλειά που ούτε ονειρευόταν. Υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων σε μία μεγάλη εταιρεία καλλυντικών της Γερμανία και διεθνώς. Άκουσε τη πρόταση με λαχτάρα, χρειαζόταν μία διαφυγή από το βάλτωμα της ζωής της , είχε ανάγκη να προχωρήσει, να απασχολήσει το μυαλό της και να δείξει συγχρόνως τις γνώσεις της .
 Το βράδυ εκείνο κατάλαβε ότι μέσα της γεννήθηκε μία νέα Ελπίδα , ένοιωσε τύψεις για τον ενθουσιασμό της, για τη λαχτάρα της επόμενης μέρας .Ενοχές για την ευκολία που είχε τη διάθεση να "προχωρήσει" αφήνοντας πίσω της τον Άρη και τη ζωή που της άνοιξε η παρουσία του,  τότε που κανείς δεν της άπλωσε το χέρι..
Έτσι δύο μέρες μετά ο φίλος τους την συνόδεψε στην εταιρία και την οδήγησε  στον προϊστάμενο προσλήψεων που ήταν φανερό ότι ήταν μιλημένος από " υψηλά" για τη   θέση που θα έπαιρνε εδώ. Της φέρθηκαν με ευγένεια, καλή διάθεση συνεργασίας και της εξήγησαν τα καθήκοντα της καθώς και τις αποδοχές της που σίγουρα θα ήταν το όνειρο πολλών ανθρώπων. Δεν ήταν το οικονομικό πρόβλημα στη ζωή της ειδικά τώρα πλέον απλά ήταν η ανάγκη της να την καλοδεχθούν σε μία τύπου οικογένεια όπου θα έκανε τα πάντα για να πάρει μία θέση σ' αυτήν . 
 Η Ελπίδα αργότερα  έμαθε ότι ο πρόεδρος της εταιρίας που δούλευε ο Άρης ήταν παιδικός φίλος με τον Γερμανό πρόεδρο του ομίλου  φρόντισε να αποζημιώσει τη χήρα του νομικού στελέχους  του με την αποκατάσταση της σε ασφαλές μέλλον. Δεν ήξερε ότι έτσι άνοιγε στην Ελπίδα ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της που ούτε και η ίδια φανταζόταν τότε.





Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

39η Συνέχεια


Κοιμήθηκε έτσι όπως ήταν  με τα ρούχα , κουβαριασμένη στο κρεβάτι της παλεύοντας με σκόρπιες αναμνήσεις που οι περισσότερες την πλήγωναν όπως πληγώνει τη σάρκα τα αγκάθια του  τριαντάφυλλου που κράτησε στο χέρι απρόσεκτα  ποθώντας το άρωμα που ανέδιδε.
Το πρωί ήταν ακόμα πιο άσχημα, είχε πυρετό και το στήθος της δεν μπορούσε καν να το αγγίξει. Σηκώθηκε και έριξε στο πρόσωπο της λίγο νερό , τα μάτια της με κύκλους ολόγυρα, τα μαλλιά της σε άσχημη κατάσταση θαμπά και οι ελαφριές κόκκινες ανταύγειες τους έχασαν τη λάμψη  της που της έδιναν κάποτε. Στηρίχθηκε στη λεκάνη και πάλεψε με τη τάση που είχε να κάνει εμετό  , κάτι μέσα της όμως , κάτι το άγνωστο  βγήκε λες από το πουθενά, την ταρακούνησε και την έκανε να στυλώσει τα μάτια της στο καθρέπτη  στην εικόνα που έβλεπε. Σκέφτηκε όλους όσους είχε βάλει στη ..μαύρη λίστα της ψυχής της, σκέφτηκε την ικανοποίηση που θα τους έδινε αν γονάτιζε.  Ζύγισε τα απομεινάρια της δύναμης της και πήρε την απόφαση να μη δώσει σε κανένα τίποτε άλλο εκτός από την επιθυμία της να τους πονέσει όσο περισσότερο μπορούσε. Θυμήθηκε ότι κάπου μέσα στο ντουλάπι υπήρχε ένα μικρό καμινέτο με αέριο για "κάποια στιγμή διακοπής ρεύματος " όπως της είχε πει τότε η θεία της  που φρόντισε για την εγκατάσταση της στο σπίτι των γονιών της . Άρχισε να ψάχνει και ένοιωσε μία μικρή νίκη όταν το έβαλε μπροστά της στο πάγκο της κουζίνας και άρχισε να ζεσταίνει νερό σε κάποιο μικρό κατσαρολάκι.  Θυμήθηκε ότι το είχε κάποια στιγμή διαβάσει κάπου στο ιντερνέτ, το στήθος μαλάκωνε με ζεστές κομπρέσες και με μαλάξεις έβγαζες το γάλα που είχε συσσωρευτεί, μετά κάτι θα έκανε γι' αυτό, έπρεπε να βγει από εδώ  μέσα και να οργανωθεί. 
Δεν έπρεπε κανείς να δει ότι επέστρεψε και ιδιαίτερα ο Πάνος ή κάποιος που την γνώριζε, έπρεπε να επιστρέψει στη ζωή με διαφορετικό τρόπο και να κερδίσει το χαμένο χρόνο, τις χαμένες ευκαιρίες που τις προσπέρασε .
Όταν σκεπτόταν το Πάνο ένοιωθε ένα μαχαίρι να στριφογυρίζει στη καρδιά της, το καθάριο βλέμμα του, η ευγένεια του, τη γεμάτη ενδιαφέρον γι' αυτήν καθημερινή του καλημέρα ..ο Πάνος..και τι δεν θα έδινε για να βρεθεί στην αγκαλιά του και να ανοίξει τη ψυχή της .
Αραίωνε το ζεστό νερό  συνεχώς με το κρύο σε μία λεκάνη και έπλυνε το κορμί της όσο μπορούσε καλύτερα κάνοντας οικονομία στο νερό. Με ζεστές κομπρέσες και απέραντο πόνο κατάφερε να βγάλει από μέσα της την ..απόδειξη μιας..πράξης που είχε διαγράψει από τη ζωή της χθες ακόμη .Πάλευε 2 ολόκληρες ώρες μέσα στο μπάνιο να συνέλθει και τέλος τυλιγμένη με μία καθαρή πετσέτα και ανακουφισμένη πήγε και στάθηκε πίσω από τη λευκή κουρτίνα προσπαθώντας μέσα από αυτήν να ψάξει όσο μπορούσε καλύτερα το δρόμο, τη γειτονιά, τα σπίτια, τους ανθρώπους.
Ήταν στο μπαλκόνι τότε όταν τον είχε πρωτοδεί, εκεί στο δρομάκι απέναντι επάνω στο ποδήλατο του , του χαμογέλασε, της κούνησε το χέρι..
Ο Πάνος, η μόνη αθώα σχέση της ζωής της που θα κρατούσε πάντα έτσι μέσα στα βάθη της καρδιάς της. Αποφάσισε να κρατήσει πλέον μέσα της ένα χώρο δικό της, μόνον για εκείνη , ένα καταφύγιο, εκεί που θα έχτιζε ένα φανταστικό βασίλειο ερμητικά δικό της και απρόσιτο από κάθε κακή αύρα. Εκεί θα κατέφευγε όποτε χρειαζόταν να θυμάται ότι ήταν το μικρό νεαρό κορίτσι που αρνήθηκε να κάνει έρωτα με τον ερωτευμένο Πάνο γιατί ήθελε να ζήσει αυτή τη στιγμή έτοιμη και αποφασισμένη να τη γευτεί σαν μοναδική, έχασε αυτή τη στιγμή δυστυχώς.. Τώρα ήξερε ότι πρέπει να ζεις τη κάθε απρόσμενη χαρά  που σου δίνει η ζωή, ότι έχασε ότι καλύτερο υπήρχε για να γευτεί την ονειρική πρώτη φορά δίπλα σε κάποιον που θα της την χάριζε με όλη τη δύναμη της ψυχής και του νεανικού κορμιού του. Το κορίτσι  τελικά έζησε αυτή τη μοναδικότητα  με το πιο σκληρό τρόπο, και  αποχαιρέτησε το όνειρο της  άδοξα,  σαν το νερό της πηγής  που κύλησε μέσα από τα ανοιχτά της δάχτυλα όταν της βρέθηκε μπροστά στο δρόμο της.
Άνοιξε τη ντουλάπα της και βρήκε τα πάντα όπως τα άφησε, η παλιά ήρεμη νεανική ζωή της αντικαθρεπτίζοντας στα νεανικά ακριβά ρούχα που της έβαλαν εκεί . Ντύθηκε προσεκτικά με κάτι απλό και βλέποντας τον εαυτό της στο καθρέπτη ανακάλυψε ότι δεν ήταν μόνο το τζιν που δεν κούμπωνε πλέον εύκολα μα και η όλη εικόνα της είχε αλλάξει  . Είχε θαρρείς..σκληρύνει το βλέμμα της, το σώμα της είχε μία σφραγίδα γυναικεία στις καμπύλες που κάποτε δεν είχε και μόνο οι μαύροι κύκλου γύρω από τα μάτια της δήλωναν τα όσα είχε περάσει. Ξέχασε σκέφτηκε τους αβάσταχτους πόνους του κορμιού της καθώς ξεριζωνόταν  το..μωρό από μέσα της μα δεν μπόρεσε  να διώξει εκείνο το πόνο που ένοιωσε όταν έκλεισε τη πόρτα πίσω της και έσβησε από τη μνήμη της ότι εγκατέλειψε στη Λενιώ. Απώθησε την ανάμνηση, την έσβησε, την έδιωξε σαν κάτι το απεχθές..δεν ήθελε να υπάρχει στο μέλλον της πια.
Ντύθηκε και βγήκε προσεκτικά κοιτώντας σαν ένοχη τους ανθρώπους που την προσπερνούσαν με το φόβο μήπως κάποιος την αναγνωρίσει. Πήρε ένα ταξί και πήγε σε άλλη περιοχή, χώθηκε σε ένα εμπορικό κέντρο και διάλεξε ένα καφέ. Ήθελε σκεφτεί, να βάλει τις προτεραιότητες της σε λίστα με πρώτο από όλα το θέμα της υγείας της , το γάλα που έπρεπε να σταματήσει. Πριν καθίσει λοιπόν έψαξε για ένα φαρμακείο που ήξερε ότι υπήρχε εκεί. Πήρε ένα αθώο ύφος άγνοιας και ρώτησε το φαρμακοποιό όσο μπορούσε πιο ..γλυκά :
- Συγνώμη, η αδελφή μου γέννησε πρόσφατα και μου έδωσε μία συνταγή του γιατρού της να πάρω ένα φάρμακο για να σταματήσει το γάλα της. Βλέπετε αρχίζει δουλειά και δεν μπορεί να το θηλάζει πλέον. Το πρόβλημα μου είναι ότι έχασα τη συνταγή και...καταλαβαίνετε..τι θα της πω..θα θυμώσει.. 
Ο φαρμακοποιός την κοίταξε με κατανόηση.
-Κρίμα που σταματάει το θηλασμό, ελπίζω να έχει πάρει το παιδί έστω και λίγο όλα τα οφέλη του θηλασμού.
-Σίγουρα..έχει καιρό που το θηλάζει ..όμως πρέπει να γυρίσει στη δουλειά της..καταλαβαίνετε..
-Θα σας δώσω ένα σκεύασμα ελπίζω να είναι το κατάλληλο και να συμπίπτει με την εντολή του γιατρού της , όμως αν είναι διαφορετικό φέρτε το μου πίσω με νέα συνταγή να σας το αλλάξω.
Της έδωσε το φάρμακο  και της εξήγησε τι έπρεπε να πει στην αδελφή της!!!
Έφυγε από το φαρμακείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε χαρούμενη που τα πράγματα έγιναν πιο εύκολα από όσο περίμενε. Κάθισε στο καφέ και πήρε αμέσως το πρώτο χάπι με λίγο νερό. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να κάνει δίαιτα, να μη πίνει τόσα υγρά και να αποφεύγει όλα όσα από τις τροφές θα της μεγάλωνα το πρόβλημα. Ζήτησε ένα σκέτο καφέ και ένα απλό κουλούρι αν και πεινούσε υπερβολικά.
Το κινητό της ήταν κλειστό, χωρίς ρεύμα στο σπίτι δεν μπόρεσε να το φορτίσει..άχρηστο κι αυτό στα χέρια της σαν τη ζωή και το μέλλον της. Έπρεπε να κάνει μία νέα αρχή, σίγουρα οι θείοι της θα έμαθαν ότι πήρε τα χρήματα της, ίσως πήγαιναν στο σπίτι της έπρεπε λοιπόν να το εγκαταλείψει  μα σίγουρα δεν θα έφευγε χωρίς κάποια ρούχα για ξεκίνημα. Ήθελε τόσο να είχε κάποιον να συμβουλευτεί, να ρωτήσει για τα επόμενα βήματα της, κάποιον που θα της έδειχνε το σωστό δρόμο για να βγει από το αδιέξοδο..Κράτησε το κεφάλι μέσα στις παλάμες της και το έσφιξε απεγνωσμένα λες και έτσι θα κατέβαζε λύσεις και θα άνοιγε πόρτες για το φως.
-Δεσποινίς είστε καλά; Έχετε κάποιο πρόβλημα;
Σήκωσε το κεφάλι με μάτια δακρυσμένα και αντίκρισε ένα βλέμμα γεμάτο ενδιαφέρον να την ερευνάει και συγχρόνως να την "χαϊδεύει" με τρυφερότητα. Ήταν ένας άνδρας μεγάλος σχετικά, βαστούσε μία τσάντα στο χέρι και μία εφημερίδα παραμάσχαλα. Η Ελπίδα είχε από τον Αντώνη τη πείρα να ξεχωρίζει το ακριβό και προσεγμένο ντύσιμο, το πανάκριβο ρολόι, τα δερμάτινα  σινιέ παπούτσια και τα πολυπεριποιημένα χέρια του.
-Κλαίτε; είναι δυνατόν να κλαίει μία όμορφη δεσποινίς σαν κι εσάς; Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι χωρίς να..παρεξηγηθώ;
Δεν περίμενε απάντηση, κάθισε με άνεση στην άδεια καρέκλα δίπλα της και έκανε νόημα το σερβιτόρο με  λέγοντας του: -Το συνηθισμένο μου.
Η Ελπίδα έμεινε ακίνητη, θαρρείς παγωμένη, αδιάφορη από την ενόχληση που ίσως ήταν και ύποπτη , δεν φοβόταν τίποτε πλέον, δεν είχε κάτι να χάσει ούτε ήλπιζε σε περισσότερα από όσα περίμενε..
-Παρακαλώ δεν θέλω να παρεξηγηθώ, ονομάζομαι Άρης Πανταζόπουλος και είμαι δικηγόρος, έχω το γραφείο μου εδώ δίπλα από το εμπορικό, συνήθως πίνω εδώ το καφέ μου για να προετοιμαστώ ψυχολογικά για την  επόμενη μέρα μου.
Της άπλωσε το χέρι  κι εκείνη το κοίταξε μέσα από τα δάκρυα της σχεδόν παραξενεμένα..μετά έδωσε δειλά το δικό της και του είπε το όνομα της.
-Ελπίδα, με λένε Ελπίδα..
-Τι υπέροχο όνομα, φαντάζομαι ότι μάλλον με τόσα δάκρυα στα όμορφα μάτια σου ξέχασες την έννοια του ονόματος σου μικρή μου. 
Έτσι εκείνη τη μέρα μπήκε στη ζωή της ο Άρης , την "μάζεψε" σαν το χέρι που μαζεύει ένα πληγωμένο πουλί και προσπαθεί να του αφιερώσει τη φροντίδα για να το κάνει να πετάξει ξανά. Την νύχτα εκείνη κοιμήθηκε στο σπίτι του , τον ακολούθησε όπως το αρνί τον άγνωστο που του βάζει σκοινί στο λαιμό και το οδηγεί στο μαντρί. Μόνο που ο Άρης  αποδείχθηκε ένα τρυφερός , ευγενικός άνθρωπος, μοναχικός θα έλεγε κανείς με μόνη αγάπη και όνειρο τη δουλειά του. Δεν τον αγάπησε ποτέ..όχι γιατί δεν το άξιζε αλλά γιατί εκείνη αποφάσισε να κλείσει τη πόρτα  στη καρδιά της σαν μία προσωπική τιμωρία για τις παλιές επιλογές της.
 Ο Άρης έγινε το πρώτο σκαλοπάτι της, εκείνος που την οδήγησε σε σωστές επιλογές για να πατήσει και να ανέβει εκεί που ήθελε πεισματικά πια, στη κορυφή. Δεν την ρώτησε ποτέ για ότι δεν του αποκάλυψε εκείνη και απλά δεχόταν σαν δώρο ότι του έδινε, τα πιο απλά, τα πιο ελάχιστα. Την έγραψε σε ιδιωτικό ξένο πανεπιστήμιο, την βοήθησε να αποκτήσει γνώσεις διοίκησης  επιχειρήσεων και όταν συναντιόντουσαν τα βράδια άδειαζε στα χέρια της ότι τον τυράννησε την ημέρα του . Του αρκούσε που τον άκουγε, που δεν τον έλεγχε,  που δεν ζήλευε , που δεν ήθελε από αυτόν τίποτε περισσότερο από όσα της έδινε. Τον γοήτευε η αίσθηση που ένοιωσε από τη πρώτη στιγμή που την κράτησε γυμνή στην αγκαλιά του ότι της μάθαινε κάτι από την αρχή, ότι έπρεπε να της δείξει ότι καλύτερο μπορούσε για να την κάνει να ζήσει σωστά τη μοναδικότητα του έρωτα. Εκείνος σχεδόν 40 ..εκείνη σχεδόν παιδί..πάλευε μέσα του με το σωστό το λάθος μα κάθε μέρα δίπλα της ήταν ένα ακόμη βήμα σε μία εθιστική σχέση από μέρους του.  Δεν μπορούσε να την κατηγορήσει για τίποτα, δεν του ζητούσε , δεν διαμαρτυρόταν απλά δεχόταν και ζούσε το σήμερα.
Άρχισε να νοιώθει άγχος ότι θα την χάσει και ας μη της το έλεγε, δεν τολμούσε να της ζητήσει αυτό που γυρόφερνε στο μυαλό του το τελευταίο καιρό γιατί ήξερε, το ένοιωθε ότι θα αρνιόταν και θα την έχανε για πάντα. Της έδινε λοιπόν απεριόριστα κάθε τι που θα την βοηθούσε να ικανοποιήσει την εικόνα που έβλεπε να χτίζει ολόγυρα της. Το "παραδεισένιο πουλί" που βρέθηκε πληγωμένο στο δρόμο του άνοιγε πια τα φτερά, το έβλεπε, το ένοιωθε, το παρακολουθούσε να ομορφαίνει, να δοκιμάζει τις δυνάμεις του ...να πλησιάζει τη πόρτα του χρυσού κλουβιού αδιάφορο για το τι θα άφηνε πίσω του. 
Τότε κατάλαβε ότι την ερωτεύτηκε, ότι ήταν αργά γι' αυτόν γιατί κάτι μέσα της δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει δικό του ακόμη και όταν κέρδιζε τη απόλαυση του έρωτα της. Αυτά τα 4 χρόνια δίπλα της ήταν Παράδεισο και Κόλαση μαζί πλέον το τελευταίο καιρό και κάτι μέσα του.. ένα κουδούνι χτυπούσε συναγερμό ότι έφθανε η ώρα που έπρεπε να τη χάσει.
Η Ελπίδα είχε εδώ και λίγο καιρό κάνει έρευνα για μεταπτυχιακό σε Πανεπιστήμιο στο εξωτερικό, ήταν καιρός να κάνει το επόμενο βήμα και μέσα της έψαχνε να βρει τα κατάλληλα λόγια να το ανακοινώσει στον Άρη. Δεν της ήταν εύκολο γιατί καταλάβαινε ότι θα τον πλήγωνε μα γι' αυτήν ήταν λες και θα αποχαιρετούσε ένα καλό φίλο λίγο πριν πάρει ο καθένας το δρόμο του. Του χρωστούσε πολλά, θα έλεγε καλύτερα τα πάντα μα...δεν του τα είχε ζητήσει..απλά πήρε ότι της έδωσε !
Εκείνες τις μέρες κάτι μέσα της την οδηγούσε σε παλιά λημέρια, σε ξεχασμένες διαδρομές της προηγούμενης λες ζωής της , εκείνης που ξέχασε, που ξέγραψε από το μαυροπίνακα της.
Ο Άρης της είχε παραχωρήσει ένα μικρό Smart  που είχε για μέσα στη πόλη αμέσως μετά που πήρε το δίπλωμα οδήγησης της. Τον ευχαρίστησε με ένα χαμόγελο της που ήξερε ότι λάτρευε και ένα ερωτικό ταξίδι το βράδυ που τον σαγήνευε και τον κρατούσε παθητικά δικό της. Τον εκμεταλλεύτηκε, το ήξερε, μα δεν του υποσχέθηκε ποτέ κάτι, δεν του είπε ποτέ ψέματα, δεν του ψιθύρισε ακόμα και στους πόθους της επάνω τη λέξη: Σ΄αγαπώ...
Πήγε πρώτα στο τάφο των γονιών της, η θεία της τον είχε αγοράσει για να μη χρειαστεί να τους βγάλουν ποτέ, σκέφτηκε ότι ίσως σε αυτό το τάφο θα έμπαινε κάποτε κι αυτή.. Τον βρήκε απεριποίητο και άχρωμο, φανερό ότι κανείς δεν τον επισκέφτηκε ποτέ..
-Μανούλα...μπαμπά..συγνώμη τι να πρωτοπώ για πόσα να ζητήσω συγχώρεση και έλεος, δεν είμαι εγώ πια μαμά...είμαι μία άλλη .Εκείνη που γεννήσατε πέθανε εδώ και καιρό μαμά..εγώ πια  θα βαδίσω σε όποιο δρόμο βρω μπροστά μου ανοιχτό , θα διώξω τα εμπόδια, θα ανέβω κάθε βουνό με όποιο τρόπο  μπορέσω. Συγνώμη ..μόνον από εσάς θα ζητήσω και από κανέναν άλλο..Δεν ξέρω που θα με οδηγήσει η ζωή μα θα παλέψω για όλα.. Αντίο μαμά..μπαμπά..μη με κοιτάτε..ίσως ντραπείτε για μένα.
Η επόμενη στάση της ήταν το σπίτι της, ανέβηκε προσεκτικά, άνοιξε τη κουρτίνα για να μπει το φως και στάθηκε ώρα πίσω από το παράθυρο με μία ελπίδα, να δει το Πάνο να περνάει όπως τότε με το ποδήλατο.. Μα δεν πέρασε ποτέ, δεν είδε κανένα γνωστό πρόσωπο , έκλεισε τη κουρτίνα, κατέβηκε από τις σκάλες και πάλεψε με την επιθυμία να περάσει από τη πόρτα του σπιτιού του . Τότε έπεσε επάνω  σε κάποιον , άκουσε το όνομα της και έσπασε η καρδιά της από το φόβο. ήταν ο Κώστας , ο φίλος του Πάνου, ο κολλητός του.
-Ελπίδα; Ελπίδα εσύ;  Είναι δυνατόν ; που ήσουν τόσο καιρό;                  





Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

38η συνέχεια



Η Ελπίδα ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της και προσπάθησε να συνειδητοποιήσει που βρισκόταν. Ο ελαφρός πόνος στη μέση της την επανέφερε από τον κόσμο του ονείρου στη πραγματικότητα. Όλα πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό της και ο πόνος πήγε στη καρδιά και της την έσφιξε σαν χέρι μολυβένιο. Όχι, δεν ήταν όνειρο , η αλήθεια την βάρυνε, το μικρό φως από ένα καντήλι του δωματίου την φώτισε ώστε να δει τη γυναίκα που πριν λίγες ώρες την βοήθησε να φέρει στο κόσμο το μωρό που κουβαλούσε μέσα της. Ήταν ξαπλωμένη σε μία πολυθρόνα από αυτές που η Ελπίδα έβλεπε σε ..Χριστουγεννιάτικες κάρτες μπροστά σε ένα τζάκι. Στα πόδια της ήταν ριγμένη μία πλεκτή κουβερτούλα και τα γυαλιά της δεμένα με κορδόνι είχαν πέσει επάνω στο στήθος της στη δαντέλα που στόλιζε μία απλή μα τόσο όμορφη νυχτικιά. Ανάσαινε ελαφρά μα κουρασμένα και πότε πότε αναπηδούσε ελαφρά λες και έβλεπε κάτι στον ύπνο της που έπρεπε να διώξει. Αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη γι’ αυτή την άγνωστη μέχρι χθες γυναίκα που την αγκάλιασε χωρίς να ρωτήσει, που την βοήθησε χωρίς να διστάσει , που προσπάθησε να την κάνει να δει με άλλο μάτι το μωρό που είχε φέρει στο κόσμο.
Το μωρό..Θεέ μου το μωρό, είχε πλέον ένα μωρό , απίστευτο ακόμα και να το σκεφτεί. Μέσα της είχε μόνο πόνο, οργή, επιθυμία να ανταποδώσει το χτύπημα , δεν είχε χώρο για κάτι τέτοιο. Οι σκέψεις στροβιλίζονταν στο μυαλό της η μία μετά την άλλη..έβρισκε λύσεις για το πρόβλημα της και τις απέρριπτε αμέσως. Θεέ μου ήταν μικρή , τόσο μικρή, δεν έζησε καν ότι ήθελε, δεν χάρηκε τον έρωτα με όποιον και όποτε εκείνη το αποφάσιζε. Αισθάνθηκε πανικό, έπρεπε να φύγει, να σωθεί από αυτό που δεν ήθελε, έπρεπε να βγει από τη κινούμενη άμμο που μπήκε μόνη της ..την έσπρωξαν..ποιος ξέρει ποια τελικά ήταν η αλήθεια μα ..έπρεπε να φύγει μακριά, μακριά όσο μακρύτερα μπορούσε από όλα αυτά.
Έκανε μία προσπάθεια να σηκωθεί όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και είδε ότι ήταν καλύτερα από ότι φανταζόταν. Ένας πόνος ακόμη υπήρχε στη κοιλιά και λίγο στο στήθος της, το χέρι της άγγιξε το εσώρουχο της και είδε ότι είχε ακόμη μία μικρή αιμορραγία. Η Λενιώ της είχε φορέσει καθαρή νυχτικιά και την είχε καθαρίσει παντού , μύρισε το μπράτσο της και ένοιωσε τη μυρωδιά μία ελαφριάς κολόνιας που της είχε βάλει μάλλον.
Σηκώθηκε και έψαξε για τα ρούχα της, τα βρήκε διπλωμένα προσεκτικά σε ένα μπαούλο επάνω και τα παπούτσια της μισοφαινώντουσαν από το έπιπλο που ήταν δίπλα από το κρεβάτι της. Ντύθηκε γρήγορα , προσεκτικά και αθόρυβα με κινήσεις προσεκτικές μέσα στο μικρό χώρο που τον φώτιζε μόνο το φως του καντηλιού και κάτι από το λάμψη των  αστεριών που έμπαινε από το παράθυρο. Στο μικρό σακίδιο που κουβαλούσε υπήρχαν τα πάντα, κανείς δεν την έψαξε , στο μικρό δερμάτινο πορτοφόλι της ελάχιστα χρήματα μα έφθαναν για τις επόμενες κινήσεις της. Το μυαλό της ξεκαθάριζε τη θέληση της , είχε πάρει τις αποφάσεις της καλώς ή κακώς αυτές ήταν η λύση. Απόφυγε να κοιτάξει στο μικρό κρεβατάκι που υπήρχε δίπλα στη γυναίκα λες και δεν το έβλεπε, λες και δεν υπήρχε αυτό και το..περιεχόμενο του. Έπρεπε να φύγει, έπρεπε να σωθεί, να αρχίσει από την αρχή, να παλέψει, να κατακτήσει, να δικαιωθεί. Άνοιξε το ψυγείο και πήρε ένα μπουκάλι νερό που υπήρχε, ένοιωθε πείνα και δίψα, ήπιε λίγο από το γάλα που βρήκε και πήρε ένα μήλο που ήταν μπροστά της .Φόρεσε το σακίδιο στους ώμους της και με σιγανά βήματα προχώρησε προς την εξώπορτα ..όμως σταμάτησε. Η γυναίκα αυτή που χθες την εμπιστεύτηκε όλη τη ζωή της δικαιούταν έστω και μία εξήγηση, λίγες λέξεις.
Με χέρια που έτρεμαν έκοψε μία σελίδα και έγραψε ένα σημείωμα. Ένιωθε τύψεις, ντροπή ίσως, μα δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Το ακούμπησε στο κρεβάτι της και  έκανε να προχωρήσει στη πόρτα μα..και πάλι σταμάτησε. Κάτι μέσα της την έσπρωχνε να δει  το μωρό..για μία φορά, μία και τελευταία είπε στον εαυτό της. Μία άλλη φωνή σκληρή και αποφασισμένη την σταμάτησε, ήταν η άλλη..Ελπίδα εκείνη που γεννήθηκε μαζί με το μωρό αυτό..
-Τι κάνεις, σταμάτα, άσε πίσω σου ότι θα σε  κάνει να πονάς, ότι θα σε εμποδίσει να προχωρήσεις, μη κοιτάς, μη δένεσαι, μην έχεις να κουβαλάς την εικόνα του μαζί σου. Φύγε, φύγε όσο μπορείς και μη κοιτάς πίσω σου, φύγε.
Άνοιξε σιγά τη πόρτα, δεν ήταν ούτε καν κλειδωμένη σκέφτηκε και χαμογέλασε , η τελευταία της ματιά ήταν σε αυτή τη γυναίκα, τη Λενιώ, την αγκάλιασε νοερά, της φίλησε το χέρι, γονάτισε μπροστά της και της είπε: «Σου αφήνω  ότι δεν μπορώ να αγαπήσω, ότι δεν πρέπει να πάρω μαζί μου , ότι θέλω να μη θυμάμαι, ότι θα με εμποδίσει να κάνω αυτό που σχεδιάζω να κάνω..πες πως δεν υπήρξα ποτέ σ’ αυτή τη νύχτα»’
Έκλεισε τη πόρτα πίσω της , διάβηκε ανάμεσα από τα όμορφα λουλούδια του κήπου που χθες πονεμένη δεν είχε προσέξει. Τ’ αστέρια την συντρόφευαν, το φεγγάρι  έκρυψε το μάλωμα του γι’ αυτήν  και έριξε το φως στο δρόμο της . Τα βήματα της βιαστικά στο δρομάκι, πέτρες εδώ κι εκεί, κράξιμο μιας κουκουβάγιας , ένα ζωάκι της νύχτα τρομαγμένο γρύλισε . Ένοιωσε λες και όλα της πετούσαν πέτρα αναθέματος, μα η νύχτα έγινε για να κρύβει, να θολώνει ψυχές και πράξεις κι εκείνη έκλεισε τα’ αυτιά στις σειρήνες της συνείδησης και έφθασε στο χωριό. Προσανατολίστηκε στους δύο δρόμους που υπήρχαν μπροστά της , αναγνώρισε εκείνο που την έφερε το αυτοκίνητο εδώ και τον πήρε βιαστικά.  Δεν έπρεπε κανείς από το χωριό να την δει, ίσως να πει στη Λενιώ που ήταν. Άρχισε να περπατά οργά και ο φόβος της σκέπαζε τους πόνους του κορμιού και την αδυναμία που ένοιωθε.  Έβγαλε το μήλο από τη τσέπη της και άρχισε να το μασουλάει με απόλαυση   γευόμενη τη δροσιά και τη γλύκα του χυμού του.
Θυμήθηκε τα πλούσια πρωινά στο σπίτι των θείων της, χαμογέλασε με πικρία, κακόμαθε σε όσα της πρόσφεραν , στις .. «πατρικές» προσφορές του Αντώνη   ,ένοιωσε οργή με τον εαυτό της. Πόσο ανόητα φέρθηκε , πόσο ανεύθυνα αφελής..μα ήταν παιδί να πάρει η ευχή, ήταν παιδί , έπρεπε να την προστατέψουν και όχι να την προσγειώσουν τόσο ανώμαλα.
Περπάτησε αρκετά, ο ήλιος ξεπρόβαλε και την αγκάλιασε, μία νέα μέρα, ένα νέο σήμερα , έπρεπε να γυρίσει πίσω χωρίς να το μάθει κανείς. Έπρεπε να μεγαλώσει , να σχεδιάσει το αύριο , να χαράξει το μέλλον της όσο καλύτερα μπορούσε. Στο επόμενο χωριό μπήκε σχεδόν σέρνοντας τα πόδια της από τη κούραση. Βρήκε τη στάση και σε ένα τοιχοκολλημένο χαρτί βρήκε τα δρομολόγια.   Απελπίστηκε, το επόμενο αυτοκίνητο ήταν μετά από ώρες  κι εκείνη βιαζόταν να φύγει. Ένα αγροτικό σταμάτησε δίπλα της, και η φωνή του αγρότη της έδωσε ανέλπιστη λύση. 
-Κοπελιά , της κυρά Ζαχάρως η εγγόνα δεν είσαι; Τι περιμένεις τόσο πρωί το λεωφορείο , έλα να σε κατεβάσω εγώ , πάω για τη πόλη  στη λαϊκή .
Η Ελπίδα απάντησε σχεδόν αυθόρμητα καταφατικά στην ανέλπιστη λύση.
-Ναι η εγγονή της Ζαχάρως είμαι πάω στη σχολή μου κα μετά σπίτι . Συγχρόνως χώθηκε βιαστικά στο αυτοκίνητο με το φόβο να μην έρθει η πραγματική εγγόνα και την πιάσουν στα πράσα. Στη διαδρομή απέφυγε κάθε διευκρίνηση στις ερωτήσεις του λαλίστατου αγρότη και απαντούσε   αόριστα αλλάζοντας θέμα και ρωτώντας τον για τη δουλειά του. Άλλο που δεν ήθελε εκείνος και της αράδιασε όλα τα προβλήματα του με τα λαχανικά, τις πωλήσεις, την εφορία που του έβαζαν , τις χασούρες από τον καιρό.
Όταν επιτέλους έφθασαν στη πόλη του έκανε νόημα να σταματήσει σε γνώριμη περιοχή.
-Μα καλά εσύ δεν μένεις κατά τη Κρυοπηγή; Πως θα πας μέχρι εκεί κοπέλα μου;  Να σε πάω δεν μπορώ γιατί βιάζομαι μα α σε αφήσω στη στάση της περιοχής που θα πας εκεί.
-Μη κάνετε το κόπο, θα πάω πρώτα στο σπίτι μιας φίλης συμμαθήτριας στη σχολή για να πάρω κάποια βιβλία, θα φάμε μαζί κα μετά σπίτι μου. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, μου γλυτώσατε ώρα   ταλαιπωρίας. Και..χαιρετισμούς στη..γιαγιά μου!
Που τη βρήκε τη διάθεση δεν μπόρεσε να καταλάβει η Ελπίδα, λες και φεύγοντας από εκείνο το τόπο άφησε πίσω της μαζί με το..παιδί και  τα προβλήματα που την βάραιναν. Κοίταξε το μικρό χρυσό ρολόι της, δώρο του Αντώνη κι αυτό σκέφτηκε με πικρία και μούντζωσε ακόμα μια φορά τον εαυτό της, ήταν πρωί και οι τράπεζες θα άνοιγαν σε μία ώρα περίπου. Πήγε στη στάση και πήρε το λεωφορείο για τη περιοχή που  ήθελε, έπρεπε να διεκδικήσει τα χρήματα της και είχε ευτυχώς όλα τα χαρτιά που της είχε δώσει ο Αντώνης . Δεν έπρεπε κανείς να τη δει,  θα γύριζε σπίτι της βέβαια μα θα φρόντιζε να μη πάρει κανείς είδηση τη παρουσία της. Η καρδιά της χτύπησε άταχτα, ο Πάνος σκέφτηκε..ο καημένος ο Πάνος  , όχι , δεν έπρεπε να τη δει, πως θα αντίκριζε το βλέμμα του, της ήταν αδύνατον. 
Έφθασε στη τράπεζα μόλις άνοιξε, έσιαξε τα ρούχα της , έλεγξε το παρουσιαστικό, της και μπήκε μέσα με αυτοπεποίθηση που της είχε διδάξει τόσο  καλά..ποιος άλλος; Ο Αντώνης! 
Πλησίασε το γραφείο του διευθυντή και παρουσίασε τα χαρτιά της. Αισθανόταν αγχωμένη για το τι θα έκρινε ο διευθυντής από τη απόφαση της να ανοίξει το λογαριασμό της πλέον σαν ενήλικη και να έχει ελεύθερα πρόσβαση σε αυτόν . Τα πράγματα όμως ήταν μάλλον απλά, μιλούσαν τα χαρτιά της και κανείς πλέον δεν είχε επάνω της εξουσία εκτός από εκείνη την ίδια.  Αν κοιτούσε προσεκτικά τον εαυτό της στο καθρέπτη θα έβλεπε ότι η γέννα είχε επιδράσει καις την εμφάνιση της. Το παιδικό ύφος είχε χαθεί, κάποια αδιόρατη σκληράδα στο πρόσωπο, μία γυναίκα που είχε ξεπηδήσει από μέσα της και το καθάριο παλιά βλέμμα γεμάτο ευθύνες και βάρη τώρα ανέδιδαν ένα άτομο κατάλληλο να διαχειριστεί το μέλλον του.
Της παρέδωσε το βιβλιάριο, μία κάρτα που της έβγαλαν αμέσως σχεδόν, κάποιες συμβουλές για σωστή διαχείριση και.. η Ελπίδα βγήκε από τη τράπεζα   με  κάποια ασφάλεια για το προσεχές μέλλον έστω για λίγο καιρό γιατί τα χρήματα δεν ήταν και κάποιο φανταστικό,  νούμερο. 
Έδωσε στον εαυτό της την πολυτέλεια ενός ταξί με τα λίγα χρήματα που είχε και του είπε να σταματήσει λίγο πιο κάτω από το σπίτι που έμενε, το σπίτι των γονιών της. Δεν ήθελε να τη δει κανείς και προσεκτικά κοιτώντας γύρω της έφθασε στην είσοδο κα ξεκλείδωσε γρήγορα την εξώπορτα . Ανέβηκε με συγκίνηση τις σκάλες και έφθασε έξω από το διαμέρισμα της, όταν μπήκε μέσα διαπίστωσε ότι δεν είχε ρεύμα , το ίδιο ίσχυε για το τηλέφωνο και ήταν φυσικό..δεν είχε πληρώσει τόσο  καιρό τους λογαριασμούς.
Το κρεβάτι της όπως το είχε αφήσει, γεγονός που έδειχνε ότι κανείς δεν είχε μπει. Τότε πρόσεξε ριγμένα χαρτιά σημειώματα στη πόρτα σκορπισμένα στο πάτωμα. Τα πήρε και με φόβο τα κοίταξε, μάλλον θα ήταν από τον Αντώνη..όχι..δεν ήταν.. πως θα μπορούσε ένας δειλός να θέλει να μάθει αν ζει, αν υπάρχει..
Ήταν από το Πάνο, στην αρχή γεμάτα αγωνία, μετά με ερωτηματικά, με αμφιβολίες για την αγάπη της, έπειτα με πικρία, πόνο, μετά οργή και  τέλος απόφαση να φύγει πιστεύοντας ότι εκείνη δεν τον ήθελε στη ζωή της μα ήταν τόσο δειλή που δεν μπορούσε να του το πει κατάμουτρα.
Τα πήρε στην αγκαλιά της , πήγε στο παράθυρο και διακριτικά τράβηξε τη κουρτίνα γυρεύοντας τη μορφή του στο απέναντι σπίτι..κανείς… όλα χαθήκανε εκείνο το βράδυ  που ο Αντώνης τη μεταμόρφωσε σε μία άλλη Ελπίδα, τη νύχτα που χάθηκε εκείνη και γεννήθηκε μία άλλη.
Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι της, μύριζε το σεντόνι σκόνη και εγκατάλειψη, μύριζε προδοσία και  οργή, επιθυμία για εκδίκηση, μύριζε..μοναξιά. Ενώθηκε το κλάμα με τη σκόνη,  η εγκατάλειψη με τη βουβή κραυγή της ψυχή της , ο πόνος του ανεκπλήρωτου έρωτα της με το Πάνο  που δεν τολμούσε να την αγγίξει αν εκείνη δεν το ήθελε πρώτα.
 Εκεί τη βρήκε η νύχτα και οι αφόρητοι πόνοι που ένοιωθε στο στήθος της , αμάθητη με άγνοια για το τι γινόταν είδε το στήθος της σαν πέτρα  από το γάλα που της ερχόταν . Ακόμα και τώρα την κυνηγούσε ότι άφησε πίσω της σκέφτηκε και συνέχισε να κλαίει σαν παιδί που κοιτάζει τις πληγές στο γόνατο του.  
Πήγε στο μπάνιο σκέφτηκε ότι ένα ζεστό ντουζ θα την βοηθούσε μα το νερό χωρίς ρεύμα παγωμένο κι εκείνη όρθια λερωμένη, τα ρούχα τη στο στήθος γεμάτα υγρά και οι πόνοι διάχυτοι χωρίς να προσδιορίσει ποιοι είναι φοβερότεροι , του κορμιού ή της ψυχής.                                                                  





Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

37η συνέχεια



Ξάπλωσε κρατώντας στο χέρι της ακόμα το χαρτί με τη πρόταση της γνωστής εταιρία. Το διάβασε για χιλιοστή φορά και δεν το χόρταινε. Η εταιρία “ COSMET ” ήταν ότι πιο γνωστό στο κόσμο των καλλυντικών στην Ελλάδα. Δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να ενδιαφερθεί για τα δικά της προϊόντα αν και..
-Γιατί όχι; Φώναξε δυνατά στον ίδιο τον εαυτό της..γιατί όχι; Τα όσα έφτιαχνε βέβαια ήταν μία μικρή πρωτοπορία , είχε παλέψει στη κυριολεξία να δημιουργήσει τη τόσο μικρή επιχείρηση της  «παντρεύοντας» τις παλιές αγνές συνταγές της γιαγιάς Ιουλίας με τις τεκμηριωμένες έρευνες της Λενιώς και όλα αυτά να τα δέσει κάτω από τη δική της επιστημονική κατάρτιση.  Τα αποτελέσματα από τα όσα προσέφερναν οι κρέμες της ήταν θαυματουργά από τα χρόνια της Λενιώς ακόμη όταν τα χάριζε στις γυναίκες του χωριού της. Όμως η παραγωγή της ήταν μικρή γιατί έπρεπε να αγοράζουν τα διάφορα φυτά , τα βότανα που δύσκολα βρισκόντουσαν όταν τα ήθελαν. Μετά έπρεπε να τα περάσουν από τις διάφορες φάσεις όπως τα έφτιαχνε η Λενιώ μα με μηχανήματα πλέον που μερικά δεν τα είχε και αναγκαζόταν να μεταχειρίζεται τον ανθρώπινο παράγοντα που ήταν δυστυχώς αργός .
Ο ύπνος την πήρε με το χαρτί στο χέρι και ο Μορφέας την οδήγησε σε αίθουσες συνεδρίων, σε εκθέσεις και βραβεία..είχε όνειρα, είχε φιλοδοξίες… είχε τόσα να κατακτήσει.
Το πρωί έφυγε με σχεδόν παιδιάστικη βιασύνη, το μικρό σακίδιο στον ώμο, τη φρυγανιά με τη μαρμελάδα στο χέρι ,  πασαλειμμένο με τη γλύκα της φιλί στο μάγουλο της Λενιώς και τη Στεφανία να την κοιτάζει με κατανόηση δίνοντας της στο χέρι τα ξεχασμένα στο σκρίνιο του διαδρόμου κλειδιά της. Θεέ μου σκέφτηκε, ευχαριστώ για τη Στεφανία, ήταν δώρο στη ζωή τους, ότι χρειαζόταν αφού η Λενιώ είχε μεγαλώσει και είχε προβλήματα υγείας. Τους κούνησε το χέρι σχεδόν πίσω από τη πόρτα που έκλεινε και κατέβηκε ανυπόμονα τις σκάλες.
-Αχ! Αυτό το κορίτσι, μουρμούρισε η Λενιώ στη Στεφανία μα τα χείλη της έσκαγαν ένα χαμόγελο γεμάτο τρυφερότητα και αγάπη.
-Εμείς κυρία Λενιώ θα τα λέμε καθώς θα φτιάχνουμε μαζί το φαγητό και μετά θα σας κάνω τα πιο όμορφα νυχάκια που είχατε ποτέ! Άσε που έχουμε ένα σωρό να κουτσομπολέψουμε! Την είδατε τη γειτόνισσα απέναντι που άπλωνε τα ρούχα φορώντας φόρεμα με στρας και δαντέλες;
Η Λενιώ την κοίταξε με αγάπη και ευγνωμοσύνη, δεν μπορεί σκέφτηκε, σίγουρα είναι η μετεμψύχωση της Μαίρης..
Η Χαρά έφτασε στο γραφείο της και πήγε κατευθείαν στο τηλέφωνο. Κοίταξε την ώρα..ας περίμενε λιγάκι..να μη φανεί η ανυπομονησία της σαν ..ανάγκη σκέφτηκε. Τα μάτια της κολλημένα στους δείκτες του ρολογιού, το πόδι της χτυπούσε ρυθμικά στο πάτωμα και ο καφές δεν είχε θαρρείς την ίδια γεύση με τον χθεσινό.
-Κοντεύει 11..μονολόγησε..θα πάρω.. είναι κανονική ώρα. Χαρά ,είπε στον εαυτό της, πρόσεχε, ήρεμα, όχι βιαστικά και ανυπόμονα, με ευγένεια μα όχι φορτικά, ήρεμα και με αυτοπεποίθηση!!!
-Εταιρία “ COSMET ”, ακούστηκε η φωνή μάλλον της γραμματέως, παρακαλώ πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
-Είμαι η Χαρά Παπαδάκη και έχω ένα μέιλ στα χέρια μου από τη διεύθυνση σας. Νομίζω ότι ίσως χρειάζεται να κλείσω κάποιο ραντεβού για να έρθω όπως μου ζητήθηκε.
Η φωνή της ακούστηκε πειστικά σταθερή και με κάποιο..μικρό ύφος ώστε να …ψαρώσει την υπάλληλο και να την κάνει να σκεφτεί ότι είναι κάποια , ξαφνιάστηκε με την άμεση απάντηση της.
-Μάλιστα κυρία Παπαδάκη , υπάρχει το όνομα σας στη λίστα των ατόμων που μου έχει δοθεί για προτεραιότητα στις συναντήσεις με τη πρόεδρο. Πότε νομίζετε ότι θα μπορούσατε να περάσετε;
Η Χαρά πάγωσε λιγάκι μα γρήγορα απάντησε ότι αύριο το πρωί κατά τις 11 πάλι θα ήταν μία ιδανική ώρα.
-Ευχαριστώ κυρία Παπαδάκη, είμαι η Ειρήνη η ιδιαιτέρα της κας Steynthans και σας περιμένω εγώ η ίδια στη ρεσεψιόν της εταιρίας. Αύριο λοιπόν στις 11, ευχαριστώ.
Ακούμπησε η Χαρά το ακουστικό και σκέφτηκε αμέσως ότι το όνομα ήταν ξενικό και εκείνη ήξερε μέχρι τώρα ότι η εταιρία ήταν Ελληνική. Γυναίκα λοιπόν η πρόεδρος; Καλύτερα ή χειρότερα; Μετά σκέφτηκε παρηγορώντας τον εαυτό της και τη φοβία που την κατέλαβε, ότι ήταν απλά μία ..ερευνητική συνάντηση που ίσως δεν σήμαινε κάτι σοβαρό. Βεβαία θα της άρεζε μία συνεργασία με τέτοιο κολοσσό όμως δεν θα χαλούσε και τη ζαχαρένια της αν δεν γινόταν κάτι. Ήταν νέα , ήταν στην αρχή ακόμη, είχε μπροστά της χρόνο να φτιάξει και να δημιουργήσει πολλά.
Το επόμενο πρωί φρόντισε την εμφάνιση της, τίποτε το κραυγαλέο, ένα σοβαρό μα και νεανικό σύνολο. Τα μαλλιά της ελεύθερα στους ώμους της μα φροντισμένα, πρόσεξε τα παπούτσια της να είναι ασορτί με τη τσάντα που είχε πρόσφατα αγοράσει ξεπερνώντας τους ενδοιασμούς της για τη τιμή τους .Σκέφτηκε χαμογελώντας τη Μαίρη που της είπε κάποτε ότι τα παπούτσια είναι κάτι που προσέχουν οι άνθρωποι σε μία εμφάνιση γνωριμίας μετά τα..ωραία μάτια!
Παρκάρισε το μικρό της αυτοκίνητο στο γκαράζ της εταιρίας αφού ο υπεύθυνος του είχε το όνομα της σε λίστα μπροστά του. Ένοιωσε μέσα της μία μικρή ικανοποίηση, λες και κατάφερε κάτι, λες και ανέβηκε ένα ακόμα σκαλοπάτι. Μία όμορφη ξανθή κοπέλα την πλησίασε και της άπλωσε το χέρι μόλις την είδε.
-Η κυρία Χαρά Παπαδάκη; Είμαι η Ειρήνη η ιδιαιτέρα που σας μίλησα στο τηλέφωνο, παρακαλώ ακολουθήστε με.
Η ματιά της με διακριτικότητα βέβαια έκανε μία μικρή «έρευνα» επάνω της και αυθόρμητα της είπε:
-Είστε πολλή νέα, σας περίμεναν σίγουρα αρκετά μεγαλύτερη νομίζω..
Η Χαρά χαμογέλασε και δεν απάντησε παρά την ακολούθησε στο πέρασμα τους μέσα στους διαδρόμους του κτιρίου.
Θαύμασε την όμορφη προσεγμένα μοντέρνα διακόσμηση, τους πίνακες στους τοίχους που έδειχναν θαρρείς ότι έμπαινες σε ένα όμορφο σαλόνι και όχι σε εταιρία. Φθάσανε σε ένα χώρο που σίγουρα ήταν ένας άνετος  προθάλαμος για τα γραφεία πλημμυρισμένος από φως που έμπαινε από τους σχεδόν γυάλινους τοίχους του. Τα λουλούδια στις γωνιές του ήταν αληθινά και φροντισμένα, ένα υπέροχο χειροποίητο σίγουρα χαλί  και ένας τεράστιος δερμάτινος λευκός καναπές που δέσποζε στον ένα τοίχο. Θαύμασε το  υπέροχο τραπέζι με λευκά ξύλινα πόδια που κρατούσαν σαν φύλλα λουλουδιών  το βαρύ κρύσταλλο. Παραδίπλα τις άκρες του καναπέ 2 μικρά κρυστάλλινα τραπεζάκια με κάποια περιοδικά και καταλόγους με τα προϊόντα της εταιρίας.
Η ματιά της στάθηκε σε  μία υπέροχη  βιτρίνα που ήταν  απέναντι από το καθιστικό  αναγκάζοντας σε να τον κοιτάζεις έστω και χωρίς να θες και που φιλοξενούσε τις διακρίσεις της εταιρίας. Το βλέμμα της όμως αιχμαλωτίστηκε από τα  δύο πορτρέτα που υπήρχαν πάνω από τη βιτρίνα   στο τοίχο. Δεν ήταν φωτογραφίες βέβαια αλλά πίνακες  που εκφραστικά υποδείκνυαν τη κυριαρχία στο κτίριο των δύο ατόμων που απεικόνιζαν . Δύο θαυμάσια πορτρέτα και σίγουρα ζωγραφισμένοι  από έμπειρο σε πορτρέτα ζωγράφο.
Ένας άνδρας εύσωμος περίπου στα 70, με λευκά μαλλιά και ένα ήρεμο χαμόγελο στο πρόσωπο του σε κέρδιζε απλά και μόνο που τον αντίκριζες. Η δυναμική όμως έκφραση στο πρόσωπο του σου περνούσε αμέσως την αίσθηση ότι ήταν ένας άνθρωπος που πάλεψε και κατέκτησε όσα είχε με το σπαθί του.
Η καρδιά της χτύπησε δυνατά αντικρίζοντας τα μάτια της γυναίκας του διπλανού πορτρέτου που την κοίταζαν θαρρείς ερευνητικά από τη πρώτη στιγμή που το αντίκρισε. Ένοιωσε μέσα της κάτι σαν προειδοποιητική μαχαιριά να της υπενθυμίζει ότι θα ήταν ένας αντίπαλος γι’ αυτήν .  Πραγματικά  μία όμορφη γυναίκα, σίγουρα γύρω στα 40, καστανά μαλλιά τραβηγμένα στο πλάι έπεφταν στη μία μεριά του ώμου της επάνω στη ράντα από το κατακόκκινο φόρεμα της. Υπέροχα πρασινογάλανα μάτια γεμάτα με μία κενή αδιάφορη άψυχη θα έλεγε έκφραση ανέδιδαν κάτι σαν  υπεροψία και  προσπάθεια να δείξουν στον άλλον ότι έπρεπε να σκύψει το κεφάλι στη ματιά του αντικρίζοντας τα. Κάτι της φάνηκε γνωστό, προσπάθησε να θυμηθεί αν την είχε συναντήσει σε κάποιο σεμινάριο εταιριών, σίγουρα αυτό θα ήταν..αν και μια τέτοια παρουσία δεν θα περνούσε απαρατήρητη αν την συναντούσε. Η φωνή της Ειρήνης την έβγαλε από τις σκέψεις της.
-Κυρία Παπαδάκη σας περιμένουν, παρακαλώ περάστε.
Σηκώθηκε από το φιλόξενο καναπέ και διόρθωσε μηχανικά το λεπτό φθινοπωρινό σακάκι της , χαμογέλασε στη κοπέλα και με μία ανάσα αυτοπεποίθησης προχώρησε με σταθερά βήματα περνώντας μέσα από την ανοιχτή πόρτα που της έδειξε.
Ήταν εκείνη, η γυναίκα του πορτρέτου απλά τώρα της φάνηκε λίγο πιο μεγάλη και πιο γήινη χωρίς το μυστήριο που της έδωσε το πινέλο του ζωγράφου. Ήταν σκυμμένη σε έγραφα, το κινητό στο αυτί της και στο χέρι το στυλό που χτυπούσε με δύναμη το κρύσταλλο του γραφείου της συνοδεύοντας τις γεμάτες αυστηρότητα οδηγίες της σε όποιον μιλούσε.
Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε ενώ με το ελεύθερο χέρι της έδειξε την άνετη καρέκλα μπροστά της. Η Χαρά ένοιωσε να τη διαπερνάει ρεύμα όταν διασταυρώθηκε το γαλαζοπράσινο βλέμμα της με το δικό της, αστείο σκέφτηκε μα ..ένοιωσε φόβο, κάτι σαν να βρισκόταν στο γραφείο του διευθυντή σχολείου και περίμενε τη τιμωρία.
Η Steynthans έκλεισε το κινητό και χαρίζοντας της ένα γοητευτικό χαμόγελο της άπλωσε το χέρι με μία σχεδόν ανδρική κίνηση.
-Η κυρία Παπαδάκη νομίζω; Είστε πολύ πιο νέα από την εικόνα που είχα φτιάξει για σας σύμφωνα με τη..πρόοδο σας στο κοινό μας τομέα.
Η φωνή της ήταν γοητευτική, σαγηνευτική θα έλεγε και οι κινήσεις της είχαν τη χάρη ενός αιλουροειδούς. Η Χαρά της έσφιξε το χέρι και της χάρισε  ένα δικό της χαμόγελο χωρίς να καταλάβει ότι ανέδιδε από παντού αθωότητα και  εφηβική θαρρείς στάση .Αυτό για τη δυναμική πρόεδρο ήταν βούτυρο στο ψωμί της η μάλλον στο..παντεσπάνι της! Η ματιά της την παγίδευσε θριαμβευτικά  και αν η Χαρά δεν είχε τόσο ενθουσιασμό μέσα της θα έπρεπε να νοιώσει σαν τη μύγα που βάδιζε τυφλά στον ιστό της λαμπερής αράχνης.
-Σας ευχαριστώ για τη πρόσκληση αν και δεν βλέπω τι ενδιαφέρον θα είχα για σας μία τόσο μεγάλη εταιρία η δική μου βιοτεχνία θα έλεγα καλύτερα.
Την είδε να κινείται και να έρχεται δίπλα της, ακούμπησε τη μέση της στο γραφείο στηρίζοντας το ελάχιστο βάρος του καλλίγραμμου κορμιού της και της χάρισε ακόμα ένα μαγευτικό  χαμόγελο. Με την ίδια χάρη και με απαλές κινήσεις άνοιξε μία ασημένια ταμπακιέρα δίπλα της και έβαλε ένα τσιγάρο στα ρόδινα από το κραγιόν χείλη της. Το άναψε και το ρούφηξε με ηδονή σχεδόν  κοιτώντας για ελάχιστες στιγμές το καπνό που ανέβηκε παιχνιδιάρικα περνώντας και χαϊδεύοντας τα λαμπερά καστανά μαλλιά της. Το άρωμα της σίγουρα της εταιρίας ειδικά φτιαγμένο ίσως γι’ αυτήν μπήκε μεθυστικά στα ρουθούνια της Χαράς αιχμαλωτίζοντας το μυαλό και τις αισθήσεις της.
-Δεν σας προσφέρω γιατί είμαι σίγουρη ότι δεν έχετε αυτή τη κακή συνήθεια που δυστυχώς εγώ δεν μπορώ να αποχωριστώ όπως βλέπετε.
-Ευχαριστώ κυρία πραγματικά δεν καπνίζω!
-Είδατε; Νομίζω ότι μπορώ να μαντέψω τα πάντα για σας μόνο κοιτάζοντας τα όμορφα ματάκια σας. Είστε νέα, μορφωμένη, αυτό που λένε..καλό κορίτσι..έχετε φιλοδοξίες, σκοπούς και σχέδια μεγάλα μέσα σας . Είμαι σίγουρη ότι λατρεύετε αυτό που κάνετε , που δημιουργείτε και πάνω από όλα επιθυμείτε την θριαμβευτική επιτυχία στο σύντομο προσεχές μέλλον. Κι εδώ γλυκιά μου έρχομαι εγώ και η εταιρία μου να σας κάνει αυτό το δώρο, μία σύντομη ανάδειξη των προσόντων σας και μία διασφαλισμένη φήμη για το μέλλον σε σας και τα σκευάσματα σας.
Η Χαρά δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη, μαγεμένη σχεδόν από το βλέμμα , τη φωνή και τη μυρωδιά της αισθάνθηκε απλά και μόνο ακροάτρια της εικόνας που της διηγιόταν .
-Η πρόταση μας είναι  να σας κάνουμε μέλλος της εταιρίας μας, να κάνουμε τα σκευάσματα σας δικά μας μα πάντα με τη δική σας σφραγίδα. Αυτή η ..εικόνα της αθώας φυσικής ομορφιάς που αναδίδουν όσα κάνετε μου αρέσει μικρή μου και θέλω να επεκταθώ σε μία αγορά γυναικών που χρειάζονται για τον εαυτό τους αυτό ακριβώς που τους δίνεις εσύ. Την αγνή , παλιά μαμαδίστικη συνταγή που εμείς σαν εταιρία μέχρι τώρα δεν μας απασχόλησε! Όμως είμαι άτομο που βλέπει μπροστά, θα έλεγα ότι θέλω να προβλέπω από πριν τη κάθε πιθανότητα στις αλλαγές των επιθυμιών των πελατών μας. Μπαίνουμε σε μία εποχή που τα  νέα άτομα θέλουν την επιστροφή στη Φύση, στην αγνότητα, στην έλλειψη χημικών παρεμβολών, στα βοτάνια και τα λουλούδια! Τι σας προσφέρω; μα τι άλλο νεαρή μου ..το μέλλον ..τη φήμη..τη διαφήμιση με πλάτες το δικό μας όνομα, το χρήμα και την ικανοποίηση της αναγνώρισης σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό μετά ίσως αν συνεχίσουμε με την επιτυχία που προβλέπω.
Ήρθε κοντά της και κινήθηκε ολόγυρα της πιάνοντας ελαφρά τον ώμο της Χαράς με το λεπτό περιποιημένο χέρι της . Η κοπέλα θαύμασε το μονόπετρο που λαμποκοπούσε στο μεσαίο δάχτυλο της δίπλα σε μία περίτεχνη πλατινένια βέρα. Η κυρία  Steynthans γύρισε στο γραφείο της, κάθισε στη δερμάτινη πολυθρόνα της και η φωνή της άλλαξε χροιά μιλώντας πιο δυνατά και χτυπώντας το στυλό της στο κρύσταλλο σε κάθε της φράση.
- Ένα εργαστήριο εδώ μαζί μας κυρία Παπαδάκη, σύγχρονο και επιστημονικά τέλειο, μία εξασφαλισμένη μεγάλη αμοιβή των γνώσεων σας  και μία μεγαλύτερη πώληση χωρίς την αγωνία της πώλησης και διακίνησης των προϊόντων σας. Τα βαζάκια και οι κρέμες σας σε καλύτερη συσκευασία, το όνομα της φίρμας σας στις νέες ετικέτες, ποσοστά βέβαια στις πωλήσεις και σε  λίγους μήνες δοκιμών του αποτελέσματος τι άλλο;..μα βέβαια μετοχές στην εταιρία μας. Δεν νομίζετε ότι ο ουρανός άνοιξε και σας έπεσε χρυσόσκονη μαγική ;
Μιλάει τόσο άνετα και σωστά τα ελληνικά σκέφτηκε η Χαρά μέσα της ασυναίσθητα αντί να σκεφτεί τα όσα της αράδιαζε με τόση άνεση . Όσα της έδινε ήταν ένα όνειρο γι’ αυτή κι εκείνη σκεπτόταν πράγματα αδιάφορα όπως αν ήταν Ελληνίδα ή όχι! Χωρίς να το σκεφτεί  έκανε την ερώτηση:
-Νόμιζα από το επίθετο σας ότι είστε Αγγλίδα ή Αμερικανίδα, μιλάτε τόσο σωστά που σίγουρα κάνω λάθος.
Η Steynthans ξαφνιάστηκε από τον αυθορμητισμό και την άσχετη ερώτηση της μαθημένη να συναντά συνήθως ανθρώπους που νοιαζόντουσαν για νούμερα και αποδοχές προσφορών.
-Είμαι Ελληνίδα, Αθηναία,  μα έχω παντρευτεί στο εξωτερικό στην Αυστραλία . Όπως καταλαβαίνετε αυτό είναι το όνομα του συζύγου μου και η εταιρία αυτή δικό μου δημιούργημα μικρό στις δικές του επιχειρήσεις.
-Μικρό; Μικρό είπατε; Μα η Cosmet είναι τεράστια εταιρία , πίστευα ότι ήταν Ελληνική μα από ότι βλέπω σίγουρα είναι ίσως πολυεθνική.
- Όχι μικρή μου, Ελληνική είναι απλά είμαστε θυγατρική του ομίλου Steynthans του συζύγου μου. Δυστυχώς ο σύζυγος μου έχει το τελευταίο καιρό ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας ,δυστυχώς μόνιμο και ο γιος μας κι εγώ διευθύνουμε τον όμιλο μαζί με μετόχους βέβαια έχοντας τη πλειοψηφία. Λοιπόν αφού απάντησα στις απορίες σας τι θα μου απαντήσετε εσείς στις δικές μου προτάσεις;
-Ο γιος σας διευθύνει την εταιρία; Μα είστε τόσο νέα πως είναι δυνατόν να έχετε τόσο μεγάλο γιο;
Η Steynthans έριξε πίσω το κεφάλι και ξέσπασε σε δυνατά γέλια, αυτό το κορίτσι ήταν φοβερά αυθόρμητο, παιδί θα έλεγε , αχ! Θεέ μου πως θα την ανεχόταν έστω για λίγο καιρό μετά την υπογραφή της; Την έλκυαν οι δυνατοί χαρακτήρες, ήθελε πάντα να παλεύει  με κάθε νέο συνεργάτη και να νοιώθει την ικανοποίηση να τον κάνει πιόνι στα χέρια της. Αυτή η μικρή ήταν πανεύκολο πιόνι, χαμένο από χέρι στη ζωή και το στίβο των επιχειρήσεων, το ενδιαφέρον της γι’ αυτήν θα διαρκούσε για λίγο και θα φρόντιζε να τη χώσει σε ένα εργαστήρι και να μη τη βλέπει.
-Ευχαριστώ για το κοπλιμάν που μου κάνετε, δεν είμαι τόσο νέα κοντεύω τα 45 και ο γιος μου ..ο γιός μου πράγματι είναι γιος του συζύγου μου από το πρώτο του γάμο. Ο Stivens Steynthans είναι 32 και είναι εξαιρετικός επιχειρηματίας. Λοιπόν; Τι αποφασίσατε; Μπορώ να σας αφήσω περιθώριο 3 ημερών μετά θα δεχθώ ίσως τη συνεργασία με ένα παρόμοιο με σας εργαστήρι ενός Κύπριου . Βλέπετε προτίμησα εσάς πρώτα γιατί μου αρέσει να προωθώ νέες γυναίκες, νέες επιχειρηματίες όπως ακριβώς ήμουν κι εγώ. Μόνον που εσείς πρέπει να μου αποδείξετε ότι έχετε τη τόλμη να προχωράτε και όχι να μένετε στη στασιμότητα της επιτυχίας που έχετε τώρα.
Η Χαρά ένοιωσε τη καρδιά της να χτυπάει δυνατά, αισθάνθηκε πανικό και ανασφάλεια, υπήρχαν και άλλου σαν κι αυτήν  σίγουρα, θα έχανε την ευκαιρία που της δινόταν αν δεν έπαιρνε απόφαση.  Ένα εργαστήρι επιπέδου της cosmet, διαφήμιση,  γνωριμίες, νέες προοπτικές σίγουρες θα ανοιγόταν μπροστά της..Τι να κάνει; Να δεχθεί; Τι θα έχανε; Τι θα κέρδιζε; Να ρωτούσε τη Λενιώ; Σε ποιόν να απευθυνόταν γα να ρωτήσει τη γνώμη του; Τώρα ξαφνικά ανακάλυψε ότι ήταν μόνη, χωρίς συγγενείς, χωρίς αγαπημένο, χωρίς κάποιο δυνατό άνθρωπο δίπλα της . Άραγε αν υπήρχε ο πατέρας που ονειρευόταν δίπλα της, αν υπήρχε αυτός ο ..κάποιος που θα της άνοιγε την αγκαλιά στα δύσκολα..
-Κυρία Steynthans η πρόταση σας με τιμά και βλέπω ότι μου προσφέρετε πολλά με άνεση. Όμως οφείλω να σας πω ότι τα σκευάσματα μου έχουν μία δυσκολία που ίσως δεν ξέρετε και πρέπει να σας ενημερώσω. Χρειάζομαι συνεχώς διάφορα φυτά , άπειρα βότανα όπως πχ. Καλεντούλα και χαμομήλι για τις καταπραϋντικές κρέμες μας που είναι οι πιο ζητούμενες, αλόη, πεύκο, ιβίσκο, μαστίχα, κρόκο, άνθη τριανταφυλλιάς εκατοντάφυλλης,  γιασεμί, τίλιο ,άπειρα πιστέψτε με  που τα συλλέγω στις ανάλογες εποχές και πολλές φορές οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν τη συλλογή τους με αποτέλεσμα να έχω ελλείψεις. Χρειάζεται εργασία χωρίς χημικές προσθήκες με αποτέλεσμα να έχουμε προϊόντα που επηρεάζονται από πολλά..Η δική μου παραγωγή είναι μικρή οπότε δεν μπορώ να επεκταθώ σε μεγάλη παραγωγή, δεν γίνεται.
Η Steynthans την κοίταξε με μία ματιά όλο επιείκεια λες και είχε μπροστά της ένα παιδάκι που της αράδιαζε μεγάλα προβλήματα γι’ αυτό και αξεπέραστα. Την σταμάτησε με μία κίνηση του χεριού της και ένα χαμόγελο όλο κατανόηση μα και με δόση βαρεμάρας λες και κουράστηκε από όσα άκουγε.
-Αυτό άστο σ’ εμένα γλυκιά μου, είναι αστεία αυτά που μου λες και ίσως αν εργαστείς μαζί μας θα δεις ότι η απόκτηση όσων υλικών θες θα είναι στα πόδια σου όποτε  θες..Λοιπόν; ποια είναι η απάντηση σου;
Η βιασύνη στη φωνή της, η αίσθηση ότι την είχε κουράσει που γινόταν έντονη στη κάθε της νευρική κίνηση, οι ματιές της στο πλατινένιο της λεπτό ρολόι του καρπού της..όλα μαζί   έκαναν τη Χαρά να προφέρει σχεδόν αυθόρμητα :
-Ναι, δέχομαι..απλά θα ήθελα να δω ένα γραπτό κείμενο με τους όρους σας, τις υποχρεώσεις μου και τις δικές σας σε αυτή τη συνεργασία.
Τα μάτια της όμορφης γυναίκας έλαμψαν λιγάκι ειρωνικά, νάτην η μικρή σκέφτηκε, μπήκε στον ιστό μου απλά κάνει τις πρώτες κινήσεις να δει πόσο μπορεί να προχωρήσει και πόσο μακριά της θα σταθώ. Σηκώθηκε της άπλωσε το χέρι και μετά της είπε με καθαρά επαγγελματική έκφραση :
-Η γραμματέας μου θα σας ενημερώσει γρήγορα για τα συμβόλαια και τις υπογραφές. Βέβαια θα συνοδεύεστε σίγουρα από το δικηγόρο σας που θα συναντηθεί προηγουμένως με το δικό μας. Καλώς ήρθατε στη Cosmet αγαπητή μου, θα  είστε το νεώτερο μέλλος όπως καταλάβατε και είναι μία νέα αίσθηση για μας.
Η Χαρά σηκώθηκε ενθουσιασμένη και την αποχαιρέτησε με ένα χαμόγελο της και μία φράση ευχαριστίας μέσα στα χείλη της. Βγήκε στο προθάλαμο σχεδόν γελώντας και βιάστηκε να τρέξει γρήγορα προς την έξοδο να πάει όσο γινόταν πιο γρήγορα στη μητέρα της να το πει. Το πόδι της μπλέχτηκε στην άκρη ενός μικρού σκαλοπατιού και ένοιωσε τον εαυτό της να πέφτει ενώ ο πανικός την κυρίευσε. Ένοιωσε δύο δυνατά χέρια να την αγκαλιάζουν λίγο πριν πέσει στο μάρμαρο του σκαλοπατιού , το κεφάλι της χώθηκε σε ένα στέρνο που μύριζε τη πιο αρρενωπή ανδρική κολόνια που γνώριζε και τα μάτια της βυθίστηκαν  σε μία θάλασσα μελιού που τα αγκάλιαζαν ξανθές ανταύγειες μαλλιών.
-Μη φοβάστε, σας κρατώ, της …ψιθύρισε το «όνειρο» που την είχε στην αγκαλιά της κι εκείνη έμεινε ακίνητη, αμίλητη νοιώθοντας ότι κάτι σε αυτή την εταιρία είχε βάλει σκοπό να την αποκτήσει για πάντα σε κάθε σημείο της ζωής της.